Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Στην Ευρώπη του Dr. Caligari: Ο κινηματογράφος του γερμανικού εξπρεσιονισμού

11 σχόλια:

  1. Πολύ εύστοχη και άμεση η εικαστική συντόμευση της ανάρτησης!
    Σκέφτομαι να ακολουθήσει κάτι σχετικό με το "σχεδιαζόμενο μέλλον" (ένα από τα σενάρια): γερμανικός ιδεαλισμός στη Ρωσία, ρωσικός κονστρουκτιβισμός στη Γερμανία και επερχόμενος ολοκληρωτισμός..
    Κι εγώ στο αντίπαλον δέος:
    αμερικάνα, αμερικάνα!

    φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πρέπει να αποσυνδεθούμε από τη φύση, λένε οι εξπρεσιονιστές, και να προσπαθήσουμε να απομονώσουμε την «πιο εύγλωττη έκφραση» ενός αντικειμένου.

      Πρέπει… να απομονώσουμε την πιο εύγλωττη έκφανση.

      Ο Γκαίτε λέει:

      Οι Γερμανοί είναι ωστόσο παράξενοι άνθρωποι! Τη μια με τις βαθυστόχαστες σκέψεις τους και την άλλη με τις ιδέες εκείνες που ακατάπαυστα αναζητούν και εισάγουν σε όλες τις φάσεις της ζωής, φθάνουν τελικά στο σημείο να δυσκολεύουν τη ζωή τους υπερβολικά

      [κι αυτό δεν θα μας πείραζε αν δεν θεωρούσαν εξ αυτού καθήκον τους να δυσκολεύουν και τις ζωές των μη Γερμανών - και συνεχίζει ο Γκαίτε:]

      Ας έχεις το θάρρος να αφήνεσαι στις εντυπώσεις σου… Και ας μη σε διακρίνει πάντοτε η άποψη ότι εκτός από τις ιδέες και τις αφηρημένες σκέψεις όλα τ’ άλλα είναι μάταια.

      Γκαίτε (Έκερμαν: Διάλογοι με τον Γκαίτε, 1827)

      Ο Νίτσε μόλις συνειδητοποίησε τι σημαίνει να είσαι Γερμανός, άφησε παρακαταθήκη στους συμπατριώτες του πως ο μόνος σκοπός/λύτρωση του γερμανισμού είναι να γίνει ελληνισμός, ενώ ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό τον περιέγραφε μάλλον σαν μια κακή προσπάθεια απομίμησης (και προσέγγισης) του ελληνικού πολιτισμού.

      Διαγραφή
  2. Σύμφωνα με τον Πλίνιο και τον Κικέρωνα οι κλασικοί έλληνες ζωγράφοι είχαν υιοθετήσει τον κανόνα της τετραχρωμίας, ο οποίος εξακολουθεί να εφαρμόζεται και στην ελληνιστική εποχή.

    Αναφορές στα τέσσερα αυτά χρώματα υπάρχουν στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, στην Δημόκριτο, τον Εμπεδοκλή, τους Πυθαγόρειους.

    Ο Εμπεδοκλής πίστευε ότι τα χρώματα είναι «τέτταρα, τοις στοιχείοις ισάριθμα, λευκόν, μέλαν, ερυθρόν, ωχρόν».

    Τα τέσσερα χρώματα συνδέονται με τα τέσσερα στοιχεία από τη μίξη των οποίων γεννιέται το σύμπαν. Ο συσχετισμός ανάμεσα στα τέσσερα στοιχεία και στα τέσσερα βασικά χρώματα επαναλαμβάνεται από τον Δημόκριτο. Κατά τους Πυθαγόρειους τα γένη των χρωμάτων ήταν «λευκόν τε και μέλαν ερυθρόν τε και ωχρόν». Είναι θεμιτό λοιπόν να υποθέσουμε ότι η χρήση της τετραχρωμίας είχε ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο.

    Πολλοί μελετητές δυσκολεύτηκαν να παραδεχτούν ότι μια ζωγραφική που είχε σπάσει τα όρια της διακοσμητικής τέχνης για να «εφεύρει» τους νόμους της αναπαράστασης του φυσικού κόσμου [από τον οποίο οι εξπρεσιονιστές θέλουν να αποσυνδεθούν] μπορούσε να περιορίσει την παλέτα της σε τέσσερα βασικά χρώματα, εκ των οποίων τα δύο (το άσπρο και το μαύρο) για την σύγχρονη ευαισθησία δεν είναι καν χρώματα. Σύμφωνα με τη θεωρία του Νεύτωνα, που καθορίζει άλλωστε γενικότερα τη σύγχρονη αντίληψη περί χρωμάτων, τα βασικά ή «πρώτα» χρώματα του φάσματος είναι το κόκκινο, το κίτρινο και το κυανό που αναμιγνυόμενα παράγουν τα τρία δευτερεύοντα ή σύνθετα χρώματα, το πορτοκαλί (κόκκινο + κίτρινο), το πράσινο (κυανό + κίτρινο), το ιώδες (κυανό + κόκκινο). Από τα χρώματα της αρχαίας ελληνικής τετραχρωμίας λείπει το κυανό και κατά συνέπεια το πράσινο και το ιώδες.
    Για κάποιον λοιπόν με διαμορφωμένη τη χρωματική του αντίληψη βάσει της θεωρίας των χρωμάτων του φάσματος είναι αδύνατο να πιστέψει ότι μπορεί να ζωγραφίσει κανείς, σε συνθήκες μάλιστα που μιμούνται το ατμοσφαιρικό φως [όπως γνωρίζουμε δυστυχώς, μόνο από περιγραφές, μια και έργα αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής δεν διασώζονται] χωρίς το κυανό και το πράσινο. Έμπρακτη απόδειξη του εναντίου αποτελεί το ψηφιδωτό της μάχης του Αλεξάνδρου που βρέθηκε στην Πομπηία. Θεωρείται αντίγραφο έργου του 4ου π.Χ. αι. που αποδίδεται στον Φιλόξενο από την Ερέτρια και πρόκειται για έργο που η απόδοση του χώρου και του ατμοσφαιρικού φωτός είναι πολύ προχωρημένη. Οι πολλαπλοί χρωματικοί τόνοι του έργου προέρχονται όλοι από την ανάμιξη ώχρας, γαιώδους κόκκινου, μαύρου και λευκού σε διάφορες αναλογίες και συνδυασμούς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Για το θέμα του μαύρου έχει διατυπωθεί η άποψη ότι πιθανόν οι αρχαίοι διέθεταν κάποια μαύρη χρωστική ουσία ικανή να παράγει κυανές αποχρώσεις. Πράγματι, το μαύρο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι, κυρίως αυτό της αιθάλης, όταν διαλύεται τόσο ώστε να φαίνεται από κάτω η άσπρη επιφάνεια πάνω στην οποία απλώνεται, παίρνει μια γαλαζωπή απόχρωση. Όταν δε ανακατευτεί με λευκό, δίνει ένα έντονο γαλάζιο. Ο ίδιος ο Πλίνιος μας πληροφορεί ότι το μαύρο που βγαίνει από την καύση της «τρυγίας» καλού κρασιού βγάζει μιαν απόχρωση όμοια με το ινδικό – το ίδιο αναφέρει και ο Βιτρούβιος. Μιλώντας για το ινδικό μας λέει ότι σε στέρεη κατάσταση είναι μαύρο (nigrum) κι όταν αραιωθεί δίνει μιαν απόχρωση κυανο-πόρφυρη.
    Άλλωστε και ο όρος ‘μέλαν’ στους αρχαίους, δεν σήμαινε «μαύρο» με τη στενή χρωματική σημασία αλλά σκούρο, βαθύ.
    Τα κυανά και πράσινα που μας δίνουν βέβαια οι αναμίξεις του ινδικού, δεν είναι έντονα, αλλά «ταπεινά», όπως θα ‘λεγε ο Κόντογλου. Η κλίμακα της αρχαίας τετραχρωμίας είναι μια κλίμακα με χαμηλές εντάσεις και αμβλυμμένες αντιθέσεις. Η επιλογή του περιορισμού σε τέσσερα χρώματα και στην κλίμακα των τόνων που παραγεται από τη μίξη τους δεν είναι αποτέλεσμα ανάγκης. Δεν έλειπαν οι τεχνικές δυνατότητες ή τα υλικά για μια πιο πολύχρωμη ζωγραφική (η χρήση του έντονου αιγυπτιακού κυανού, είναι άλλωστε γνωστή από αρχαιότατα χρόνια στον ελληνικό χώρο). Τα ‘ανθηρά’ χρώματα που αναφέρει ο Πλίνιος («χρώματα έντονα, φωτεινά, ξένα στην προέλευση και ακριβά», που συμβολίζουν κατά τον Πλίνιο «τη χλιδή και την πολυτέλεια που οδηγεί στην παρακμή των παραδοσιακών αξιών») ήταν γνωστά στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Η επιλογή της λιτότητας και της χρωματικής αυστηρότητας λοιπόν ήταν δίχως αμφιβολία ηθελημένη. Ο κανόνας της τετραχρωμίας χαρακτηρίζει και τα έργα όπου χρησιμοποιούνται και άλλα πιο ανθηρά χρώματα και διαποτίζει σαν μια κοινή γλώσσα την ελληνική ζωγραφική από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι τα ύστερα βυζαντινά.

    [Τα δύο τελευταία σχόλια είναι από δάνεια κειμένων της σημείωσης 1, της παραγράφου 50, του βιβλίου Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Περί της Αρχαίας Ελληνικής Ζωγραφικής, 35ο Βιβλίο της "Φυσικής Ιστορίας", των εκδόσεων ΑΓΡΑ.]

    Όταν διαθέτεις, λοιπόν, ένα μαύρο που προκύπτει απ’ το ηλιογέννητο σταφύλι (όταν αυτό γίνεται καλό κρασί), από το οποίο και προκύπτουν όλες οι ψυχρές αποχρώσεις της παλέτας σου, κι όταν το μαύρο αυτό, είναι το μαύρο της φιλοσοφικής σου θεώρησης (και της οπτικής αναπαράστασης) ενός κόσμου φωτεινού, στον οποίο οι αντιθέσεις αμβλύνονται αντί να εντείνονται (όπως στον εξπρεσιονισμό) ανήκεις οπωσδήποτε σε έναν άλλο κόσμο, από εκείνον που το «μαύρο» αποτελεί το οπτικό αντίστοιχο της ιδέας του απόλυτου μηδενός, της λήθης και του θανάτου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τα είπες τόσο περιεκτικά τα ουσιώδη...
    Το μαύρο εναρμονίζεται εδώ, δεν αυτονομείται, δεν κυριαρχεί, είναι ο θείος γνόφος, ο πόνος, η έξαρση και ο δυναμισμός που κλιμακώνονται μόνο και μόνο για να υπηρετήσουν τη "λογική" της ενότητας και της συμφιλίωσης των αντιθέτων. Γιατί στην ουσία θάνατος δεν υπάρχει...
    Ένα παραμύθι είναι κι αυτό που το χειρίζονται οι -όχι για πολύ- επιτήδειοι για να χειρίζονται...
    Και δεν είναι όλα αυτά μεταφυσική, γιατί δεν υφίσταται μεταφυσική, όλα είναι Φυσική και Χημεία, οι μέγιστες των επιστημών...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αλλά, επειδή το Άγιο Πνεύμα είναι ελεύθερο και πηγαίνει όπου θέλει, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα να εμφανίζεται και δια της παρουσίας/χρήσης του Ivory black, του «σύγχρονου», απόλυτου μαύρου του Νεύτωνα. Ωστόσο, όταν αυτό το μαύρο «επιλέγει», δια της «αισθητικής κρίσης» ενός ζωγράφου, να εμπλέξει την θεία παρουσία του σε έναν πίνακα, αυτό δεν σηματοδοτεί κατ’ αναγκαιότητα την εισβολή της ιδέας του θανάτου στο έργο, αλλά ίσως πρόκειται «απλώς» για ένα πέρασμα των Ιερών Ελεφάντων που από ένστικτο κινούνται προς τα Ηλύσια Πεδία τους, μια και το Ivory black (το πιο καλυπτικό μάυρο) παράγεται από την καύση ελεφαντόδοντου. Αποτελεί δηλαδή μια μεταμόρφωση του φιλντισένιου λευκού.

    φίλντισι < τουρκική fildişi από fil(ελέφαντας) + diş(δόντι) + i(κτητική κατάληξη)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Στα Ηλύσια Πεδία, όπου επικρατούσε αιώνια άνοιξη, υπήρχαν και οι πηγές της Λήθης απ’ τις οποίες ανάβλυζε νέκταρ που έκανε τους νεκρούς να λησμονούν όλα τα γήινα δάκρυα και τις κακουχίες. Μπορεί επομένως να σχηματιστεί κάλλιστα η ιδέα πως η α-λήθεια, είναι το αιώνιο βασανιστήριο εκείνων των νεκρών που δεν βρίσκονται στα Ηλύσια Πεδία, αλλά στα Τάρταρα, όπου και βασανίζονται επειδή ακριβώς δεν μπορούν να λησμονήσουν τα γήινα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Λήθη υπήρξε και στα Ηλύσια Πεδία, Λήθη ήταν και ένας από τους ποταμούς του Άδη... κι εδώ ο δυισμός;
    Γιατί στους μύθους των αρχαίων, απ' όποια ιερατεία κι αν προέρχονταν, Ηλύσια Πεδία και Άδης βρίσκονταν στο ίδιο πεδίο, το αστρικό, μία κλίμακα παραπάνω από το γήινο, όπου φαίνεται να επικρατεί ο δυισμός, έκφραση βέβαια κι αυτή της βαθύτερης ενότητας των αντιθέτων.

    Έως τότε όλοι οι άνθρωποι, δίκαιοι και μη, πέθαιναν τον αστρικό θάνατο (δηλ. δεσμεύονταν στο αστρικό πεδίο), όπως τον γνωρίζουμε λ.χ. από τη Νέκυια του Ομήρου, και αργότερα τον Δάντη κλπ. Η Ανάσταση του Χριστού ήταν νίκη επί του αστρικού θανάτου, απελευθέρωση της ψυχής από το αστρικό πεδίο και τον δυισμό.

    {Αν και προσωπικά, έχω μάθει να τα καταφέρνω με τον δυισμό και να μην στεναχωριέμαι: υπάρχει θεός και θεός, διάολος και διάολος,άνθρωπος και άνθρωπος, αγάπη και αγάπη, έρωτας και έρωτας, θάνατος και θάνατος, ζωή και ζωή - και πάει λέγοντας. Όλα χρωματίζονται από το νόημα της κάθε ιδιοσυγκρασίας...}
    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. υ.γ. Οι Ακαμαντίδες σας προτείνουν για σήμερα την πεντατονική κλίμακα...περνάνε όλα χωρίς δάκρυα, απωθημένα, γιατί...και λοιπά και λοιπά.

    http://www.youtube.com/watch?v=5rxSGeJ094o
    :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Σα να βγαίνει από τη γη αυτό το κομμάτι, άγριος και συνάμα τρυφερός κορμός με ρόζους απ’ όπου διακλαδίζονται αρμονικοί κλώνοι.

    …Οι Ακάμαντες ήρθαν και στον δικό μου νου, όταν έγραφα το σχόλιο για τα Ηλύσια Πεδία. Συλλογιζόμουν μάλιστα πως αυτοί, ακόμα κι αν πίνουν από τον ποταμό της Λήθης, ούτε ξεχνούν, ούτε λιποψυχούν με όσα θυμούνται, μια και κρατούν τη δύναμη και την ακμαιότητά τους και μετά το θάνατο – να θυμίσουμε εδώ πως Ακάμας (=ακούραστος), απ’ όπου και η Ακαμαντίδα Φυλή των αρχαίων Αθηνών, είναι αυτός που κρατά τη δύναμή του και νεκρός. Ενδεχομένως βέβαια να είναι πάντα εκεί, οι Ακάμαντες στο νου μας, και να είμαστε εμείς που κάποτε πηγαίνουμε (αν πηγαίνουμε) προς αυτούς, κι όχι αυτοί που έρχονται στο νου μας.

    Αλλά υπάρχουν – κατά τον δυισμό – και οι κοινοί νεκροί… όπου η μόνη ακάματος, είναι η επιτύμβια στήλη που κοσμεί το μνήμα τους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Φτύσε μας, φτύσε μας τότε :))
    Γιατί τα ειδωλολατρικά έθιμα πολύ τα εκτιμώ και τα τηρώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή