Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Κατάσταση Ειδώλου



John William Waterhouse (1849-1917) English painter




 Circe Invidiosa (1892)




Κατάσταση Ειδώλου


 
Καθρέφτης που δια-σπάται από το σημείο αιώρησής του, πέφτει και θρυμματίζεται στην αιώνια πέτρα.
Ας δούμε ανάποδα τη σκηνή. Τα συντρίμμια αποσπώνται απ’ την πέτρα, ανυψώνονται αιωρούμενα κι ενώνονται πάλι σε καθρέφτη που αιωρείται αεικίνητα ακίνητος ως δαμόκλειος σπάθη.
Ας αποκλείσουμε από τον συλλογισμό τα άκρα. Σπασμένα, ακίνητα συντρίμμια δεν υπάρχουν πάνω στην πέτρα, ούτε καθρέφτης ακέραιος που αιωρείται ακίνητος. Υπάρχουν μόνο τα θραύσματα καθρέφτη που αιωρούνται μανιωδώς πότε προς την πτώση, την πλήρη ακινησία τους πάνω στη μαύρη πέτρα και πότε προς την άνοδο, την πλήρη και στιλπνή ακινησία της ακεραιότητας. Ποτέ δεν φτάνουν στα άκρα μια και τα άκρα είναι ιδεατά. Υπάρχει όμως πάντα η άνοδος και η πτώση.        

   

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Σ' αγαπώ

_




_

Μυρτιώτισσα

Σ' αγαπώ

                                                    Σ΄αγαπώ - δεν μπορώ
                                                    τίποτ' άλλο να πω
                                                    πιο βαθύ, πιο απλό,
                                                    πιο μεγάλο!

                                                    Μπρος στα πόδια σου εδώ
                                                    με λαχτάρα σκορπώ
                                                    τον πολύφυλλο ανθό
                                                    της ζωής μου.

                                                    Ώ μελίσσι μου, πιες
                                                    απ΄αυτόν τις γλυκές,
                                                    τις αγνές ευωδιές
                                                    της ψυχής μου!

                                                    Τα δυο χέρια μου - να!
                                                    στα προσφέρω δετά,
                                                    για να γείρεις γλυκά
                                                    το κεφάλι,

                                                    κ΄η καρδιά μου σκιρτά
                                                    κι όλη ζήλεια ζητά
                                                    να σου γίνει ως αυτά
                                                    προσκεφάλι!

                                                    Και για στρώμα, καλέ,
                                                    πάρε όλην εμέ -
                                                    σβήσ΄τη φλόγα σε με
                                                    της φωτιάς σου,

                                                    ενώ δίπλα σου εγώ
                                                    τη ζωή θ΄αγροικώ
                                                    να κυλάει στο ρυθμό
                                                    της καρδιάς σου!..

                                                    Σ΄αγαπώ - τι μπορώ
                                                    ακριβέ, να σου πώ,
                                                    πιο βαθύ, πιο απλό,
                                                    πιο μεγάλο;..

(Από την ποιητική συλλογή Κίτρινες φλόγες)

_






Μυρτιώτισσα (1885-1968) 
(Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά) 



Η Μυρτιώτισσα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου) γεννήθηκε το 1885 σε προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της ήταν διπλωμάτης και έξι χρόνια μετά τη γέννηση της Θεώνης διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή δυο χρόνων στο νησί, εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλλ της Πλάκας.






Η Θεώνη Δρακοπούλου  σε ηλικία 16 ετών.


Η Μυρτιώτισσα από μαθητική ηλικία είχε κλίση προς την ποίηση και το θέατρο. Σε ηλικία 16 ετών απήγγειλε για πρώτη φορά δημόσια στο λογοτεχνικό σύλλογο "Παρνασσό" ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά. Η παρουσία της έκανε μεγάλη εντύπωση. Πήρε μέρος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίου δράματος και συνεργάστηκε με τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου.






Η Μυρτιώτισσα στο "Όνειρο εαρινής πρωίας" του Ντ' Αννούντσιο σε σκηνοθεσία Χρηστομάνου στο Δημοτικό Θέατρο.


Μετά από σύντομη διακοπή της ενασχόλησής της με το θέατρο, λόγω αντίδρασης της οικογένειάς της, συνέχισε τις δραματικές σπουδές της στο Παρίσι (Κρατική Δραματική Σχολή), όπου εγκαταστάθηκε μετά το γάμο της με το Σπύρο Παππά, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο το Γιώργο, ο οποίος αργότερα σταδιοδρόμησε στο ελληνικό θέατρο. Ο άντρας της Σπύρος Παππάς ήταν μακρινός εξάδελφός της εγκατεστημένος στο Παρίσι. Η νεαρή Θεώνη φαίνεται ότι δεν τον ερωτεύτηκε αληθινά. Έζησε μαζί του κάποια χρόνια στο Παρίσι και μοιραζόταν μαζί του την αγάπη για το θέατρο, όμως δεν μπορούσε να γίνει ευτυχισμένη στο γάμο της που τελικά κατέληξε σε διαζύγιο.







 Η Μυρτιώτισσα ως Θεώνη Παππά, όταν ζούσε με το σύζυγό της Σπύρο Παππά στο Παρίσι.


Μετά το τέλος του βραχύβιου γάμου της, επέστρεψε με το γιο της στην Ελλάδα όπου εργάστηκε ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών. Καθοριστική για την ποιητική της έκφραση αλλά και για την ίδια της τη ζωή στάθηκε η γνωριμία και ο έρωτάς της με τον Επτανήσιο ποιητή Λορέντζο Μαβίλη.






Ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης με στολή Γαριβαλδινού. Σε ηλικία 52 ετών ο Μαβίλης κατατάχθηκε στο σώμα εθελοντών Γαριβαλδινών που πήγε να πολεμήσει στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο όπου και σκοτώθηκε στη μάχη του Δρίσκου της Ηπείρου το 1912. Ο Μαβίλης ήταν γνωστός για τα πατριωτικά του αισθήματα. Στο παρελθόν είχε πολεμήσει στην Κρήτη και στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.








Ο Μαβίλης το 1905. Το Σ' αγαπώ γράφτηκε γι' αυτόν. 


Μετά τον δραματικό θάνατο του αγαπημένου της, η Μυρτιώτισσα έπεσε σε βαθιά μελαγχολία και στράφηκε στην ποίηση για να εκφράσει τον πόνο της. Το 1919 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Τραγούδια.

Σημαντική για τη ζωή της στάθηκε επίσης η βαθιά φιλία που τη συνέδεε με τον Κωστή Παλαμά, οποίος στάθηκε καθοδηγητής της. Τον επισκεπτόταν συχνά, έκαναν μαζί περιπάτους και συζητούσαν συχνά για ποίηση. Ο Παλαμάς προλόγισε τις ποιητικές συλλογές της, γεγονός που αποδεικνύει τη στενή σχέση που τον συνέδεε με τη Μυρτιώτισσα.

Η Μυρτιώτισσα είχε επίσης συναντηθεί με τον Καβάφη κατά τη διάρκεια ταξιδιού της στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και γνώριζε και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Σώζονται κείμενα με τις εντυπώσεις της από τη γνωριμία και των δύο αυτών σημαντικών μορφών της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Η Μυρτιώτισσα τιμήθηκε με κρατικά βραβεία ποίησης, το 1932 για την ποιητική της συλλογή Δώρα της αγάπης και το 1939 για τις Κραυγές. Μετά τον πρόωρο χαμό του γιου της, του ηθοποιού Γιώργου Παππά,  εξέδωσε το βιβλίο Ο Γιώργος Παππάς στα παιδικά του χρόνια (1962). Πέθανε στην Αθήνα το 1968, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του γιου της.







Ο Γιώργος Παππάς (1909-1958), ένας από τους σπουδαιότερους θεατρικούς και κινηματογραφικούς ηθοποιούς της περιόδου 1930-1950,  ήταν ο μονάκριβος γιος της Μυρτιώτισσας.




_


Δεν ήμουνα καθόλου ευτυχισμένο παιδί, μήτε κι ύστερα στα πρώτα νιάτα μου. Φαινόμουν ήρεμη, λιγομίλητη κι υποταγμένη, ποτέ δε σήκωνα κεφάλι. Ωστόσο η καρδιά μου βρισκόταν σ’ αιώνια αναταραχή. Πολύ συχνά αποτραβιόμουν σε μιαν απόμερη γωνιά κι έκλαιγα δίχως να ξέρω το γιατί. Ο πατέρας μας, άνθρωπος πνευματικός με άπειρες γνώσεις, είχε αφοσιωθεί στη μεγάλη μας αδερφή, τη δίδασκε μαζί με τον αδερφό μας και τους μιλούσε για ένα σωρό ωραία πράγματα.

Εγώ δε λάβαινα μέρος σ’ αυτή την πνευματική πανδαισία, γιατί ήμουνα ως φαίνεται πολύ μικρή ακόμα για να τα καταλαβαίνω όλα εκείνα. Μα και τα λίγα που άκουγα που και που από μακριά, δίχως καλά να τα νιώθω, πρόσθεταν μιαν ανησυχία στην πρόωρα πονεμένη μου ψυχή. Κι έτσι μεγάλωνα δίχως χαρά. Κείνη την ξεγνοιασιά των παιδικών χρόνων πολύ λίγο τη χάρηκα. Μόνο σαν πήγαμε στην Κρήτη όπου διορίστηκε ο πατέρας μας γενικός πρόξενος της Ελλάδας, πέρασα δυο χρόνια μια ζωή χαρούμενη κι ελεύθερη μέσα στη φύση. Εκείνη την ευτυχισμένη εποχή ζωγραφίζει το ποίημά μου “Η Συκιά”.

Μεγάλωνα λοιπόν δίχως ν’ αλλάζει μέσα μου τίποτα. Σκυθρωπή, αμίλητη, δυσάρεστη.

[....] Λάβαινα μέρος εδώ κι εκεί σε κάτι ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων κι αργότερα πάλι σε καλύτερο και καλλιτεχνικότερο επίπεδο με τον καταπληχτικό Χρηστομάνο. Λέγανε πως είχα ταλέντο, μα δε μ’ άφησαν να το καλλιεργήσω. Έπειτα βιαστικά, σα να με είχαν πάρει τα χρόνια, με πάντρεψαν. Είναι ωστόσο βέβαιο πως εγώ προετοίμασα στο γιο μου το δρόμο που τον πέρασε αργότερα τόσο θριαμβευτικά, γιατί ως την ώρα που τον γέννησα, το μόνο πράγμα που μ’ απασχολούσε, το μόνο που πρόσεξα στο Παρίσι, σε κείνη τη μεγαλούπολη που πήγα μετά το γάμο μου, ήταν το θέατρο.

Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Εγώ η ίδια δέχτηκα να παντρευτώ έναν ξάδερφό μου που είχε έρθει τότε απ’ το Παρίσι για να μας δει και τον προτίμησα απ’ όλους τους νέους που γνώριζα. Δεν τον αγάπησα, όμως έλεγα πως το συγγενικό μας αίμα θα έσμιγε σιγά σιγά και τις ψυχές μας. Είχα άδικο. Όσο καλός κι αν ήταν, ευγενικός, μορφωμένος, όσο κι αν αγάπησε και φρόντισε κι αυτός όπως μπορούσε για τη μόρφωση του παιδιού μας, στο βάθος έμεινε ξένος για μένα. Αγαπούσε ωστόσο κι αυτός πολύ το θέατρο και με βοήθησε στο Παρίσι να πηγαίνω και ν’ ακούω τα μαθήματα που έδιναν φτασμένοι ηθοποιοί στην επίσημη Δραματική Σχολή του Κράτους. Οι καλύτερές μου ώρες ήταν εκείνες που περνούσα σ’ εκείνη την αίθουσα. Έξω όμως απ’ αυτό η ζωή μου ήταν μια διαρκής νοσταλγία για την Ελλάδα κι έγραφα ολοένα ατέλειωτα γράμματα στους δικούς μου για να βρίσκομαι έτσι κάπως κοντά τους. Ώσπου μια μέρα, ξαφνιασμένη, έντρομη, κατάλαβα πως θα γινόμουνα μητέρα!

Μητέρα, εγώ που ακόμα δεν είχα γνωρίσει τον εαυτό μου, που πάλευα με τα σκοτάδια μου, που δεν ήξερα καλά καλά που βάδιζα, τι ήμουνα, τι έπρεπε να κάνω για να δημιουργήσω κάτι και να ρίξω λίγο φως στη ζωή μου, εγώ ν’ αναλάβω τέτοια τρομερή ευθύνη να δώσω ζωή σ’ άλλην ύπαρξη, να πλάσω με την πνοή μου ένα άλλο πλάσμα, να το στηρίξω, να τ’ αγαπήσω; Ένα δέος με είχε κυριέψει κι ενώ γύρω μου οι άλλοι χαίρονταν γι’ αυτό, εγώ αναμετρούσα τις μέρες και παρακαλούσα το Θεό να με πάρει μαζί με την αγέννητη ψυχούλα που χτυπιόταν μέσα μου. Να φύγουμε, να φύγουμε μαζί απ’ τον άχαρο αυτόν κόσμο, να πάμε αλλού, οπουδήποτε αλλού, να φύγουμε! Και δίχως να το νιώθω άρχισα να συμπονώ αυτό το κάτι που ζούσε από μένα μέσα μου και που θα ’φευγε κι αυτό μαζί μου για κάπου αλλού…

Ωστόσο δεν πέθανα και το παιδί γεννήθηκε στην Αθήνα που πήγα για να είμαι κοντά στη μητέρα μου. Ήταν ένα αγοράκι γερό, ολοστρόγγυλο. Σαν το πρωτόπιασα στα χέρια μου δεν ήξερα τι να το κάνω. Όλο φοβόμουνα πως άθελά μου θα του ’κανα κακό. Τ’ αγάπησα αμέσως; Δεν το ξέρω. Μου γεννούσε τόσο παράδοξα συναισθήματα! “Αυτό, έλεγα, φαίνεται πως θέλει να ζήσει και να τη χαρεί τη ζωούλα του, δεν είναι σαν εμένα”. Και περνούσε ο καιρός.

Μια μέρα, τότε που είχε πρωταρχίσει να περπατά, γύρισε ξάφνου και με κοίταξε. Με κοίταζε κι όλο σφιγγότανε πάνω μου. Μου φάνηκε σα να ’θελε να μου πει: “Από σένα περιμένω να με ζήσεις. Κρύψε με στην αγκαλιά σου, βοήθησέ με, αγάπα με. Είμαι τόσο αδύναμο!” Ένα λαχτάρισμα ένιωσα τότε και μια πρωτόγνωρη χαρά! “Σ’ αγαπώ, παιδί μου” του ’λεγα και του ξανάλεγα κι εκείνο μου χαμογελούσε.

Κείνη τη μέρα κατάλαβα πως ήμουνα πια δεμένη αδιάσπαστα μαζί του κι ακόμα πως απ’ αυτό το παιδί κρεμόταν όλη η κατοπινή μου ζωή.

 
_




Σέρραι Πέμπτη 4 Νοεμβρ.
Αγαπημένη μου μανούλα,

Έλαβα το γράμμα σου με τα παράπονα σου. Τι ανόητη που είσαι! Νομίζεις πως δεν ξέρω πως είσαι ο μόνος άνθρωπος που έχω στη ζωή; Για ποιον νομίζεις ότι ζω; Αυτά που σου λέω περί Καιτών είναι κωμικά! Μαγκούφης θα μείνω. Το ξέρω. Άλλωστε γέρασα πια. Τα μαλλιά μου ασπρίζουν αλματωδώς και γενικά η διάθεσίς μου είναι αποκλειστικά απαισιόδοξη. Αυτά που κάνω είναι για να ξεγελάω τον εαυτό μου και να αποφεύγω τα άλλα.

Για βελέντζες εδώ στις Σέρρες δεν βρήκα τίποτα της προκοπής. Νομίζω ότι στην Αθήνα βρίσκει κανείς ό,τι θέλει ίσως λίγο ακριβότερα. Θα σου πάρω όταν έλθω.

Θα έλθω την Πέμπτη οκτώ. Δεν ξέρω ακριβώς την ώρα. Ίσως στις 10 1/2 ίσως στας 2 1/2. Πάντως να είναι η Φωφώ στο σπίτι. Θα τα πούμε με την ησυχία μας. Μην το πης πουθενά ότι έρχομαι για να μπορώ να ιδώ μόνον όσους θέλω. Δεν θα έχω πολύ καιρό. Πάντως θα μείνω Παρασκευή - Σάββατο - Κυριακή. Θα φύγω Δευτέρα πρωί. Εάν είσαι στην Εκάλη, θα έλθω να κοιμηθώ εκεί ένα βράδυ και να περάσω όλη την ημέρα.

Πάντως κάνε όπως θέλεις.
Δεν μου έγραψες για τα χρήματα. Σου έδωσε ο δικηγόρος;

Σε φιλώ πολύ πολύ
Το παιδί σου που σε λατρεύει
Γιώργος


Η επιστολή και η φωτογραφία της είναι από την Οδό Πανός
- τ.131, Ιαν.2006
Η φωτογραφία του Γιώργου Παππά είναι από τον Πανδέκτη

 

_



Πέρα από την ποίησή της, η Μυρτιώτισσα εντυπώθηκε στη συλλογική μνήμη και εξ αιτίας της αγάπης της και της φροντίδας της για μια άλλη ιέρεια της ελληνικής ποίησης, τη Μαρία Πολυδούρη. Στα τελευταία της μεγάλης ποιήτριας, η Μυρτιώτισσα στάθηκε δίπλα της σα φίλη και αδελφή.

Ο Άγγελος Σικελιανός γράφει για την Πολυδούρη και τη Μυρτιώτισσα:

_


«Χρωστώ στη Μυρτιώτισσα τη γνωριμία μου με την Πολυδούρη. Ήτανε τους τελευταίους μήνες του 1929 και τους πρώτους του 1930, σ’ ένα απ’ τους πιο ζοφερούς τότε κύκλους της Νεοελληνικής κόλασης, στο φθισιατρείο η «Σωτηρία». Της χρωστώ πως δε μ’ έμπασε απ’ τη θύρα της κοινής εισόδου που τη μισάνοιγαν τότε κάποιοι «θαυμαστές» βάνοντας το κεφάλι τους ανάμεσα στη χαραμάδα μόνο από το φόβο των μικροβίων, για να ιδούνε καθηλωμένη σ’ ένα απλό σιδερένιο κλινάρι, μια νέα περήφανη μορφή που τήκονταν ώρα την ώρα και που την παράστεκε ο αόρατος αρχαγγελικός θάνατος. Μ’ έφερε στις ήσυχες ώρες του δειλινού, που σε κάποια μάτια πούχαν τη δύναμη να βυθίζουνε το βλέμμα τους στη σκιά και που δε φοβούνταν να πλησιάσουν το πολύ φτωχό κρεββάτι, άρχιζε σιγά-σιγά μέσα από τ’ ασύγκριτα μάτια της καθηλωμένης αυτής περήφανης μορφής, ν’ ανάβει η ξέσπαθη γυμνή ψυχή, και πίσω θε της να διαγράφεται ο αμίλητος αρχαγγελικός θάνατος. Και μ’ έφερε εκεί, ξέροντας πως εγώ που είχα χάσει κάποτε απ’ τον ίδιο θάνατο την αδερφή μου στο Νταβός, θα την εσίμωνα σαν αδερφή και πως κι’ αυτή θα μ’ εδεχόταν το ίδιο. Και για όλ’ αυτά χρωστώ μια αληθινή ευγνωμοσύνη στη Μυρτιώτισσα και της προσφέρω τη φτωχή αυτή θύμησή μου.»
  

"Άγγελος Σικελιανός -  Αθηναϊκό Ημερολόγιον», Μαρία Πολυδούρη, Ζωή με παραφορά. Εκδόσεις «Μονόκερως»

Πηγή:  http://fotodendro.blogspot.gr/2011/02/blog-post_26.html  

_



«Η Πολυδούρη εμπιστεύτηκε τα χειρόγραφά της στη Μυρτιώτισσα, η οποία, με τρυφερή κατανόηση και φροντίδα, στάθηκε δίπλα της όλο τον τελευταίο καιρό, στη μεγάλη δοκιμασία της. Εκείνη, με τη σειρά της, δώρισε τρία χειρόγραφα της Πολυδούρη στη Λιλή Ζωγράφου η οποία αναφέρει: «Χειρονομία που ιδιαίτερα εκτίμησα και που με κατασυγκίνησε. Με συντροφεύουν κορνιζωμένα, ζωντανεύοντας στη μνήμη μου τη φτωχή, αλλά ζωηρή και ακοίμητη, τη μία και μοναδική εικόνα, που έτυχε να κρατήσω από τη Μαρία. Το δωμάτιο ήταν ξεμοναχιασμένο στον αυλόγυρο του  νοσοκομείου. Διέκρινα ανάμεσα στους επισκέπτες, ξαπλωμένη μια ωραία νεανική μορφή, με στεφάνι γύρω στο πρόσωπο, τα μαύρα μαλλιά της. Σ’ ένα παλαιικό λαβομάνο και σ’ ένα τραπέζι, εντυπωσίαζαν τα μεγάλα κλωνάρια από ανθισμένες αμυγδαλιές. Γέμιζαν κι αρωμάτιζαν το δωμάτιο».


Πηγή: Mallusa Blog

_


Αξιοσημείωτη είναι η γνωριμία της Μυρτιώτισσας με τον «άγιο» της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, για τον οποίο η ποιήτρια έγραψε – μεταξύ άλλων – τα εξής:

«… Όταν ήταν να φύγει για τη Σκιάθο, ήρθε μόνος του αυτή τη φορά, για να μας αποχαιρετήσει. Η φωνή του είχε έναν αλλιώτικο τόνο, ήταν θερμή και πολύ συγκινημένη. Μας κάλεσε να πάμε στο νησί του, όπου θα μας φιλοξενούσε στο σπιτάκι του. Σεις οι γυναίκες θα κοιμάστε σε ρούχα φτωχικά μεν, πλην πολύ καθαρά. Εμείς οι άντρες μπορούμε να κοιμηθούμε στο ύπαιθρον, υπό τα δέντρα. Έπειτα άρχισε να μας μιλεί για κάποια του ανήψια, παιδιά του αδερφού του, νομίζω, για τα οποία δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει τίποτα. Μιλούσε σα να ’θελε ν’ απολογηθεί και συγχρόνως να ξαλαφρωθεί από ένα βάρος που του πίεζε την καρδιά. - Χρέος μου ήταν να τα προστατέψω, αλλά δεν είχα την δύναμιν. Δεν μπόρεσα να τους χρησιμεύσω εις τίποτε, όπως επιθυμούσα. Ας είναι… Τι να τα λέμε τώρ’ αυτά; θλιβερά πράγματα... Τον κύτταζα. Τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, και δυό δάκρυα είχαν αρχίσει να κυλούν στο χλωμομελάχροινο πρόσωπό του. Έφυγε. Ύστερ’ από λίγους μήνες, προτού προφτάσουμε να τον ξαναϊδούμε στο νησί του, μας ήρθε το μήνυμα του απολυτρωτικού του θανάτου...»«Νέα Εστία», Χριστούγεννα 1941).

Πηγή: Palmografos.com

_
 


Η Μυρτιώτισσα επισκέφτεται στην Αλεξάνδρεια τον Καβάφη τη δεκαετία του 1920.





Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τη δεκαετία του 1920.


Μυρτιώτισσα, Κ. Π. Καβάφης. Μια εντύπωση.

"Έτυχε κάποτε να βρεθώ στην Αίγυπτο για λίγες μέρες, στην Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια είναι μια πόλη που ή τη βαριέσαι απ' τη δεύτερη μέρα ή τη συνηθίζεις αμέσως και δε θέλεις να φύγεις πια. Εγώ δεν μπόρεσα να τη συνηθίσω. Έτσι πολυθόρυβη που είναι, και τόσο πεζή, μου έκανε την εντύπωση γυναίκας που μιλεί δυνατά και φορεί πλούσια και φανταχτερά φορέματα".





Η Αλεξάνδρεια τη δεκαετία του 1920. Η Μυρτιώτισσα φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να συνηθίσει το θόρυβο και την "πολυχρωμία" της κοσμοπολίτικης ανατολίτικης πόλης.


"Η ανία με είχε κιόλας κυριέψει, όταν θυμήθηκα τα λόγια του φίλου μου Πορφύρα: "Σαν πας εκεί κάτω πήγαινε να δεις τον ποιητή Καβάφη. Είμαι βέβαιος πως αξίζει τον κόπο να κάνει κανείς το ταξίδι αυτό μόνο και μόνο για να τον γνωρίσει". Εζήτησα λοιπόν να με πάνε να με συστήσουνε. Ο Καβάφης δε δέχεται με πολλή ευχαρίστηση τους ξένους, μου είχαν πει, και γι' αυτό επήγαινα με κάποιο φόβο. Ωστόσο με δέχτηκε μ' αρκετή εγκαρδιότητα".





Ο. Κ. Π. Καβάφης νέος στην Αλεξάνδρεια γύρω στα 1885. Η Μυρτιώτισσα τον επισκέφθηκε σχεδόν μετά τριάντα χρόνια.


"Με την ευγενικότατη φωνή του, στην οποία διακρίνεται καθαρά ένας ξενικός τόνος -Θεός φυλάξοι να του το πεις!- με παρακάλεσε να καθίσω σ' ένα χαμηλό κάθισμα που βρισκόταν μπροστά μου, μέσα στο μισοσκότεινο σαλονάκι. Ως είμαι απ' το φυσικό μου δειλή μπροστά στους ανθρώπους που πρωτογνωρίζω, εκάθισα και πολύ λίγο του μιλούσα. Αυτό φαίνεται να τον ευχαρίστησε γιατί άρχισε να μου μιλεί περισσότερο εκείνος και διέταξε σε λίγο τον αράπη του τον Αχμέτ να φέρει whisky και μεζέδες".





Ο Καβάφης γύρω στα 1890.




Ο Καβάφης στα 1901 ή 1903.


"Σε λίγο συνήθισαν και τα μάτια μου στο λίγο φως της κάμαρας και μπόρεσα να τον κοιτάξω προσεκτικά καθώς μιλούσε πίνοντας. Είναι αδύνατος, χλωμός, με μαλλιά γκρίζα και πυκνά, πολύ πυκνά. Μα εκείνο που σου κρατά την προσοχή σου όλη είναι τα μάτια του, τα δύο παμμέγιστα, παράξενα, αινιγματικά του μάτια. Δύο τέτοια μάτια κανείς μας ποτέ δε τα ιδεί σ' άλλον άνθρωπο, απλούστατα γιατί δεν είναι μάτια σημερινού ανθρώπου. Είναι μάτια που έρχονται από πολύ μακριά, από τα βάθη των αιώνων, και κρατούνε μέσα τους το μυστήριο μιας άλλης ζωής άγνωστης σ' εμάς"
 

"Η φωνή του, όσο την άκουγα μου φαίνονταν κι αυτή σα να ερχότανε από μακριά, και ο ίδιος, καθώς είχε τώρα αποτραβηχτεί σε μια σκοτεινή γωνιά, και μιλούσε για τέχνη-σ' εμάς; ή στον εαυτό του; - έμοιαζε πλάσμα εξωτικό, που ζούσε σ' άλλη από μας ατμόσφαιρα, που έπρεπε να τ' ακούς και να τα βλέπεις από μακριά, και να μη παραξενευτείς καθόλου αν άξαφνα το δεις να χαθεί ολότελα από μπροστά σου και να σωπάσει. Η ομιλία του είναι γοητευτική".


"Τα πιο γνωστά πράγματα ξέρει να σ' τα παρουσιάζει σαν καινούρια, έτσι καθώς τα ντύνει με της τέχνης του την ωραιότητα. Στα πάντα βάζει τη σφραγίδα του, τα δωμάτια, τα έπιπλα, τα παλιά αγάλματα, τα σπάνια βάζα, το καθετί που τον τριγυρίζει είναι αρμονισμένο με τη φυσιογνωμία της Τέχνης του. Έτσι και η ποιητική του τέχνη είναι τόσο δική του, τόσο καβαφική, που καταντά αδύνατο να τη μιμηθεί κανείς έστω κι από μακριά χωρίς να πέσει στο γελοίο. Γιατί για να γράψεις σαν τον Καβάφη, πρέπει να είσαι Καβάφης. Αλλιώς δε γίνεται. Είν' εύκολο αυτό; Όχι βέβαια. Είναι μάλιστα αδύνατο κατά τη γνώμη μου και κάθε προσπάθεια θα ήταν μάταιη και προσποιητή".


"Ξέροντας πως ζω στην Αθήνα, ο ποιητής μου μίλησε για όλους σχεδόν τους ποιητές μας. Δείχνει σεβασμό στο έργο του Παλαμά, εκτίμηση για τον Ξενόπουλο που τον γνώρισε κάποτε, ενδιαφέρον για τον Πορφύρα. Προσέχει και ζυγιάζει πολυ καλά τα λόγια του, μη ξέροντας τι φρονεί ο ξένος του, ποιους συμπαθεί και ποιους όχι. Φοβάται μη σε θίξει στο παραμικρό. Είναι ο πιο πολιτισμένος Έλληνας που γνώρισα. Η ειρωνεία-η ρωμαίικη ειρωνεία-η πότε λεπτή, πότε σκληρή, και συχνά χυδαία και βάναυση, είναι για τον Καβάφη τέλεια άγνωστη. Ο Καβάφης δε θα μπορούσε να σταθεί στη σημερινή Ελλάδα, και για αυτό κάνει σοφά που μένει μακριά της. "Το ξέρω πως δεν είναι ωραία εδώ που μένω", μου είπε, "για αυτό ζω κλεισμένος σ' αυτό το σπίτι, μόνος με τα βιβλία μου. Δεν είμαι όμως ακόμα τέλειος ερημίτης. Σα βραδιάζει μ' αρέσει ν' ακούω την πόρτα να χτυπά. Είναι μια αδυναμία που πρέπει να την υπερνικήσω".





Ο Καβάφης σε μεγάλη ηλικία.


Η Μυρτιώτισσα φεύγει από το σπίτι του Καβάφη αληθινά γοητευμένη, μαγεμένη από τον κόσμο του ποιητή,  και με έντονη την επιθυμία να τον ξαναδεί.

   "...Βγήκαμε έξω. Ο θόρυβος της πολιτείας μου φάνηκε ακόμα πιο ανυπόφορος και τα ξεφωνητά των αραπάδων αποτρόπαια. Τράβηξα προς το ξενοδοχείο. Και η μορφή του Ποιητή μ' ακολουθούσε. Σα βρέθηκα μόνη σκέφτηκα: Bέβαια, όλοι σχεδόν το βλέπουμε, το ξέρουμε πως η ζωή είναι άσκημη, και όμως τη ζούμε και τρεφόμαστε απ' την ασκήμια της καθημερινά. Αυτός κατάφερε να ξεφύγει από τη ρουτίνα της. Εγκαίρως κάρφωσε τα ερευνητικά του μάτια γύρω της και γύρω στον Έρωτα, και σαν τα βρήκε όλα τόσα άσκημα, πολύ φοβήθηκε. Υπερήφανος, δε δέχτηκε ν' αυτοκτονήσει. Οπλίστηκε με τεράστια θέληση, κλείστηκε μέσα στο σπίτι του, και φρουρός άγρυπνος του εαυτού του, έκανε την Τέχνη του ζωή..."

Βλ. Μυρτιώτισσας Άπαντα (πρόλογος Τ. Αθανασιάδη-εισαγωγή Ανδρέα Καραντώνη), εκδ. Alvin Redman Hellas, Αθήνα, 1965, σ. 313-315.


Πηγές:


_





Γιώργος Παππάς 1909-1958


Ο Γεώργιος Παππάς ήταν Έλληνας δραματικός ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1909. Ήταν γιος του δημοσιογράφου Σπυρίδωνα Παππά και της ποιήτριας Θεώνης Δρακοπούλου, που έγινε γνωστή με το ψευδώνυμο "Μυρτιώτισσα". Σπούδασε στην Ελβετία όπου και έλαβε δίπλωμα Γεωπονικής και επανερχόμενος στην Ελλάδα διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών απ΄ όπου και ακολούθησε διπλωματική σταδιοδρομία, την οποία όμως και εγκατέλειψε όταν εμφανίσθηκε στη θεατρική σκηνή το 1931 με το θίασο του Μήτσου Μυράτ στο έργο "Κύκλος" του Σόμερσετ Μωμ και αργότερα ως συνθιασάρχης με τους θιάσους της Κυβέλης, της Κοτοπούλη κ.ά.
Ο Γεώργιος Παππάς χρημάτισε στη συνέχεια μέλος του θιάσου αλλά και πρωταγωνιστής του Βασιλικού Θεάτρου Αθηνών παίζοντας πάντα πρωταγωνιστικούς ρόλους. Αλλά και ο ίδιος, στη διάρκεια της κατοχής, διετέλεσε θιασάρχης με την Βάσω Μανωλίδου, τον Βεάκη και τον Δενδραμή. Μετά τον πόλεμο συνεργάστηκε με την Κατερίνα και με τον θίασο Λαμπέτη - Χορν, ενώ ανέλαβε και καθηγητής της υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου. Εξαιρετική επιτυχία σημείωσε στα έργα "Έγκλημα και τιμωρία", "Δον Ζουάν", "Καίσαρ και Κλεοπάτρα", "Αγία Ιωάννα", "Ευαγγελισμός" κ.ά.





Ο Γεώργιος Παππάς τιμήθηκε με το χάλκινο παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής για τη προσφορά του στο γαλλικό θέατρο. Μετάφρασε πολλά θεατρικά έργα αρκετά από τα οποία και σκηνοθέτησε ο ίδιος. Πέθανε νέος, στις 3 Μαΐου του 1958.

Πηγή: Βικιπαίδεια


Η Μελίνα Μερκούρη σε εφηβική ακόμα ηλικία ερωτεύεται παράφορα τον γόη ηθοποιό Γιώργο Παππά κι αποφασίζει να γίνει και η ίδια ηθοποιός. Πρωτοεμφανίζεται στη θεατρική σκηνή το 1944 στο θέατρο Βρετάνια με το θίασο των Γιώργου Παππά και Αντώνη Γιαννίδη, στο έργο του Αλέξη Σολωμού, «Το μονοπάτι της Λευτεριάς».
_




Ο Λ. Κωνσταντάρας δείχνει συμπόνια για το "τέρας" !!
_

Ο Γιάννης Τσαρούχης γράφει για Κοτοπούλη και Γιώργο Παππά:


"Η Κοτοπούλη ήταν ένας τύπος λαϊκός κι ας σύχναζε στο παλάτι. Η αντίληψή της για το παλάτι ήταν ιερή. Δεν ήθελε να συζητήσει την παράδοση ενός θεσμού που σέβονταν πολλά σημαντικά κράτη. Ήταν παραδεκτή απ’ όλους για την τέχνη της και την βαθύτητά της. Άσχετο αν δήλωνε βασιλικιά. Έκανε παρέα μ’ όλο τον κόσμο ασχέτως κομμάτων. Όταν ο ηθοποιός Γιώργος Παππάς αναζητήθηκε σ’ εκείνη από τους χίτες, η Κοτοπούλη είπε: «Δεν ξέρω πού κρύβεται, αλλά κι αν ήξερα δε θα σας έλεγα. Δε θα καταδιώξω ποτέ καταδιωκομένους». Τους αριστερούς ηθοποιούς πάντοτε προστάτεψε και βοήθησε στα κυνηγητά τους από χίτες και Γερμανούς. Τηλεφωνούσε εδώ κι εκεί για να τους ελευθερώνει μετά τις συλλήψεις τους. «Είναι απαραίτητοι στο θέατρο», έλεγε. Έτσι καμουφλάριζε την ανθρωπιά της, με τη δικαιολογία του θεάτρου." 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ
αποσπάσματα από κείμενο του για την Μ. Κοτοπούλη
που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό η λέξη, τεύχος 68
_


(Αλέξης Σολομός, Θεατρικό Λεξικό, 1989)

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν αγαπημένος φίλος του πρωταγωνιστή του θεάτρου Γιώργου Παππά, γιου του δημοσιογράφου Σπύρου Παππά και της ηθοποιού και ποιήτριας Θεώνης Δρακοπούλου - Μυρτιώτισσας. Πήγαινε συχνά στο σπίτι τους, εκείνη έφτιαχνε καφέ και συζητούσαν. Μετά το θάνατο του Γ. Παππά (γεγονός που συγκλόνισε την ποιήτρια), ο Χατζιδάκις έχασε τα ίχνη της.

Κάποτε, άρρωστη στο νοσοκομείο η Μυρτιώτισσα, στέλνει στο συνθέτη ένα γράμμα συγκινητικό, μαζί με το πασίγνωστο τότε ποίημά της "Σ' αγαπώ", προτρέποντάς τον να το μελοποιήσει. (Το ποίημα είχε δημοσιευτεί το 1925 - έτος γέννησης του Χατζιδάκι - στη δεύτερη ποιητική συλλογή της, "Κίτρινες φλόγες").Το γράμμα έμεινε καιρό στο συρτάρι. Ζώντας (από το 1967) στη Νέα Υόρκη, ο Χατζιδάκις, διαβάζει μια μέρα ότι πέθανε η Μυρτιώτισσα και νιώθει ένοχος που αμέλησε να πάει να τη δει. Δεν ξέχασε ποτέ το γράμμα της. Χρειάστηκαν όμως άλλα τέσσερα χρόνια για να ξεπληρώσει το χρέος του - με μοναδικό, πραγματικά, τρόπο:

Τον Ιούνιο του 1972, στη Νέα Υόρκη ακόμη, ανασύρει το παλιό της ποίημα κι αρχίζει να γράφει τη μουσική του "Μεγάλου Ερωτικού", που ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, στην Αθήνα.Το τραγούδι "Σ' αγαπώ" - σφραγισμένο από τη μαγική ερμηνεία της Φλέρυ Νταντωνάκη - αφιερώθηκε από το συνθέτη "Στη μνήμη του Γιώργου Παππά".



Πηγή: http://nikiloy.pblogs.gr/2010/08/myrtiwtissa.html


_


Ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει σχετικά:

«Μια δεδομένη στιγμή, άρρωστη στο νοσοκομείο, μου στέλνει το Σ' Αγαπώ, το περίφημο ποίημά της, για να κάνω μουσική. Διαβάζοντας ότι πέθανε η Μυρτιώτισσα, μου ήρθε στο νου η παράλειψή μου... Θέλησα να γράψω μουσική εκ των υστέρων γι' αυτό το ποίημα… το τόσο γνωστό στις παλαιότερες γενιές. Για να το συμπεριλάβω όμως κάπου, έπρεπε να κάνω έναν ολόκληρο Ερωτικό. Κι έτσι, αποφάσισα να επιλέξω ποιήματα από τη Σαπφώ μέχρι τις μέρες μας, για να συμπεριληφθεί και το Σ' αγαπώ της Μυρτιώτισσας… Αν ανήκει σε κάποιον ο Μεγάλος Ερωτικός, δικαιωματικά ανήκει στη μνήμη της Μυρτιώτισσας».




_