Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Μικρή Πρωτοχρονιάτικη Ιστορία







Μικρή Πρωτοχρονιάτικη Ιστορία



Κατά το μεσημέρι της πρωτοχρονιάς  χτύπησε το τηλέφωνο του φίλου μου του Δέλτα ο οποίος με φιλοξενεί τις «κρίσιμες τούτες μέρες». Ήταν ένας φίλος του που του ευχήθηκε τα χρόνια πολλά και τον προσκάλεσε στο γιορτινό γεύμα. Ο Δέλτα αναχώρησε για το σπίτι του φίλου του και γύρισε μετά από δύο με τρεις ώρες, όταν έπινα τον απογευματινό μου καφέ, όπου και μου διηγήθηκε, με αφορμή την πρωτοχρονιάτικη αυτή επίσκεψή του, την  παρακάτω ιστορία:

Ο  κυρ Ταυ, ήταν κάποτε ένας περιβόητος για την επινοητικότητά του μικροαπατεώνας και παπατζής των Αθηνών. Ένα από τα πολλά γνωστά κόλπα του ήταν να την στήνουν με τους «συνεργάτες» του στο σταθμό Λαρίσης και να την πέφτουν, τάζοντας «δουλειές»,  σε επαρχιώτες που έρχονταν τότε σωρηδόν στην Αθήνα για να πιάσουν την καλή, με στόχο, βέβαια,  να τους εξαπατήσουν και να τους αποσπάσουν το όποιο κομπόδεμα. Για την επινοητικότητά του αυτή η γνωστή για την εντιμότητά της Πολιτεία τον αντάμειψε επανειλημμένως με κάμποσα χρόνια φυλάκισης.  

Όταν ο κυρ Ταυ κάποτε αποφυλακίστηκε και αποφάσισε να αποσυρθεί από την πιάτσα, πήγε να μείνει με τον γιό  του Βήτα, στην ίδια γειτονιά που ο Δέλτα  διατηρούσε ένα ψιλικατζίδικο, από το ο οποίο τόσο ο Βήτα όσο και ο κυρ Ταυ πλέον, ψώνιζαν τακτικά.

Μια μέρα που ο κυρ Ταυ ήταν μεθυσμένος, βάλθηκε να λογομαχεί με κάποιους αλλοδαπούς εργάτες που είχαν πάει στο κατάστημα του Δέλτα να δροσιστούν με μπύρες. Κάποια στιγμή  ο Κυρ Ταυ έφυγε για να επιστρέψει μετά από λίγο κρατώντας μια καραμπίνα, βρίζοντας και απειλώντας τους αλλοδαπούς.  Ο Δέλτα (κατά μερικές δεκαετίες νεότερος από τον κυρ Ταυ) παρενέβη στο επεισόδιο και σε επιτακτικό τόνο προσπάθησε να δώσει στον κυρ Ταυ να καταλάβει πως αν έβγαινε ξανά  με την καραμπίνα στη γειτονιά μέρα μεσημέρι, ανάμεσα σε μικρά παιδιά, δεν θα είχαν καλά ξεμπερδέματα. Ο κυρ Ταυ υποχώρησε αλλά  από κείνη τη μέρα έγινε εριστικός με τον Δέλτα, τον κατηγορούσε στη γειτονιά πως «υποθάλπει εγκληματίες» και δημιουργούσε διαρκώς εντάσεις. Σε μια από τις συχνές λογομαχίες τους που πάντα εκείνος προκαλούσε,  έβρισε προσβλητικά την αδελφή του Δέλτα και ο Δέλτα τον έδιωξε κυριολεκτικά με τις κλωτσιές λέγοντάς του να μην τολμήσει να ξαναπατήσει στο μαγαζί.  Ο κυρ Ταυ έφυγε αλλά επέστρεψε και πάλι – κατά το συνήθειό του -  σε έξαλλη κατάσταση,   κρατώντας ένα σκεπάρνι αυτή τη φορά και επιτέθηκε στον Δέλτα με δολοφονικές διαθέσεις.  Ο Δέλτα κατάφερε να του «κλειδώσει» με το ένα χέρι το κεφάλι, ενώ με το άλλο άρχισε να του ρίχνει γρήγορες γροθιές όπου έβρισκε, προκειμένου να τον αφοπλίσει. Ωστόσο δεν κατάφερε να αποσπάσει  το σκεπάρνι από τα χέρια του. Από τη φασαρία μαζεύτηκε κόσμος. Επενέβησαν   ο Βήτα (ο γιος του κυρ Ταυ) κι ένας γείτονας, προκειμένου να τους χωρίσουν. Καθώς κάποια στιγμή τα κατάφεραν, ελευθερώθηκαν τα χέρια του κυρ Ταυ, ο οποίος και πρόλαβε, ενώ ο Δέλτα ήταν με δεσμευμένα τα χέρια του από τους άλλους δύο, να καταφέρει, κτυπώντας προς τα πίσω, δυο τρεις σκεπαρνιές στο κεφάλι του Δέλτα.  Ο Δέλτα από την ένταση δεν ένιωσε τίποτα εκείνη τη στιγμή. Όταν γιος και γείτονας κατάφεραν τελικά να απομακρύνουν τον κυρ Ταυ, τότε μόνο ο Δέλτα συνειδητοποίησε πως η μπλούζα του είχε μουλιάσει από το αίμα. Το δέρμα του κεφαλιού του  είχε ανοίξει σε τρεις πλευρές με αποτέλεσμα να πιάνει με τα δάχτυλα το κρανίο του, ενώ το κτύπημα που δέχτηκε πίσω από το αυτί, θρυμμάτισε  το κρανίο του και λίγο έλειψε να προκαλέσει αποκόλληση του αυτιού. Τα σημάδια από τα παλιά πλέον κτυπήματα τα ψηλάφισα.

Ο Δέλτα, αφού βγήκε από το νοσοκομείο, περίμενε για καιρό οργισμένος την επόμενη  συνάντηση με τον κυρ Ταυ, η οποία όμως θα αργούσε, μια και ο γιος του είχε φροντίσει να τον  στείλει στο χωριό.  

…Όταν στη γειτονιά έδειχνε να  καταλαγιάζει κάπως  η οργή του Δέλτα, ο Βήτα πέρασε από το μαγαζί του  και τον παρακάλεσε να του επιτρέψει να ξαναφέρει τον γέροντα πατέρα του στο σπίτι, μια και αντιμετώπιζε πρόβλημα επιβίωσης,  διαβεβαιώνοντας τον  πως ο κυρ Ταυ είχε κατανοήσει το λάθος του και είχε μετανιώσει για την συμπεριφορά του. Ο Δέλτα  είπε στον Βήτα πως ο πατέρας του μπορεί να επιστρέψει ελεύθερα και  «περασμένα ξεχασμένα όλα». Με το που επέστρεψε ο κυρ Ταυ πήρε το ίδιο σκεπάρνι  και μπαίνοντας  στο μαγαζί του Δέλτα του το παρέδωσε στα χέρια λέγοντάς του: «Παρ’ το αγόρι μου και σκότωσέ με. Έχεις όλο το δικαίωμα μετά απ’ ό,τι σου έκανα». Ο Δέλτα πήρε το σκεπάρνι και το πέταξε μακριά. Ο κυρ Ταυ έπεσε στην αγκαλιά του. Εκείνη τη νύχτα  έμεινε μέχρι αργά στου Δέλτα και του διηγήθηκε όλη του τη ζωή.  Από τότε έχουν γίνει οι καλύτεροι φίλοι. Ο κυρ Ταυ, που στα γεράματα εξελίχθηκε σε εξαιρετικό και περιζήτητο τεχνίτη στην πλακόστρωση, λέει πως έχει δυο γιους. Τον Βήτα και τον Δέλτα.

Την ημέρα της πρωτοχρονιάς που ο Δέλτα πήγε  για γεύμα στου Βήτα, ήταν κι ο κυρ Ταυ εκεί και τους αφηγήθηκε μια ιστορία:

Όταν ήταν στη φυλακή κατάφερε να εκπαιδεύσει έναν σπουργίτι, από αυτούς   που πήγαιναν και τσιμπολογήσουν τα λίγα ψίχουλα που πετούσε στο πρεβάζι του παραθύρου του. Ο σπουργίτης έμαθε με τον καιρό να έρχεται στο παράθυρο, να κτυπά το τζάμι, να μπαίνει στο κελί,  να τρώει, να πίνει και να κρατά συντροφιά  αρκετές ώρες στον κυρ Ταυ. Όποτε ήθελε πήγαινε στο παράθυρο, ο κυρ Ταυ του άνοιγε κι εκείνος έκανε τις βόλτες του. Όταν ο κυρ Ταυ βρισκόταν στο προαύλιο της φυλακής, ο σπουργίτης τον αναγνώριζε και πετούσε στον ώμο του, όπου και καθόταν για όση ώρα ο κυρ Ταυ έκανε τη βόλτα του.






_

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου