Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Αναγεννησιακός ανθρωπισμός







Gentile Bellini (1429-1507) 





Την άνοιξη του 1453 πάνω από 100.000 στρατιώτες πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη και τον Μάιο του ίδιου έτους ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής την κατέκτησε. Η Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν ένας από τους τελευταίους συνδέσμους μεταξύ του κόσμου της αρχαίας κλασικής Ρώμης και την Ιταλία του 15ου αιώνα. Έπαιζε το ρόλο διαύλου της γνώσης του κλασικού πολιτισμού της αρχαιότητας, κυρίως χάρη στην πατρωνία του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄. Η στενή του σχέση με τις πολιτικές φιλοδοξίες και τις πολιτισμικές προτιμήσεις των Ιταλών ομολόγων του τον ώθησαν να προσλάβει Ιταλούς ουμανιστές, οι οποίοι "διάβαζαν καθημερινώς στο σουλτάνο  έργα αρχαίων ιστορικών, όπως του Λαέρτιου, του Ηρόδοτου, του Λίβιου, του Κόιντου Κούρτιου, αλλά και τα χρονικά των Παπών και των Βασιλέων της Λομβαρδίας". Εάν η Αναγέννηση ήταν συνυφασμένη με την αναβίωση των αρχαίων κλασικών ιδεωδών, τότε ο Μωάμεθ ήταν ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της. Η βιβλιοθήκη του, μεγάλο μέρος της οποίας φυλάσσεται μέχρι σήμερα στο παλάτι Τοπ Καπί της Κωνσταντινούπολης, ξεπερνούσε σε μεγαλείο αυτή των Μεδίκων και των Σφόρτσα [Sforza] της Ιταλίας και περιλάμβανε αντίγραφα της Γεωγραφίας του Πτολεμαίου, της Ιλιάδας του Ομήρου και άλλων κειμένων στα ελληνικά, τα εβραϊκά και τα αραβικά. Συνέκρινε ανοιχτά τα επεκτατικά του κατορθώματα με αυτά του Μεγάλου Αλεξάνδρου και θεωρούσε τον εαυτό του ένα νέο Καίσαρα με το όραμα να κατακτήσει τη Ρώμη και να συνενώσει τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες: τον Χριστιανισμό, το Ισλάμ και τον Ιουδαϊσμό. [...]   





Γεώργιος Τραπεζούντιος
(Χάνδακας Κρήτης 1395- Ρώμη 1472) 
Το Νοέμβριο του 1466 ο Γεώργιος ο Τραπεζούντιος, ένας από τους γνωστούς ουμανιστές λογίους του 15ου αιώνα, εγκλείσθηκε στις φυλακές της Ρώμης κατ' εντολή του πάπα Παύλου Β΄. Από την άφιξή του στη Βενετία 50 χρόνια πριν τη φυλάκισή του, ο Έλληνας λόγιος Γεώργιος είχε καθιερωθεί ως εξαίρετος εκπρόσωπος των νέων πνευματικών και καλλιτεχνικών τάσεων της εποχής, εμπνευσμένος κατ' εξοχήν από τους κλασικούς συγγραφείς της αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης. Χρησιμοποιώντας τις βαθιές γνώσεις του στην ελληνική και λατινική γλώσσα, δημοσίευσε εγχειρίδια ρητορικής και λογικής καθώς και σχόλια και μεταφράσεις έργων των Αριστοτέλη και Πλάτωνα, που συντέλεσαν στη γενική αποδοχή του ως επιφανούς λογίου.      



Ως το 1450 ο Γεώργιος είχε αναλάβει καθήκοντα παπικού γραμματέως και βασικού λέκτορα στη νέα σειρά ουμανιστικών διαλέξεων του Studio Romano με το όνομα ανθρωπιστικές σπουδές (studia humanitatis) υπό την πατρωνία του πάπα Νικολάου Ε΄. Ωστόσο, κάποιοι νεότεροι ουμανιστές λόγιοι άρχισαν να ασκούν κριτική στις μεταφράσεις του Γεωργίου. Το 1465 ο Γεώργιος μετέβη στη νέα πρωτεύουσα του Μωάμεθ Β΄του Πορθητή, την Ισταμπούλ, την Κωνσταντινούπολη. Ο Γεώργιος, όντας ενήμερος για το ενδιαφέρον του Μωάμεθ στα γράμματα, έγραψε έναν πρόλογο στη μετάφραση της Γεωγραφίας του Πτολεμαίου, όπου αφιέρωνε το έργο στο σουλτάνο, αφού, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, "δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο σε αυτή τη ζωή από το να υπηρετεί κανείς ένα σοφό βασιλέα που φιλοσοφεί πάνω στα σπουδαιότερα θέματα". Ο Γεώργιος αφιέρωσε στο σουλτάνο και τη συγκριτική του μελέτη στον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, ενώ επιστρέφοντας στη Ρώμη, συνέγραψε μια σειρά επιστολών προς το σουλτάνο, ισχυριζόμενος ότι "δεν υπήρξε ποτέ πριν ούτε και θα υπάρξει άλλος άνθρωπος στον οποίο ο Θεός να έχει δώσει μεγαλύτερη ευκαιρία για την απόλυτη διακυβέρνηση του κόσμου". Στις ρητορικές παθιασμένες επιστολές και αφιερώσεις του, ο Γεώργιος έβλεπε προφανώς στο πρόσωπο του σουλτάνου τον ιδανικό πάτρωνα για τις ακαδημαϊκές του υπηρεσίες. Όταν ο πάπας πληροφορήθηκε τις στενές σχέσεις του Γεωργίου με το σουλτάνο δυσαρεστήθηκε και διέταξε τη φυλάκισή του. Φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα και μετά από μια αποστολή στη Βουδαπέστη, επέστρεψε στη Ρώμη όπου είδε τα έργα του στη ρητορική και τη διαλεκτική να λαμβάνουν νέες διαστάσεις μέσω μιας καινούργιας ανακάλυψης: της τυπογραφίας.[...]  




Πετράρχης (1302-1374) 
Η ιστορία του αναγεννησιακού ανθρωπισμού ξεκινά με τον Ιταλό συγγραφέα και λόγιο του 14ου αιώνα, τον  Πετράρχη [Petrarca], που συνδεόταν με την παπική έδρα στην Αβινιόν της Γαλλίας, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως συμβολαιογράφος, δηλαδή λόγιος επιφορτισμένος με το καθήκον να διαχειρίζεται τους όγκους εγγράφων που προέκυπταν από τις παπικές συναλλαγές. Ο Πετράρχης ενδιαφερόταν κατ' εξοχήν για τις ρητορικές και στιλιστικές ιδιότητες των κειμένων κλασικών Ρωμαίων συγγραφέων που είχαν παραμεληθεί, και καταπιάστηκε ιδιαίτερα  με έργα  του Κικέρωνα, του Λίβιου και του Βιργίλιου. [...]

Ο Πετράρχης επιδόθηκε σε εντατικές έρευνες σε βιβλιοθήκες και μονές για την ανεύρεση κλασικών κειμένων και το 1333 ανακάλυψε το χειρόγραφο ενός ρητορικού λόγου του Ρωμαίου πολιτικού και ρήτορα Κικέρωνα (106-43 π.Χ.), του περίφημου Λόγου υπέρ Αρχίου (Pro Archia), όπου γίνεται λόγος για τις αρετές των ανθρωπιστικών σπουδών (de studiis humanitatis)Ο Πετράρχης περιέγραψε τον λόγο ως "βρίθων εξαιρετικών φιλοφρονήσεων προς τους ποιητές". Ο Κικέρων έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τον Πετράρχη και τη μετέπειτα εξέλιξη του ανθρωπισμού, επειδή προσέφερε έναν νέο τρόπο σκέψης σχετικά με το πώς το καλλιεργημένο άτομο μπορούσε να συνενώσει τη φιλοσοφική και στοχαστική πλευρά του βίου με την ενεργό και δημόσια διάστασή του.  [...]


Αυτό ήταν το μανιφέστο του ανθρωπισμού κατά τον Πετράρχη: η συνένωση της φιλοσοφικής αναζήτησης για την ατομική αλήθεια με την πρακτική ικανότητα να λειτουργεί κανείς αποτελεσματικά στους κόλπους μιας κοινωνίας μέσω της χρήσης της ρητορικής και της πειθούς. Προκειμένου να αποκτήσει την ιδανική ισορροπία, ο πολιτισμένος άνθρωπος έπρεπε να εκπαιδευτεί σκληρά στις ανθρωπιστικές σπουδές, δηλαδή στη γραμματική, τη ρητορική, την ποίηση, την ιστορία και την ηθική φιλοσοφία. 


Αυτό ήταν ένα ευφυές επιχείρημα που έδωσε στους πρώτους ουμανιστές μεγαλύτερη δύναμη και κύρος από τους σχολαστικούς προκατόχους τους. Ο σχολαστικισμός του Μεσαίωνα εκπαίδευε τους σπουδαστές στη λατινική γλώσσα, την επιστολογραφία και τη φιλοσοφία, οι καθηγητές και διανοούμενοι όμως ήταν συνήθως υποδεέστεροι των αρχών τις οποίες υπηρετούσαν, όπως η Εκκλησία. Ο ορισμός του πολιτισμένου ανθρωπιστή από τον Κικέρωνα, ως ανθρώπου ικανού να φιλοσοφεί σε θέματα της ανθρωπότητας και παράλληλα ως εκπαιδευτή της αριστοκρατίας σε θέματα δημόσιας ρητορικής και πειθούς, έδωσε στον ουμανισμό και τους οπαδούς του μεγαλύτερη αυτονομία να "πωλούν" τις ιδέες τους σε κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς. Παρ' όλα αυτά ο ανθρωπισμός δεν υπήρξε ποτέ ένα σαφώς πολιτικό κίνημα, αν και σε κάποιους οπαδούς του άρεσε η ιδέα να υιοθετούνται τα ανθρωπιστικά ιδανικά από πολιτικές ιδεολογίες όπου και όταν αυτό ήταν ωφέλιμο. Οι ανθρωπιστές παρουσίαζαν τον εαυτό τους ως ειδήμονες επί του ρητορικού λόγου και όχι της πολιτικής. Είναι συχνά λανθασμένο να θεωρούμε ότι τα θέματα των ουμανιστικών κειμένων είχαν κάποιο πραγματικό αντίκρυσμα. Τέτοια κείμενα ήταν συχνά επίσημες υφολογικές και ρητορικές ασκήσεις, με έμφαση στη διαπραγμάτευση ενός θέματος μέσω της διαλεκτικής αντιπαράθεσης πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων. Ο θρίαμβος του ουμανισμού έγκειται στην ικανότητά του να θέτει σε χρήση την επιδεξιότητα στη ρητορική, τη ρητορεία και τη διαλεκτική, με σκοπό να πείσει μια μεγάλη μερίδα πιθανών πολιτικών πατρώνων για τη χρησιμότητα των υπηρεσιών αυτών, είτε αυτοί ήταν δημοκρατικοί είτε μονάρχες.



Ως τα μέσα του 15ου αιώνα οι πρακτικές του ανθρωπισμού είχαν εξαπλωθεί σε σχολεία, πανεπιστήμια και βασιλικές Αυλές. Η έμφαση που δινόταν στη ρητορική και τη γλώσσα προσέδωσε κύρος στο βιβλίο ως υλικού και πνευματικού αντικειμένου. Η αναθεώρηση του ανθρωπισμού σε θέματα ομιλίας, μετάφρασης, ανάγνωσης και γραφής της λατινικής περιστρεφόταν κυρίως γύρω από το βιβλίο ως το τελευταίο φορητό αντικείμενο μέσω του οποίου διαδίδονταν οι ιδέες αυτές. Πώς όμως λειτουργούσαν σε πρακτικό επίπεδο τα ανθρωπιστικά ιδεώδη;  Ένα εξαιρετικά εύστοχο παράδειγμα μεταξύ της θεωρίας του ουμανισμού και της πρακτικής του έκφανσης στις αίθουσες διδασκαλίας προέρχεται από τη ζωή του πιο αξιοσέβαστου ανθρωπιστή δασκάλου, του Γκουαρίνο Γκουαρίνι [Guarino Guarini] από τη Βερόνα (1374-1460). 









Guarino Guarini (της Βερόνας -1374-1460)


Ξεκινώντας  ο Guarino σπουδές στη  λατινική λογοτεχνία, την περιέργειά του κέντρισαν οι κλασικοί Έλληνες συγγραφείς στα έργα των οποίων η λατινική  συχνά παρέπεμπε, κι έτσι αποφάσισε να ξεκινήσει τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας. Εκείνη την εποχή, όμως, δεν ήταν ακόμα δημοφιλής στην Ιταλία η διδασκαλία των ελληνικών και  ο μόνος τρόπος για να μάθει ήταν να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, το 1388 μετακόμισε στη βυζαντινή πρωτεύουσα, όπου εισήχθη στη σχολή του Εμμανουήλ Χρυσολωρά, λογίου και ανθρώπου των γραμμάτων, ο οποίος αποφάσισε να τον αναλάβει.
Οι σπουδές του, ωστόσο, διακόπηκαν απότομα όταν το 1393 οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος έστειλε τον Χρυσολωρά στην Ιταλία για να αναζητήσει βοήθεια. Μετά, όμως, από πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς, ο Guarino είχε επιτύχει πλήρη ευχέρεια στην ελληνική και  μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην Ιταλία.












Ο Guarino  εργαζόταν για τη δυναστεία των Έστε της Φερράρα, όπου και έδινε διαλέξεις ως καθηγητής ρητορικής από το 1436. 

Η επιτυχία του Γκουαρίνο ως καθηγητή οφειλόταν στην ικανότητα του να "πουλά" τόσο στους μαθητές του όσο όσο και στους προστάτες του ένα όραμα ανθρωπιστικής παιδείας  που συνδύαζε τις πολιτισμένες ανθρώπινες αξίες με τις πρακτικές κοινωνικές ικανότητες, απαραίτητες για την κοινωνική ανέλιξη.[...]   

Ωστόσο οι αίθουσες όπου δίδασκε ο Γκουαρίνο δεν παρήγαγαν πάντοτε ανθρωπιστές αριστοκράτες πολίτες όπως υποσχόταν. Η εκπαίδευσή τους περιλάμβανε επίπονη ενασχόληση με τη γραμματική και τη ρητορική, βασισμένη σε λεπτομερείς σημειώσεις, μηχανική αποστήθιση κειμένων, προφορικής επανάληψης και ρητορικής μίμησης  μέσα από κύκλο αδιάκοπων ασκήσεων. Υπήρχε πολύ λίγος χρόνος για περαιτέρω φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στη φύση των υπό ανάλυση κειμένων, ενώ οι σημειώσεις των σπουδαστών από τις διαλέξεις φανερώνουν μια στοιχειώδη κατανόηση των νέων μεθόδων ομιλίας και γραφής που οι ουμανιστές έβαζαν στο κέντρο της ανθρωπιστικής παιδείας. [...]
   
Οι μέθοδοι του Guarini ενθουσίαζαν τους πολιτικούς πάτρωνές του. Η συνεχής τριβή των μαθητών του με τις λεπτές αποχρώσεις της γραμματικής καλλιεργούσε την παθητικότητα, την υπακοή και την ευπείθεια. Όταν αυτά αποτύγχαναν, επιστρατεύονταν η πειθαρχία και η τιμωρία. Ο Γκουαρίνο ενθάρρυνε επίσης τη δουλοπρέπεια προς τα μέλη των πολιτικών αριστοκρατιών, είτε ήταν δημοκρατικοί, είτε, όπως στη δική του περίπτωση με τον Οίκο των Έστε, μέλη της αριστοκρατίας. [...] 









Οίκος των Este
(το οικόσημο ίσχυσε μέχρι το 1239)




Για τους περισσότερους μαθητές του ουμανισμού, οι ρητορικοί ισχυρισμοί του ρεύματος προς μία νέα αντίληψη του ατόμου, τους οδήγησαν στην πράξη στα κατώτατα αξιώματα του αναπτυσσόμενου γραφειοκρατικού συστήματος. Ο Γκουαρίνο διαβεβαίωνε ότι η πολιτική συγκατάβαση ταίριαζε απόλυτα με τις πρακτικές ικανότητες που απαιτούσαν τέτοιες θέσεις εργασίας. Αυτό βέβαια εξασφάλιζε τη συνέχιση της χρηματοδότησης και εισροής κεφαλαίων από μέλη της αριστοκρατίας σε σχολεία και πανεπιστήμια, όπου διαδίδονταν οι αξίες του ουμανισμού.      

Θα περίμενε κανείς ότι η ανθρωπιστική ρητορική θα δημιουργούσε νέες ευκαιρίες για τη γυναίκα σε κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο. Η σχέση όμως του ουμανισμού με τη γυναίκα ήταν άκρως αμφιλεγόμενη. Στην πραγματεία του Περί Οικογένειας (1444) ο Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι ορίζει το ανθρωπιστικό "όραμα" για το νοικοκυριό, ως ένα κτήμα των ανδρών το οποίο διαχειρίζονται οι γυναίκες. [...]

Οι γυναίκες μπορούσαν να μαθαίνουν κηπουρική, τρόπους ευγενείας και οικιακή διαχείριση, αλλά το να έχουν εξειδικευμένες γνώσεις σε εφηρμοσμένες επιστήμες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε δημόσιες και επαγγελματικές εμφανίσεις ήταν κάτι που αποδοκιμαζόταν κατηγορηματικά. [...]

Όταν μια γυναίκα περνούσε το όριο και από σπουδάστρια γινόταν δημόσια ρήτωρ, η ουμανιστική αντίδραση ήταν συνήθως η ύπουλη συκοφάντηση με την κατηγορία ότι είναι σεξουαλικά επιθετική, ή με το να υποβιβάζουν το ρητορικό λόγο της σε ερωτόλογα μεταξύ εραστών.   


[Το κείμενο - πέραν αυτού της λεζάντας στην εικόνα του Γκουαρίνο - είναι συρραφή αποσπασμάτων από το βιβλίο, Jerry Brotton, Η Αναγέννηση - Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε,  Originally published by Oxford University Press, To Βήμα, Ελληνικά Γράμματα. Η επισήμανση με έντονη γραφή δεν υπάρχει στο αρχικό κείμενο.


Ακόμη πάντως οι αξίες του ουμανισμού, απλώς διαδίδονται με το αζημίωτο και δεν έχουν απολύτως κανένα άλλο αντίκρυσμα, ενώ οι ευκαιρίες που έχουν πλέον οι γυναίκες είναι να προσπαθήσουν να μοιάσουν του γνωστού για την "φιλανθρωπία" του "δυτικού άνδρα". 

Κατά τα άλλα... "αντιστασιακοί ανθρωπιστές" που πασχίζουν για την κοινωνική ανέλιξή τους, επανδρώνουν τα "δημοκρατικά" κράτη  "ευγενών οίκων" και ο χορός των δυναστειών καλά κρατεί! 


2 σχόλια:

  1. Τον Ιούλιο του 1453, ο ουμανιστής Γεώργιος ο Τραπεζούντιος, στέλνει στον Μωάμεθ Β΄ μια πραγματεία σχετικά με τη χριστιανική πίστη, όπου περιέχεται η συγκλονιστική πρόταση να ενωθούν ο χριστιανισμός και το Ισλάμ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν ξέρω κατά πόσον η λέξη «δουλοπρέπεια» που χρησιμοποιεί ο Jerry Brotton, περιγράφει πλήρως τις ουμανιστικές προθέσεις απέναντι στην όποιας μορφής εξουσία. Μπορεί νομίζω κάλλιστα η «δουλοπρέπεια», μέσα στα πλαίσια της στρατηγικής, να αποτελεί κίνηση τακτικής, αν όχι εναντίον της εξουσίας που φαίνεται πως υπηρετεί, τουλάχιστον με μία διάθεση εξανθρωπισμού της, ως απώτερο στόχο.

    Το γεγονός πως η εξουσία, δεν έχει εξανθρωπιστεί έκτοτε, παρά μόνον σε ρητορικό επίπεδο, δεν είναι νομίζω μια ευθύνη που πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στις προθέσεις των ουμανιστών. Κάλλιστα οι προθέσεις μπορεί να ήταν ή να είναι άλλες (όσο σπάνια και αν ανιχνεύονται) και η αποτυχία να προέρχεται από το ότι οι βάρβαροι εκτός του ότι είναι δύσκολο (ενδεχομένως και μάταιο) να εξανθρωπιστούν, έχουν, επιπροσθέτως και πιο λαοφιλείς ιδέες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή