Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Οι διανοούμενοι και η ιστορία








Johannes Vermeer (1632-1675), Ολλανδός ζωγράφος


(The Art of Painting or The Allegory of Painting or Painter in his Studio)

1665 - 1668


κάτω, στη λεπτομέρεια:
Κλειώ, η Μούσα της Ιστορίας 









Κορνήλιος Καστοριάδης: Οι διανοούμενοι και η ιστορία 




Παλαιά φιλοσοφική συνήθεια: Είμαι υποχρεωμένος να σταματήσω κατ’  αρχάς στους όρους με τους όποιους τίθεται το πρόβλημα.
Ιστορία. Μ’ αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο την ιστορία που έχει γίνει, αλλά και την ιστορία που γίνεται, όπως και την ιστορία που απομένει να γίνει.
Αυτή η ιστορία είναι, ουσιαστικά, δημιουργία - δημιουργία και καταστροφή. Δημιουργία σημαίνει κάτι το εντελώς άλλο από την αντικειμενική απροσδιοριστία ή την υποκειμενική αδυναμία πρόβλεψης των γεγονότων και της εξέλιξης της ιστορίας. Θα ήταν γελοίο αν λέγαμε ότι η εμφάνιση της τραγωδίας ήταν απρόβλεπτη, και ανόητο αν βλέπαμε τα Κατά Ματθαίον Πάθη ως μια συνέπεια της απροσδιοριστίας της ιστορίας. Η ιστορία είναι ο χώρος όπου το ανθρώπινο ον δημιουργεί οντολογικές μορφές - οι δε ιστορία και κοινωνία είναι οι πρώτες από αυτές τις μορφές. Δημιουργία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην (και ούτε συνήθως) «καλή» δημιουργία ή δημιουργία «θετικών αξιών». Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ είναι δημιουργίες, το ίδιο όπως και ο Παρθενώνας ή τα Principia Mathematica. Ωστόσο, μεταξύ των δημιουργιών της ιστορίας μας, της ελληνοδυτικής ιστορίας, υπάρχει μία που εμείς την αποτιμούμε θετικά και την υιοθετούμε. Είναι η θέση σε αμφισβήτηση, η κριτική, η απαίτηση του λόγον διδόναι, προϋπόθεση συγχρόνως και της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για μια θεμελιώδη ανθρώπινη τοποθέτηση - ουδόλως καθολική στην αφετηρία της -, η όποια προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει καμιά εξωανθρώπινη δικαιοδοσία, υπεύθυνη εν τελευταία αναλύσει για ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, ότι δεν υπάρχει αληθινή αιτία της ιστορίας ή (μη ανθρώπινος) δημιουργός της ιστορίας  με άλλα λόγια, ότι η ιστορία δεν έγινε από τον Θεό, από τη φύση ή από οποιουσδήποτε «νόμους». Ακριβώς γιατί δεν πίστευαν σε τέτοιους εξωιστορικούς καθορισμούς (πέραν του εσχάτου ορίου της Ανάγκης), κατόρθωσαν οι Έλληνες να δημιουργήσουν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία.

Επανυιοθετούμε, επαναβεβαιώνουμε, θέλουμε να επεκτείνουμε αυτήν τη δημιουργία. Βρισκόμαστε, και θέλουμε να βρισκόμαστε, μέσα σε μια παράδοση ριζικής κριτικής, γεγονός που συνεπάγεται ότι βρισκόμαστε σε μια παράδοση ευθύνης (δεν μπορούμε να επιρρίψουμε το σφάλμα στον παντοδύναμο Θεό κλπ.) και σε μια παράδοση αυτοπεριορισμού (δεν μπορούμε να επικαλεστούμε καμία εξωϊστορική νόρμα ως γνώμονα του πράττειν μας, το όποιο ωστόσο δεν μπορεί να στερείται γνώμονος). Κατά συνέπεια, έναντι αυτού που υπάρχει ήδη, έναντι αυτού που θα μπορεί ή θα πρέπει να γίνει, όπως και έναντι αυτού που υπήρξε, τοποθετούμαστε ως δρώντες κριτικά. Μπορούμε να συμβάλλουμε έτσι, ώστε αυτό πού είναι να υπάρξει αλλιώς. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που υπήρξε, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το βλέμμα επί του υπάρξαντος - βλέμμα που αποτελεί ουσιώδες συστατικό των παρουσών στάσεων (έστω και αν τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μη συνειδητά). Εν προκειμένω, δεν απονέμουμε, σε πρώτη προσέγγιση, κανένα φιλοσοφικό προνόμιο στην παρελθούσα και στην παρούσα ιστορική πραγματικότητα. Παρελθόν και παρόν δεν είναι τίποτε άλλο από μάζες ακατέργαστων γεγονότων (ή εμπειρικών υλικών), εκτός και αν τα έχουμε εκ νέου κριτικά εγγυηθεί. Σε μία δεύτερη προσέγγιση, εφόσον βρισκόμαστε εντεύθεν του παρελθόντος αυτού, και μπόρεσε συνεπώς αυτό να εισέλθει στις προϋποθέ­σεις αυτού που στοχαζόμαστε και αυτού που είμαστε, αυτό το παρελθόν προσλαμβάνει ένα είδος υπερβασιακής σπουδαιότητος, γιατί η γνώση του αλλά και η κριτική που του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα του παρελθόντος μέσω της γνώσης άλλων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί η σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω του στοχασμού που αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες που ήσαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.

Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λογαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας που αυτός ο όρος προϋποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμε­νος; Δίχως να υπεισέλθω σε προβλήματα θεμελιώδους βιοψυχολογίας, αν με τον όρο διανοούμενος εννοούμε εκείνον που εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μυαλό του και σχεδόν καθόλου με τα χέρια του, τότε αφήνουμε απέξω ανθρώπους, τους όποιους θα θέλαμε προφανώς να συμπεριλάβουμε (γλύπτες και άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών) και συμπεριλαμβάνουμε ανθρώπους, στους όποιους ασφαλώς δεν αποβλέπαμε (πληροφορικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές κλπ.).
Δεν βλέπω γιατί ένας εξαίρετος αιγυπτιολόγος ή ένας μαθηματικός, πού αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο έξω από τον επιστημονι­κό τους κλάδο, θα μας ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την παρατήρηση, θα πρότεινα να συμπεριλάβουμε, για τους σκοπούς της παρούσας συζήτησης, όλους εκείνους που, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, επιχειρούν να υπερβούν τη σφαίρα της ειδίκευσής τους και ενδιαφέρονται ενεργά για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία. Αλλά αυτό είναι, και θα πρέπει να είναι, ο ορισμός του δημοκρατικού πολίτη, οποιαδήποτε κι αν είναι η απασχόλησή του. (Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ορισμός αυτός είναι το ακριβώς αντίθετο του ορισμού της δικαιοσύνης όπως τον έχει δώσει ο Πλάτων, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις υποθέσεις του και να μην ανακατεύεται με τα πάντα - πράγμα που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ένας από τους στόχους του Πλάτωνος είναι να δείξει ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη).

Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους που δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας. Ο κατάλογός τους είναι τεράστιος. Τα ερωτήματα που θέτουν τα λεγόμενά τους και οι ενέργειές τους είναι απεριόριστα. Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο άφορα σε δύο διαφο­ρετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει η ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, του φιλοσόφου που θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως. Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση που κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τους συνοδοιπόρους του σταλινισμού, άλλα επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφικά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό. Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα που θέτει η σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, ή πηγή της δημιουργίας, ο κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι η μεγάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής.

Ο φιλόσοφος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρχικής περιόδου, υπήρξε συγχρόνως και πολίτης. Γι’ αυτό ακριβώς εκλήθη αρκετές φορές να «νομοθετήσει», στην πόλη του ή σε κάποια άλλη πόλη. Ο Σόλων είναι το λαμπρότερο παράδειγμα. Αλλά και το 443 ακόμη, όταν οι Αθηναίοι δημιούργησαν στην Ιταλία μια πανελλήνια αποικία, τους Θουρίους, από τον Πρωταγόρα ζήτησαν να θέσει τούς νόμους. Ο τελευταίος αυτής της σειράς - ο τελευταίος μεγάλος εν πάση περιπτώσει - είναι ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, άλλα είναι και πολίτης. Συζητεί με όλους τους συμπολίτες του στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα - είναι Επιστάτης των πρυτάνεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας για μία μέρα) ίσως στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ήμερα της δίκης των στρατηγών που νίκησαν στις Αργινούσες. Τότε που, προεδρεύοντας στην Εκκλησία του Δήμου, αντιμετώπισε θαρραλέα το έξαλλο πλήθος και αρνήθηκε να αρχίσει παράνομα τη διαδικασία κατά των στρατηγών. Όπως, λίγα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές των Τριάκοντα και να συλλάβει παράνομα ένα πολίτη. Η δίκη και η καταδίκη του είναι μια τραγωδία με την κυριολεκτική σημασία του όρου, όπου θα ήταν ανόητο να ψάξουμε για αθώους και ένοχους. 'Οπωσδήποτε, ο Δήμος του 399 δεν είναι πια ο Δήμος του 6ου και του 5ου αιώνα, και, οπωσδήποτε, η πόλις θα μπορούσε να εξακολουθήσει να αποδέχεται τον Σωκράτη, όπως το είχε κάνει επί δεκαετίες. Άλλα πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι η πρακτική του Σωκράτη παραβιάζει κυριολεκτικά τα όρια του ανεκτού σε μία δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς που θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση μιας κοινής γνώμης. Η αναίρεση των γνωμών του άλλου είναι κάτι παραπάνω από επιτρεπτή και νόμιμη, είναι ή ίδια ή ανάσα της δημόσιας ζωής. Άλλα ο Σωκράτης δεν περιορίζεται στο να δείξει ότι ή α ή
β δόξα είναι λανθασμένη (και δεν προτείνει την δική του δόξα στη θέση κάποιας άλλης). Ο Σωκράτης δείχνει ότι όλες οι δόξες είναι λανθασμένες, ακόμη περισσότερο, ότι όσοι τις υπερασπίζονται δεν ξέρουν τι λένε. Όμως καμία κοινωνική ζωή και κανένα πολιτικό καθεστώς - και η δημοκρατία λιγότερο από κάθε άλλο - δεν είναι δυνατά με βάση την υπόθεση ότι όλοι οι συμμετέχοντες ζουν σ’ ένα κόσμο ασυνάρτητων αντικατοπτρισμών, πράγμα που ο Σωκράτης δείχνει διαρκώς. Βέβαια, ή πόλις θα μπορούσε να το ανεχτεί και αυτό ακόμη, το έκανε μάλιστα για μεγάλο διάστημα με τον Σωκράτη, όπως και με άλλους. Αλλά ο ίδιος ο Σωκράτης γνώριζε πολύ καλά ότι για την πρακτική του αυτή θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσει. Δεν είχε ανάγκη να του προετοιμάσουν μιαν απολογία, λέει, γιατί πέρασε όλη του τη ζωή στοχαζόμενος την απολογία που θα παρουσίαζε αν του απευθύνετο κατηγορία. Και ο Σωκράτης όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου που αποτελείται από τους συμπολίτες του, ο λόγος του στον Κρίτωνα, τον όποιο εκλαμβάνουμε τόσο συχνά ως ένα λόγο ηθικολογικό και ηθι­κοπλαστικό, αποτελεί μια εξαίρετη ανάπτυξη της θεμελιώδους Ελληνικής ιδέας της διαμόρφωσης του ατόμου από την πόλη του. Πό­λις άνδρα διδάσκει, έγραψε ο Σιμωνίδης. Ο Σωκράτης ξέρει ότι γεννήθηκε από την Αθήνα και ότι δεν θα μπορούσε να είχε γεννηθεί πουθενά άλλου.

Είναι δύσκολο να σκεφθούμε ένα μαθητή πού πρόδωσε τόσο πολύ στην πράξη το πνεύμα του δασκάλου του, όσο ο Πλάτων. Ο Πλάτων αποσύρεται από την πόλη και ιδρύει στις πύλες της μια σχολή για επίλεκτους μαθητές. Δεν γνωρίζουμε καμία εκστρατεία στην όποια να έλαβε μέρος. Δεν γνωρίζουμε αν είχε οικογένεια. Στην πόλη πού τον έθρεψε και πού τον έκανε αυτό που είναι δεν προσφέρει τίποτα από ό,τι κάθε πολίτης της οφείλει, ούτε στρατιωτική θητεία, ούτε παιδιά, ούτε αποδοχή δημοσίων ευθυνών. Συκοφαντεί την Αθήνα στον ύψιστο βαθμό. Χάρις στην τεράστια σκηνοθετική του ιδιοφυΐα, χάρις στη δεινότητά του ως ρήτορα, σοφιστή και δημαγωγού, θα κατορθώσει να επιβάλει για τους επερχόμενους αιώνες την ακόλουθη εικόνα: Οι πολιτικοί άνδρες των Αθηνών - Θεμιστοκλής, Περικλής - ήσαν δημαγωγοί, οι στοχαστές της σοφιστές (με τη σημασία που ο ίδιος επέβαλε), οι ποιητές της διαφθορείς της πόλεως, ο λαός της ένα χυδαίο κοπάδι αφημένο στα πάθη και τις ψευδαισθήσεις. Πλαστογραφεί ενσυνείδητα την ιστορία, είναι ο πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ' των Νόμων), θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών. Θέλει να εγκαθιδρύσει μια πόλη εκτός χρόνου και ιστορίας, που θα κυβερνάται όχι από τον λαό της, άλλα από τους «φιλοσόφους». Αλλά είναι επίσης - και αντίθετα προς όλη την προηγούμενη ελληνική πείρα, όπου οι φιλόσοφοι είχαν δείξει μια φρόνηση πραγματική, μια σωφροσύνη στην πράξη - ο πρώτος που εγκαινίασε αυτή τη βασική μωρία, η όποια έκτοτε, και τόσο συχνά, θα χα­ρακτηρίζει τους φιλοσόφους και τους διανοουμένους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να γίνει σύμβουλος του πρίγκιπα, στην πραγματικότητα του τυράννου - φιλοδοξία των φιλοσόφων και των διανοουμένων, που δεν έπαυσε έκτοτε - και αποτυγχάνει αξιοθρήνητα, αφού αυτός ο φίνος ψυχολόγος και ο θαυμάσιος πορτρετίστας εκλαμβάνει τους βλάκες για φωστήρες και τον τύραννο Διονύσιο των Συρακουσών για δυνάμει βασιλέα-φιλόσοφο, το ίδιο όπως είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ο Heidegger θα εκλάβει τον Χίτλερ και τον ναζισμό ως τις ενσαρκώσεις του πνεύματος του γερμανικού λαού και της ιστορικής αντίστασης εναντίον της βασιλείας της τεχνικής. Ο Πλάτων είναι εκείνος που εγκαινιάζει την εποχή των φιλοσόφων που αποσπώνται από την πόλη, αλλά ταυτοχρόνως, κάτοχοι της αλήθειας, θέλουν να της απαγορεύσουν νόμους παραγνωρίζοντας τελείως την θεσμίζουσα δημιουργικότητα του λαού, και οι οποίοι φιλόσοφοι, αδύναμοι πολιτικά, έχουν ως ύψιστη φιλοδοξία τους να γίνουν σύμβουλοι του πρίγκιπα.

Δεν αρχίζει όμως με τον Πλάτωνα, και δικαιολογημένα, αυτή η άλλη αξιοθρήνητη πλευρά της δραστηριότητας των διανοουμένων απέναντι στην ιστορία, δηλαδή η εκλογίκευση του πραγματικού, με άλλα λόγια η νομιμοποίηση των υπαρχουσών εξουσιών. Η λατρεία του τετελεσμένου γεγονότος είναι οπωσδήποτε άγνωστη και αδύνατη ως στάση πνευματική στην Ελλάδα. Πρέπει να κατεβούμε ως τους Στωικούς για να αρχίσουμε να βρίσκουμε τέτοια σπέρματα. Είναι αδύνατο να συζητήσουμε εδώ και τώρα τις απαρχές αυτής της τάσης, που προφανέστατα επανασυνδέεται, μέσω μιας τεράστιας παράκαμψης, με τις αρχαϊκές και παραδοσιακές φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, για τις όποιες οι εκάστοτε υπάρχοντες θεσμοί είναι ιεροί, και η όποια κατορθώνει τον άθλο να θέσει τη φιλοσοφία, από δημιουργίας της συστατικό στοιχείο της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξεως, στην υπηρεσία της διατήρησης αυτής της τάξεως. Ωστόσο είναι αδύνατο να μη δούμε τον Χριστιανι­σμό, από τις πρώτες μέρες του, ως τον ρητό δημιουργό των πνευματικών, αισθηματικών, υπαρξιακών θέσεων, οι όποιες θα στηρίξουν επί δεκαοκτώ και πλέον αιώνες την καθαγίαση των υπαρχουσών εξουσιών. Το «απόδοτε τα Καίσαρος τω Καίσαρι» μόνο σε συνάρτηση με το «πάσα εξουσία εκ Θεού» μπορεί να ερμηνευθεί. Η αληθινή χριστιανική βασιλεία δεν είναι αυτού τού κόσμου και εξάλλου ή ιστορία αυτού του κόσμου, καθιστάμενη ιστορία της Σωτηρίας, αυτομάτως καθαγιάζεται ως προς την ύπαρξή της και τον «προσανατολισμό» της, δηλαδή στο ουσιαστικό της «νόημα». Εκμεταλλευόμενος για τούς δικούς του σκοπούς το ελληνικό φιλοσοφικό οπλοστάσιο, ο Χριστιανισμός θα προσφέρει επί δεκαπέντε αιώνες τις απαραίτητες συνθήκες για την αποδοχή του «πραγματικού» ως έχει, μέχρι που ο Καρτέσιος θα φτάσει να πει: «προτιμάω να αλλάξω ο ίδιος παρά ν’ αλλάξω την τάξη του κόσμου», και προφανώς ως την κυριολεκτική αποθέωση της πραγματικότητας στο εγελιανό σύστημα («ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό»). Παρά τα φαινόμενα, στον ίδιο κόσμο, κόσμο ουσιαστικά θεολογικό, α- πολιτικό, α-κριτικό, ανήκουν και ο Nietzsche, που διακηρύσσει «την αθωότητα του γίγνεσθαι», και ο Heidegger, που παρουσιάζει την ιστορία ως Ereignis και Geschick, έλευση του Είναι και δωρεά/προορισμό του Είναι και από το Είναι. Πρέπει κάποτε να τελειώνουμε μ’ αυτό το εκκλησιαστικό, ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό σέβας. Πρέπει τελικά να μιλήσουμε για τη σύφιλη αυτής της οικογένειας, της οποίας προφανώς τα μισά μέλη πάσχουν από γενικευμένη παράλυση. Πρέπει να πιάσουμε από το αυτί τον θεολόγο, τον εγελιανό, τον νιτσεϊκό, τον χαϊντεγκεριανό, και να τους οδηγήσουμε στα στρατόπεδα της Κόλυμα, του Άουσβιτς, στα ρωσικά ψυχιατρεία, στις αίθουσες βασανιστηρίων της αργεντινής αστυνομίας, και να απαιτήσουμε να μας εξηγήσουν εδώ* και τώρα και δίχως υπεκφυγές το νόημα των εκφράσεων «πάσα εξουσία εκ Θεού», «ό,τι είναι πραγματικό είναι και ορθολογικό», «αθωότητα του γί­γνεσθαι» ή «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμάτων».

Αλλά το πιο φανταστικό αμάλγαμα παρουσιάζεται όταν ο διανοούμενος πετυχαίνει, ύψιστο κατόρθωμα, να συνδέσει την κριτική της πραγματικότητας με τη λατρεία της δύναμης και της εξουσίας. Αυτό το κατόρθωμα γίνεται στοιχειώδες από τη στιγμή που κάπου εμφανίζεται μια «επαναστατική εξουσία». Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή χρυσή εποχή των συνοδοιπόρων, που μπόρεσαν να εξα­σφαλίσουν την πολυτέλεια μιας αντίθεσης φαινομενικά ανένδοτης εναντίον ενός τμήματος της πραγματικότητος, της πραγματικότητος «οίκοι», με την αποθέωση ενός άλλου τμήματος αυτής της ίδιας πραγματικότητες - εκεί κάτω, αλλού, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Κούβα, στην Αλγερία, στο Βιετνάμ ή και στην Αλβανία. Ελάχιστοι είναι, μέσα στα μεγάλα ονόματα της δυτικής ιντελιγκέντσιας, όσοι δεν έκαναν σε κάποια στιγμή μεταξύ του 1920 και του 1970, αυτήν «τη θυσία της συνείδησης», πότε - λιγότερο συχνά - με παιδαριώδη ευπιστία και άλλοτε - συχνότερα - με την πιο γελοία κατεργαριά. Ο Σαρτρ, βεβαιώνοντας απειλητικά: «Δεν μπορείτε να συζητάτε τις πράξεις του Στάλιν, εφόσον είναι ο μόνος που κατέχει τις πληροφορίες που τις δικαιολογούν», θα παραμείνει αναμφισβήτητα το πιο εύγλωττο δείγμα της αυτογελοιοποίησης του διανοουμένου.

Απέναντι σ’ αυτό το όργιο της ευσεβούς διαστροφής και της εκτροπής της χρήσης του λογικού, πρέπει να διακηρύξουμε έντονα αυτό το προφανές, που όμως παραμένει βαθιά παραχωμένο: Δεν υπάρχει κανένα προνόμιο της πραγματικότητος, ούτε φιλοσοφικό, ούτε κανονιστικό, το παρελθόν δεν αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν, και το παρόν δεν είναι μοντέλο, αλλά υλικό. Η παρελθούσα ιστορία του κόσμου δεν καθαγιάζεται και θα μπορούσε μάλλον να είχε καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον από το γεγονός ότι ή ιστορία αυτή έχει παραμερίσει άλλες ιστορίες όντως δυνατές. Οι ιστορίες αυτές έχουν ίση σημασία για το πνεύμα, ενδεχομένως μεγαλύτερη άξια για τις πρακτικές συμπεριφορές μας απ’ ό,τι η «πραγματική» ιστορία. Η  εφημερίδα μας δεν περιέχει, όπως πίστευε ο Hegel, τη «ρεαλιστική πρωινή μας προσευχή», αλλά μάλλον την καθημερινή σουρεαλιστική μας φάρσα. Περισσότερο από ποτέ, ενδεχομένως σήμερα. Ότι κάτι εμφανίζεται το 1987, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως και μέχρις αποδείξεως του εναντίου ένα ισχυρό τεκμήριο ότι αυτό το πράγμα ενσαρκώνει τη βλακεία, την ασχήμια, τη μοχθηρία και τη χυδαιότητα.

Αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση μιας αυθεντικής αποστολής του διανοουμένου στην ιστορία σημαίνει ασφαλώς, κατά πρώτον και κύριο λόγο, αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση της κριτικής του λειτουργίας. Ακριβώς διότι η ιστορία είναι πάντοτε, ταυτόχρονα, δημιουργία και καταστροφή, και η δημιουργία (όπως και η καταστροφή) άφορα το υψηλό εξίσου με το τερατώδες, για τον λόγο αυτό η διαύγαση και η κριτική αποτελούν καθήκον, περισσότερο παντός άλλου, εκείνου που εξ επαγγέλματος και ως εκ της θέσεώς του μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το καθημερινό και το πραγματικό: του διανοουμένου.
Εκείνου που βρίσκεται σε απόσταση, όσο τούτο είναι δυνατόν, και από τον ίδιο τον εαυτό του. Και αυτό δεν παίρνει μόνο τη μορ­φή της «αντικειμενικότητας», αλλά και τη μορφή του διαρκούς αγώνος να υπερβεί την ειδίκευσή του, να κατορθώσει έτσι ώστε να τον άφορα πάντοτε ό,τι είναι σημαντικό για τους ανθρώπους.
Αυτές οι στάσεις θα μπορούσαν να τείνουν βέβαια στον διαχωρισμό του υποκειμένου τους από τη μεγάλη μάζα των συγχρόνων τους. Αλλά υπάρχει διαχωρισμός και διαχωρισμός. Δεν θα βγούμε από τη διαστροφή που έδωσε τον χαρακτήρα της στον ρόλο των διανοουμένων από τον Πλάτωνα και εφεξής, και για μία ακόμη φορά εδώ και εβδομήντα χρόνια, παρά μόνο αν ο διανοούμενος ξαναγίνει πραγματικά πολίτης. Πολίτης δεν είναι (δεν είναι αναγκαστικά) το «ενεργό κομματικό μέλος», αλλά κάποιος πού διεκδικεί ενεργά τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και στα κοινά, στον ίδιο βαθμό με όλους τούς άλλους.

Κι εδώ προδήλως εμφανίζεται μια αντινομία, αντινομία που δεν επιδέχεται θεωρητική λύση και που μόνον ή φρόνησις μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε. Ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη όπως κι οι άλλοι, και φιλοδοξεί να απηχεί, de iure, την παγκοσμιότητα και την αντικειμενικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί σ’ αυτόν τον χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια που η υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και παγκοσμιότητά του επιτρέπουν. Οφείλει να αναγνωρίσει, και όχι σιωπηρά, ότι αυτο πού θέλει να ακουστεί είναι μια ακόμη δόξα, και όχι μια επιστήμη. Πρέπει κυρίως να αναγνωρίσει ότι ή ιστορία είναι ή περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, ανδρών και γυναικών, λογίων και αναλφάβητων μιας ανθρωπότητας, όπου o ίδιος o διανοούμε­νος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι, να πει στο λαό: κάνετε λάθος! - ιδού τι πρέπει ακόμη να απαιτούμε από τον διανοούμενο. Ο Σωκράτης μπόρεσε να το κάνει στη δίκη των Αργινουσών - η περίπτωση εμφανίζεται, εκ των ύστερων, προφανής, εκτός του ότι o ίδιος στηριζόταν σ’ έναν τυπικό κανόνα δικαίου. Τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο σκοτεινά. Κι εδώ, μόνο η φρόνηση και το γούστο, η καλαισθησία, μπορούν να μας επιτρέψουν να ξεχωρίσουμε την αναγνώριση της δημιουργικότητας του λαού από την τυφλή λατρεία της «δύναμης των γεγονότων». Και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι βρίσκουμε αυτόν τον όρο στο τέλος αυτών των παρατηρήσεων. Αρκούσε να διαβάσει κανείς πέντε γραμμές του Στάλιν για να καταλάβει ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό το πράμα.


Το παραπάνω κείμενο βρίσκεται στο βιβλίο "Ο θρυμματισμένος κόσμος" που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Ύψιλον.



Το κείμενο είναι αναδημοσίευση κειμένου που δημοσιεύτηκε στο Ιστολόγιο: ΚΟΙΤΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (http://afterhistory.blogspot.gr), στις 25 Δεκεμβρίου του 2013 με αφορμή την επέτειο θανάτου του Έλληνα φιλοσόφου στις 26 Δεκεμβρίου του 1997.


* Αντικατέστησα τη γραφή "αιδώ", όπως υπάρχει στην ανάρτηση του κειμένου απ' όπου και η αναδημοσίευση, με το "εδώ". Δεν γνωρίζω αν ο Καστοριάδης γράφει "αιδώ", θέλοντας ίσως να κάνει λογοπαίγνιο. Επίσης αφαίρεσα τόνους από άρθρα και το αναφορικό "που" , όπως και διόρθωσα το "πράττει" σε "πράττειν". Στην αναφορά στον Χάιντεγκερ, αντικατέστησα το "είναι" με το "Είναι". Επίσης διατήρησα την έντονη και πλάγια γραφή καθώς και τους χωρισμούς των παραγράφων όπως αυτά υπάρχουν στην αρχική ανάρτηση, δίχως να γνωρίζω αν υπάρχουν και στην επίσημη έκδοση ή στο κείμενο του φιλοσόφου.









Jose Manuel Ballester, Ισπανός φωτογράφος

Estudio del artista, 2008

Photography on Fuji Cristal Archiv
47,24 x 39,37 inch

www.josemanuelballester.com  > (English) Exhibitions  > Concealed Spaces > page 2



κάτω, στη λεπτομέρεια:
Κλειώ, η Μούσα της Ιστορίας 










κάτω:

Salvador Dali (1904-1989) Ισπανός ζωγράφος


(Phenomenologic Theory of Furniture-Nutrition)

1934









Το Φάντασμα του Βερμέερ από το Ντελφτ,
το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τραπέζι
(Φαινομενολογική Θεωρία της Επίπλωσης-Διατροφής)




Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Robert Graves - To Juan at the Winter Solstice




William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - Bacchante (1894)






Dwell on her graciousness, dwell on her smiling,
Do not forget what flowers
The great boar trampled down in ivy time.








Robert Graves reads his poem 'To Juan at the Winter Solstice'



To Juan at the Winter Solstice


There is one story and one story only
That will prove worth your telling,
Whether are learned bard or gifted child;
To it all lines or lesser gauds belong
That startle with their shining
Such common stories as they stray into.

Is it of trees you tell, their months and virtues,
Or strange beasts that beset you,
Of birds that croak at you the Triple will?
Or of the Zodiac and how slow it turns
Below the Boreal Crown,
Prison of all true kings that ever reigned?

Water to water, ark again to ark,
From woman back to woman:
So each new victim treads unfalteringly
The never altered circuit of his fate,
Bringing twelve peers as witness
Both to his starry rise and starry fall.

Or is it of the Virgin's silver beauty,
All fish below the thighs?
She in her left hand bears a leafy quince;
When, with her right she crooks a finger smiling,
How may the King hold back?
Royally then he barters life for love.

Or of the undying snake from chaos hatched,
Whose coils contain the ocean,
Into whose chops with naked sword he springs,
Then in black water, tangled by the reeds,
Battles three days and nights,
To be spewed up beside her scalloped shore?

Much snow is falling, winds roar hollowly,
The owl hoots from the elder,
Fear in your heart cries to the loving-cup:
Sorrow to sorrow as the sparks fly upward.
The log groans and confesses
There is one story and one story only.

Dwell on her graciousness, dwell on her smiling,
Do not forget what flowers
The great boar trampled down in ivy time.
Her brow was creamy as the crested wave,
Her sea-blue eyes were wild
But nothing promised that is not performed.




full audio:

December 03, 1966, Hunter College, From the Academy Audio Archive

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Ρινόκερως











Σπηλαιογραφία Ρινόκερου 
πριν από 29.000 - 32.000 χρόνια
Σπήλαιο Chauvet-Pont-d'Arc, Νότια Γαλλία









Albrecht Dürer (1471-1528)
Rhinoceros, 1515








Salvador Dalí (1904-1989)
Rinoceronte vestido con puntillas, 1956  



Στην ταινία του Woody Allen "Midnight in Paris" του 2010, ένας πετυχημένος χολυγουντιανός σεναριογράφος, ο Τζιλ Πέντερ, βρίσκεται σε διακοπές στο Παρίσι με τη μνηστή του. Ο Τζιλ, που δεν τον ικανοποιεί η πετυχημένη καριέρα του, θέλει να γίνει συγγραφέας και να ζήσει στο Παρίσι για πάντα, παρά τις αντιρρήσεις της μνηστής του και των συντηρητικών και ευκατάστατων γονιών της. Πειραματίζεται πάνω σ' ένα μυθιστόρημα με ήρωα έναν εργαζόμενο σε ένα "παλαιοπωλείο αναμνήσεων". Κάποιο βράδυ που ο Τζιλ περπατά μόνος του στους δρόμους του Παρισιού, την ώρα που ακούγεται το ρολόι να χτυπά μεσάνυχτα, σταματά μπροστά του ένα αυτοκίνητο-αντίκα, που οι επιβάτες του τον προσκαλούν να μπει και να περάσουν το υπόλοιπο της νύχτας μαζί. Έτσι ο ήρωας μεταφέρεται στη δεκαετία του '20, όπου γι' αυτόν είναι η "χρυσή εποχή" και  γνωρίζεται με τον Κόουλ Πόρτερ, τη Ζοζεφίν Μπέικερ, το ζεύγος Φιτζέραλντ, τον Πικάσο και τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ ο οποίος συμφωνεί να δώσει το βιβλίο του στη Γερτρούδη Στάιν ώστε να τον βοηθήσει. Ερωτεύεται την ερωμένη του Πικάσο, Αντριάνα, την οποία όμως διεκδικεί και ο Χέμινγουεϊ. Στην παρακάτω σκηνή, ο Τζιλ, ακολουθώντας την Αντριάνα, η οποία φεύγοντας, του λέει πως θέλει να μείνει μόνη, συναντιέται με τον Σαλβαντόρ Νταλί:











Σε μια νυχτερινή βόλτα του Τζιλ με την Αντριάνα στο Παρίσι του 1920, μόλις φτάνουν τα μεσάνυχτα, εμφανίζεται μπροστά τους μια άμαξα με άλογα, στην οποία ανεβαίνουν και μεταφέρονται στα 1890, στην εποχή της "Μπελ Επόκ", όπου για την Αντριάνα, που και αυτή έχει βαρεθεί το παρόν της, αντιπροσωπεύει τη δική της "χρυσή εποχή". Μπαίνοντας σ' ένα καμπαρέ, γνωρίζονται με τον Τουλούζ Λοτρέκ και κάθονται στο τραπέζι τους ο Γκογκέν με τον Ντεγκά, ο οποίοι κάνουν λόγο για την πεζότητα του δικού τους παρόντος και πως η "χρυσή εποχή" γι' αυτούς είναι η περίοδος της Αναγέννησης. Ο Τζιλ ζητά συγνώμη από την συντροφιά και παίρνει την Αντριάνα παράμερα, όπου ακολουθεί η παρακάτω σκηνή:












Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Μνημοσύνης, Θυμίαμα Λίβανον












Dante Gabriel Rossetti (1828-1882)

detail










Ορφικός ύμνος

Μνημοσύνης
Θυμίαμα Λίβανον

Μνημοσύνην καλέω, Ζηνὸς σύλλεκτρον, ἄνασσαν,
ἣ Μούσας τέκνωσ' ἱεράς, ὁσίας, λιγυφώνους,
ἐκτὸς ἐοῦσα κακῆς λήθης βλαψίφρονος αἰεί,
πάντα νόον συνέχουσα βροτῶν ψυχαῖσι σύνοικον,
εὐδύνατον κρατερὸν θνητῶν αὔξουσα λογισμόν,
ἡδυτάτη, φιλάγρυπνος ὑπομνήσκουσά τε πάντα,
ὧν ἂν ἕκαστος ἀεὶ στέρνοις γνώμην κατάθηται,
οὔτι παρεκβαίνουσ',
ἐπεγείρουσα φρένα πᾶσιν.
ἀλλά, μάκαιρα θεά,
μύσταις μνήμην ἐπέγειρε
εὐιέρου τελετῆς, λήθην δ' ἀπὸ τῶν δ' ἀπόπεμπε.


απόδοση στα νέα ελληνικά:


Την Μνημοσύνη καλώ, ομόκλινη του Διός, άνασσα.
Που γέννησε τις Μούσες, τις ιερές, τις όσιες, τις γλυκόφωνες.
Που έχει τη μνήμη πέραν της βλαβερής για την καρδιά κακίας.
Που συνέχει κάθε ανθρώπινο νου, σύνοικο των ψυχών,
αυξάνοντας των θνητών το δυνατό και στέριο λογισμό.
Γλυκύτατη είναι και φιλάγρυπνη, υπενθυμίζοντας εκείνα
για τα οποία ο καθένας έχει στην ψυχή του σχηματίσει γνώμη.
Ούτε βέβαια παρεκτρέπεται,
μα διεγείρει το μυαλό σε όλους.
Αλλά, θεά μακάρια,
τη μνήμη ξύπνα στους μύστες της ιερής τελετουργίας
και διώξε απ' αυτούς τη λήθη.



ORPHIC HYMN

To MNEMOSYNE, or the GODDESS of MEMORY
The Fumigation from Frankincense


The consort I invoke of Zeus divine;
source of the holy, sweetly speaking Mousai nine;
free from the oblivion of the fallen mind,
by whom the soul with intellect is joined.

Reason’s increase and thought to thee belong,
all-powerful, pleasant, vigilant, and strong.
‘Tis thine to waken from lethargic rest
all thoughts deposited within the breast;
and nought neglecting, vigorous to excite
the mental eye from dark oblivion’s night.

Come, blessed power, thy mystics’ memory wake
to holy rites, and Lethe’s fetters break.  


_____________



Γράφει ο Ρόμπερτ Γκρέιβς στη Λευκή Θεά, (Κάκτος 1998, σελ. 458,459):

"[...] ο χρόνος, μολονότι εξαιρετικά χρήσιμη νοητική σύμβαση, δεν έχει μεγαλύτερη εγγενή αξία φερ' ειπείν από το χρήμα. Το να σκέπτεσαι με βάση τα μεγέθη του χρόνου συνιστά περίπλοκο και αφύσικο τρόπο σκέψης [...]

Προ ετών έγραφα για τη Μούσα:

Εάν ανείπωτα πράγματα συμβούν εκεί όπου βρίσκεται
Ώστε οι άνθρωποι να ισχυρίζονται πως ανοίγουν οι τάφοι
Και οι νεκροί περπατούν· ή πως το μέλλον
Γίνεται η μήτρα που αποβάλλεται το αγέννητο - 
Αυτά τα σημάδια δεν είναι για να αντικρίζουμε με δέος
Τις δίνες που σχηματίστηκαν μέσα στον Χρόνο
Από την ακαταμάχητη έλξη της αστραφτερής νοημοσύνης της 
Και μέσα από τον παντοτινό δισταγμό για τα στοιχεία. 


[...] Στην ποιητική πρακτική ο χρόνος ακινητοποιείται και συχνά λεπτομέρειες από προσδοκώμενες εμπειρίες ενσωματώνονται στο ποίημα, όπως συμβαίνει και στα όνειρα. Αυτό εξηγεί άλλωστε το γιατί η πρώτη Μούσα της ελληνικής τριάδας ονομαζόταν Μνημοσύνη· εκείνη που μπορούσε να διαθέτει μνήμη τόσο για το μέλλον όσο και για το παρελθόν. "




Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Θυμίαμα μετά μήκωνος









John William Waterhouse (1849-1917) Άγγλος ζωγράφος
Sleep and his Half-brother Death, 1874










Ορφικός ύμνος

Ύπνου
θυμίαμα μετά μήκωνος
(υποκαπνισμός από παπαρούνα)





Μήκων η Υπνοφόρος
Papaver somniferum - Opium Poppy



Ὕπνε, 
ἄναξ μακάρων πάντων θνητῶν τ᾽ ἀνθρώπων 
καὶ πάντων ζώιων, ὁπόσα τρέφει εὐρεῖα χθών· 
πάντων γὰρ κρατέεις μοῦνος καὶ πᾶσι προσέρχηι 
σώματα δεσμεύων ἐν ἀχαλκεύτοισι πέδηισι, 
λυσιμέριμνε, κόπων ἡδεῖαν ἔχων ἀνάπαυσιν 
καὶ πάσης λύπης ἱερὸν παραμύθιον ἔρδων· 
καὶ θανάτου μελέτην ἐπάγεις ψυχὰς διασώζων· 
αὐτοκασίγνητος γὰρ ἔφυς Λήθης Θανάτου τε. 
ἀλλά, μάκαρ, 
λίτομαί σε κεκραμένον ἡδὺν ἱκάνειν 
σώζοντ᾽ εὐμενέως μύστας θείοισιν ἐπ᾽ ἔργοις.  


Ώ ύπνε, συ ο βασιλεύς όλων των μακαρίων θεών και των θνητών ανθρώπων
και όλων των ζώων όσα τρέφει η ευρεία γη
διότι μόνος σου είσαι κυρίαρχος όλων και προσέρχεσαι εις όλους
και δεσμεύεις τα σώματα με δεσμά, που δεν είναι κατασκευασμένα από χαλκό.
Εσύ μας απαλλάσσεις από τις φροντίδες
και μας παρέχεις γλυκεία ανακούφιση από τους κόπους
και μας παρασκευάζεις για κάθε λύπη μια ιερή παρηγοριά
και μας φέρεις επίσης την άσκηση του θανάτου και διασώζεις τις ψυχές μας
διότι εσύ είσαι εκ φύσεως ο γνήσιος αδελφός της Λήθης και του θανάτου.
Αλλά, ώ μακάριε, 
σε παρακαλώ να έλθεις συγκερασμένος με γλυκύτητα
και να σώζεις ευνοϊκώς τους μύστες για τα θεϊκά έργα.  


Orphic Hymn

To Sleep [Hypnos]
The Fumigation from a Poppy

Sleep [Hypnos], king of Gods, and men of mortal birth, 
sov'reign of all sustain'd by mother Earth;
For thy dominion is supreme alone, o'er all extended, and by all things known.
'Tis thine all bodies with benignant mind in other bands than those of brass to bind:
Tamer of cares, to weary toil repose, 
from whom sweet solace in affliction flows.
Thy pleasing, gentle chains preserve the soul, 
and e'en the dreadful cares of death controul;
For Death [Thanatos] and Lethe with oblivious stream, 
mankind thy genuine brothers justly deem.
With fav'ring aspect to my pray'r incline, 
and save thy mystics in their works divine.



Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

στο απόλυτο κενό













    Αποκοιμήθηκα για πάντα
    και ξύπνησα όταν ο χρόνος είχε τελειώσει
    Κι εκεί
    μες το βαθύ σκοτάδι
    στο απόλυτο κενό
    νιώθω ένα άγγιγμα
    και μια φωνή μου λέει
    Δεν είναι τίποτα
    Είμαι εγώ για σ ένα







Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Ὁ θεός ἤλθοσαν ἔθνη












Rembrandt (Harmenszoon van Rijn) (1606-1669) Ολλανδός ζωγράφος


Ο Ιερεμίας θρηνεί την καταστροφή της Ιερουσαλήμ

Rijksmuseum - Amsterdam










Μανουήλ Δούκας Χρυσάφης (άκμασε μεταξύ 1440 και 1463)
ασματογράφος, τραγουδιστής, συνθέτης 
και θεωρητικός της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής

από Αγιορείτικο χειρόγραφο του 1815 (Πηγή: Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής, "Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453-1820", έκδοση Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1980).






Ο Θεός ήλθοσαν έθνη

Θρήνος για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης την 29η Μαΐου 1453.


Composer: Manuel Chrysaphes
Performers: Cappella Romana & Alexander Lingas
Album: "Music of Byzantium"





...Άγιε
Ὁ Θεός, ἤλθοσαν ἔθνη, ἤλθοσαν, ἤλθοσαν ἔθνη
εἰς τὴν κληρονομίαν σου,
ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου,
ἐμίαναν,
ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ἐμίαναν, Κύριε,
ἔθεντο τὰ θνησιμαῖα τῶν δούλων σου,
βρώματα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ,
τὰς σάρκας τῶν ὁσίων σου τοῖς θηρίοις τῆς γῆς·
ἐξέχεαν, ἐξέχεαν, ἐξέχεαν τὸ αἷμα αὐτῶν, Κύριε,
ἐξέχεαν τὸ αἷμα αὐτῶν ὡς ὕδωρ κύκλῳ Ιερουσαλημ,
καὶ οὐκ ἦν ὁ θάπτων.
ἐγενήθημεν, ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν,
μυκτηρισμὸς καὶ χλευασμὸς τοῖς κύκλῳ ἡμῶν.
ἕως πότε, Κύριε – πάλιν – ἕως πότε, κύριε,
ὀργισθήσῃ εἰς τέλος,
ἐκκαυθήσεται ὡς πῦρ ὁ ζῆλός σου;
ἕως πότε, κύριε
ἔκχεον τὴν ὀργήν σου,
ἔκχεον, ἔκχεον τὴν ὀργήν σου
ἐπὶ τὰ ἔθνη τὰ μὴ γινώσκοντά σε
σε καὶ ἐπὶ βασιλείας, αἳ τὸ ὄνομά σου οὐκ ἐπεκαλέσαντο...
μὴ μνησθῇς ἡμῶν ἀνομιῶν ἀρχαίων·
ἀλλὰ βοήθησον ἡμῖν ταχὺ
καὶ ἐλέησόν ἡμᾶς.




"Το μέλος O θεός ήλθοσαν έθνη ηχ πλ δ΄ είναι ένα ειδικό και μοναδικό στην ιστορία μέλος, το οποίο ο μεγάλος αυτός μουσικός του Βυζαντίου, και οικείος των δύο τελευταίων Βυζαντινών αυτοκρατόρων, έχει συνθέσει αποκλειστικά για την Άλωση (1453) της Κωνσταντινούπολης, «εις την ανάλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως», όπως σημειώνεται σε μεταγενέστερο χειρόγραφο (τέλος 18ου αι.). Πρόκειται για ένα θρηνώδες άσμα, επιτάφιο της Μεγάλης Πόλης (και της Μεγάλης Αυτοκρατορίας), και το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί ως η απαρχή των πολυάριθμων μετέπειτα λαϊκών θρήνων για τη χαμένη Βασιλεία. Στην ουσία, πρόκειται για μελοποίηση των πρώτων στίχων (1-8, με μικρές τροποποιήσεις και αναδιπλώσεις λέξεων) του οη΄ (78ου) Ψαλμού, του οποίου το κείμενο έχει ιδιαίτερη συμβολική αντιστοιχία προς το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός […]

Το πρωτότυπο αυτό μέλος του Χρυσάφη έχει συντεθεί αμέσως μετά την Άλωση, κάτω από την (αυτοπρόσωπη ασφαλώς) εμπειρία του συγκλονιστικού γεγονότος, και συμπεριλαμβάνεται στο σωζόμενο προσωπικό του αυτόγραφο, μια ογκοδέστατη Ανθολογία της Παλαιάς Παπαδικής (του έτους 1458, Μονή Ιβήρων, αρ. χφ 986, φ 451r-52r)."




Ψαλμοί του προφήτου και Βασιλέως Δαυίδ

Το βιβλίο των ψαλμών μαζί με τον Ιώβ - Παροιμιών - Άσμα Ασμάτων - Εκκλησιαστή - 
Σοφία Σειράχ και Σοφία Σολομώντος, 
αποτελούν τα Ποιητικά - Διδακτικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.
Το βιβλίο των Ψαλμών πήρε το όνομά του από το περιεχόμενό του, 
που είναι μια συλλογή από 150 ψαλμούς.


Ψαλμός ΟΗ΄.78


Ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ.

[με πλάγια και έντονα γράμματα, οι στίχοι που χρησιμοποιήθηκαν για τον παραπάνω Θρήνο]


1 Ο ΘΕΟΣ, ἤλθοσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν σου, ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ἔθεντο ῾Ιερουσαλὴμ ὡς ὀπωροφυλάκιον.

2 ἔθεντο τὰ θνησιμαῖα τῶν δούλων σου βρώματα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ, τὰς σάρκας τῶν ὁσίων σου τοῖς θηρίοις τῆς γῆς·

3 ἐξέχεαν τὸ αἷμα αὐτῶν ὡσεὶ ὕδωρ κύκλῳ ῾Ιερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἦν ὁ θάπτων.

4 ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, μυκτηρισμὸς καὶ χλευασμὸς τοῖς κύκλῳ ἡμῶν.

5 ἕως πότε, Κύριε, ὀργισθήσῃ εἰς τέλος, ἐκκαυθήσεται ὡς πῦρ ὁ ζῆλός σου;

6 ἔκχεον τὴν ὀργήν σου ἐπὶ τὰ ἔθνη τὰ μὴ γινώσκοντά σε καὶ ἐπὶ βασιλείας, αἳ τὸ ὄνομά σου οὐκ ἐπεκαλέσαντο,

7 ὅτι κατέφαγον τὸν ᾿Ιακώβ, καὶ τὸν τόπον αὐτοῦ ἠρήμωσαν.

8 μὴ μνησθῇς ἡμῶν ἀνομιῶν ἀρχαίων· ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου, Κύριε, ὅτι ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα.

9 βοήθησον ἡμῖν, ὁ Θεός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν· ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ρῦσαι ἡμᾶς καὶ ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν ἕνεκα τοῦ ὀνόματός σου,

10 μή ποτε εἴπωσι τὰ ἔθνη· ποῦ ἔστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; καὶ γνωσθήτω ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἡ ἐκδίκησις τοῦ αἵματος τῶν δούλων σου τοῦ ἐκκεχυμένου.

11 εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὁ στεναγμὸς τῶν πεπεδημένων, κατὰ τὴν μεγαλωσύνην τοῦ βραχίονός σου περιποίησαι τοὺς υἱοὺς τῶν τεθανατωμένων.

12 ἀπόδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν ἑπταπλασίονα εἰς τὸν κόλπον αὐτῶν τὸν ὀνειδισμὸν αὐτῶν, ὃν ὠνείδισάν σε, Κύριε.

13 ἡμεῖς δὲ λαός σου καὶ πρόβατα νομῆς σου ἀνθομολογησόμεθά σοι εἰς τὸν αἰῶνα, εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἐξαγγελοῦμεν τὴν αἴνεσίν σου.


Απόδοση στα Νέα Ελληνικά:


1 Θεέ, έθνη ήρθαν στην κληρονομιά σου· μόλυναν τον ναό σου τον άγιο· έκαναν την Ιερουσαλήμ σωρό από ερείπια·

2 έδωσαν τα πτώματα των δούλων σου για βρώση στα πουλιά τού ουρανού, τη σάρκα των οσίων σου στα θηρία τής γης.

3 Ξέχυσαν το αίμα τους σαν νερό ολόγυρα από την Ιερουσαλήμ, και δεν υπήρχε αυτός που θάβει.

4 Γίναμε όνειδος στους γείτονές μας, γελοιοποίηση και χλευασμός στους γύρω μας.

5 Μέχρι πότε, Κύριε; Θα οργίζεσαι για πάντα; Θα καίει η επιθυμία σου σαν φωτιά;

6 Ξέχυσε την οργή σου επάνω στα έθνη, που δεν σε γνωρίζουν, και επάνω στα βασίλεια, που δεν επικαλέστηκαν το όνομά σου·

7 επειδή, κατέφαγαν τον Ιακώβ, και ερήμωσαν το κατοικητήριό του.

8 Μη θυμηθείς τις αμαρτίες των αρχαίων εναντίον μας· ας μας προφτάσουν γρήγορα οι οικτιρμοί σου, επειδή ταπεινωθήκαμε υπερβολικά.

9 Βοήθησέ μας, Θεέ τής σωτηρίας μας, ένεκα της δόξας τού ονόματός σου· και ελευθέρωσέ μας, και γίνε ελεήμονας στις αμαρτίες μας, ένεκα του ονόματός σου.

10 Γιατί να πουν τα έθνη: Πού είναι ο Θεός τους; Ας γνωριστεί στα έθνη, μπροστά μας, η εκδίκηση του αίματος των δούλων σου που χύθηκε.

11 Ας έρθει μπροστά σου ο στεναγμός τών δεσμίων· σύμφωνα με τη μεγαλοσύνη τού βραχίονά σου, σώσε τούς καταδικασμένους σε θάνατο·

12 και απόδωσε στους γείτονές μας επταπλάσια στον κόρφο τους τον ονειδισμό τους, με τον οποίο σε ονείδισαν, Κύριε.

13 Εμείς, όμως, ο λαός σου, και τα πρόβατα της βοσκής σου, θα σε δοξολογούμε στον αιώνα· από γενεά σε γενεά θα αναγγέλλουμε την αίνεσή σου.




Για τους Ψαλμούς έχει γραφτεί στην Ορθόδοξη Παράδοση:


“Οἱ ψαλμοί ἕνα θεόπνευστο βιβλίο γιά ὅλες τίς περιπτώσεις τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

Οἱ ψαλμοί εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνας ἁγιορείτης Γέροντας κρατώντας τό ψαλτήρι ἔλεγε: Ὁ Θεός ἔσκυψε καί εἶπε στό παιδί του τόν Δαβίδ αὐτά πού θέλει ν' ἀκούη!”


Ειδικά για τον Ψαλμό ΟΗ΄.78:


Μαθήματα ἀπό τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ.
Γιά νά συνετιστοῦν οἱ ἀχάριστοι ἄνθρωποι.
Ὅταν οἱ ἐχθροί θέλουν νά βεβηλώσουν τόν οἶκο τοῦ Θεοῦ ἐσύ νά προσευχηθῆς μέ αὐτόν τόν ψαλμό.
Γιά νά προφυλάξη ὁ Θεός τά χωριά ἀπό ληστεῖες καί καταστροφές ἀπό ἐχθρικά στρατεύματα.
Ἐν θλίψει ἕνεκα διωγμῶν.
Ἐν καταστάσει στενοχωρίας καί ἀδημονίας.



Ο Ψαλμός αναφέρεται στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους κατά το έτος 587 (κατ' άλλους το 607) π.Χ. 



*










Guillaume Dufay (1397-1474) 
Ολλανδός συνθέτης της Πρώιμης Αναγέννησης

έργο του
Jan van Eyck (c.1390-1441)
Φλαμανδού ζωγράφου
που φιλοτέχνησε το 1432,
με τίτλο:
Προσωπογραφία νέου άνδρα.
Θεωρείται πως είναι προσωπογραφία του
Guillaume Dufay.




Lamentatio sanctae matris ecclesiae Constantinopolitanae
('Lament of the Holy Mother Church of Constantinople')

Composer: Guillame Dufay
Performers: Cappella Romana & Alexander Lingas
Album: "Music of Byzantium"

Α lament of the fall of Constantinople under the Ottoman Turks in 1453
Θρήνος για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453







Callixtinus





O tres piteulx de tout espoir fontaine,
Pere du filz dont suis mere esplorée,
Plaindre me viens a ta court souveraine,
De ta puissance et de nature humaine,
Qui ont souffert telle durté villaine
Faire à mon filz, qui tant m'a hounourée.

Dont suis de bien et de joye separée,
Sans qui vivant veule entendre mes plaints.
A toy, seul Dieu, du forfait me complains,
Du gref tourment et douloureulx oultrage,
Que voy souffrir au plus bel des humains.
Sans nul confort de tout humain lignage.


*


O most merciful fount of all hope,
Father of the son whose weeping mother I am:
I come to complain before your sovereign court,
about your power and about human nature,
which have allowed such grievous harm
to be done to my son, who has honored me so much.

For that I am bereft of all good and joy,
without anyone alive to hear my laments.
To you, the only God, I submit my complaints,
about the grievous torment and sorrowful outrage,
which I see the most beautiful of men suffer
without any comfort for the whole human race.


Πρόχειρη απόδοση στα Ελληνικά:


Ω φιλεύσπλαχνη πηγή της ελπίδας,
Πατέρα του γιου του οποίου η κλαίουσα μητέρα είμαι,
έρχομαι να παραπονεθώ ενώπιον του δικαστηρίου σου,
για τη δύναμη σου και για την ανθρώπινη φύση,
που επέτρεψαν τόσο βαριές πληγές
να γίνουν στο γιο μου, ο οποίος έχει τιμηθεί τόσο πολύ.

Για τ' ότι είμαι στερημένη από όλα τα καλά και τη χαρά,
χωρίς κανέναν ζωντανό να ακούει τα μοιρολόγια μου.
Σε εσένα, τον μόνο Θεό, υποβάλλω τα παράπονά μου,
για το τραγικό μαρτύριο και την αβάσταχτη οργή​​,
να βλέπω τον πιο όμορφο από τους ανθρώπους να υποφέρει
χωρίς καμία ανακούφιση για όλο το ανθρώπινο γένος.



Στο ποίημα ακούγεται η φωνή μιας μητέρας που θρηνεί για τα δεινά του γιου της και την αντιμετώπιση του Θεού και πατέρα του γιου της. Θυμίζει την Παναγία στο Θρήνο του Χριστού, αλλά και την προσωποποίηση της Εκκλησίας ως "μυθική μητέρα των πιστών". Πρόκειται για ένα τροποποιημένο απόσπασμα που προέρχεται από το Βιβλίο των Θρήνων (1.2). Το Βιβλίο περιέχει πέντε λυρικά ποιήματα (σε πέντε κεφάλαια) που θρηνούν την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους κατά το έτος 587 (κατ' άλλους το 607) π.Χ.
Το Βιβλίο αναγνωρίζει ότι ο Θεός επέφερε δίκαιη τιμωρία στην Ιερουσαλήμ εξαιτίας των σφαλμάτων του λαού της. Η συγγραφή του αποδίδεται στον Προφήτη Ιερεμία. 


Ο Θρήνος για την Αγία Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης πιθανότατα ανήκει σε μια σειρά τεσσάρων Θρήνων για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης που συνέθεσε ο Dufay και αναφέρεται για πρώτη φορά σε μία από τις επιστολές του προς τους Piero και Giovanni de 'Medici. Η επιστολή πρέπει να έχει γραφτεί στις 22 Φεβρουαρίου του 1454, αν και το ακριβές έτος δεν διευκρινίζεται στο κείμενο.