Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

The Goddess on Whom These Airs Attend


Walter Crane (1845–1915) English artist and book illustrator




The Tempest Act I Scene II — ca 1900

πηγή:  The Pictorial Arts


Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Dead Can Dance - Summoning Of The Muse

Summoning Of The Muse


*

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

κόσμος: Η Λευκή Θεά ΙΙ


Karl Peter Hasselberg (1850-1894) Σουηδός γλύπτης


Snowlochen (λεπτομέρεια)


Sleeping Nymph (λεπτομέρεια)


Sleeping Nymph (λεπτομέρεια)


 

Η Λευκή Θεά II




Αποσπάσματα του 24ου κεφαλαίου, "To Μοναδικό Ποιητικό Θέμα", από τη Λευκή Θεά του Ρ. Γκρέιβς (εκδόσεις Κάκτος, 1998). 



[…] Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο δήλωσα ότι οι ποιητές μπορούν να κριθούν ακριβοδίκαια βάσει της ακρίβειας της απεικόνισής τους ως προς τη Λευκή Θεά. Ο Σαίξπηρ τη γνώριζε και τη φοβόταν. Δεν πρέπει να μας παραπλανούν τα χαριτωμένα παιχνιδίσματα των ερωτικών αποσπασμάτων στο πρώιμο έργο του Αφροδίτη και Άδωνις ή στο εκπληκτικό μυθογραφικό συνονθύλευμα στο Όνειρο Θερινής Νυκτός όπου ο Θησεύς εμφανίζεται ως πνευματώδης ελισαβετιανός δανδής, οι Τρεις Μοίρες, ως καπριτσιόζες νεράιδες με τα ονόματα Μπιζελάνθη, Αραχνοΰφαντη και Σιναποσπόρη, ο Ηρακλής ως σκανταλιάρης Ρομπέν των Δασών, το Λιοντάρι με το Σταθερό Χέρι ως Χουζούρης ο Ξυλουργός, και το πιο τερατώδες απ’ όλα, ο Άγριος Όνος Σηθ-Διόνυσος και η αστροστεφανωμένη Βασίλισσα των Ουρανών ως Μπότομ με γαϊδουρινά αφτιά και φανταχτερή Τιτάνια αντίστοιχα. 



Paul-Jean Gervais (1859-1936) Γάλλος ζωγράφος






Folie de Titania, 1897



Την παρουσιάζει με περισσότερη ειλικρίνεια ως Τριπλή Εκάτη στον Μάκβεθ, να προΐσταται πάνω από τη χύτρα των μαγισσών, διότι το δικό της πνεύμα καταλαμβάνει τη Λαίδη Μακμπέθ και της υποβάλει την έμπνευση να δολοφονήσει το βασιλιά Ντάνκαν, αλλά και ως υπέροχη και ακόλαστη Κλεοπάτρα που για την αγάπη της αφανίζεται ο Αντώνιος. Η τελευταία της εμφάνιση στα έργα του είναι ως «καταραμένη μάγισσα Συκόραξ» στην Τρικυμία.



William Shakespeare (1564 - 1616)








Ο Σαίξπηρ, με τη μορφή του Πρόσπερου, ισχυρίζεται ότι την έχει υπό την εξουσία του με τα μαγικά του βιβλία, ότι έχει τσακίσει τη δύναμή της και υποδουλώσει τον τερατόμορφο γιό της Κάλιμπαν  - όχι όμως πριν του αποσπάσει τα μυστικά του υπό το πρόσχημα της καλοσύνης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκρύψει τον τίτλο του Κάλιμπαν στο νησί ούτε το αρχικό γαλάζιο των ματιών της Συκόρακος, αν και «γαλανομάτης» στην αργκό της ελισαβετιανής εποχής σήμαινε επίσης τον άνθρωπο που τα μάτια του είχαν μελανούς κύκλους από την ακολασία. 







  Herbert James Draper, Prospero Summoning Nymphs and Deities



Η Συκόραξ […] ήρθε στο νησί με τον Κάλιμπαν μέσα σε βάρκα, όπως ήρθε η Δανάη στη Σέριφο από το Άργος με το βρέφος Περσέα, ή όπως έφτασε η Λατόνα στη Δήλο με τον αγέννητο Απόλλωνα. Ήταν θεά με τη δύναμη να ελέγχει την ορατή Σελήνη – «να προκαλεί αμπώτιδες και πλημμυρίδες κατά πώς θέλει». Ο Σαίξπηρ λέει ότι εξορίστηκε από το «Αρτζίερς» (μήπως ήταν άραγε το Άργος;) λόγω της μαγείας της. Όμως στέκει δίκαιος ποιητικά απέναντι στον Κάλιμπαν και βάζει την πιο αληθινή ποίηση του έργου του στο στόμα του:

     Μη φοβηθείς. το νησί είναι γεμάτο θορύβους,
     Ήχους και γλυκά αεράκια που δίνουν χαρά και κακό δεν κάνουν,
     Κάποιες φορές χίλια έγχορδα όργανα
     Σιγοτραγουδούν στ’ αυτιά μου. κι άλλες φορές φωνές
     Που αν έχω μόλις ξυπνήσει από ύπνο μακρύ
     Θα με κάνουν να ξανακοιμηθώ. και τότε στ’ όνειρό μου
     Θάρρεψα πως τα σύννεφα Θ’ ανοίξουν και θα φανερώσουν πλούτη
     Έτοιμα να πέσουν πάνω μου. κι όταν ξύπνησα,
     Παρακαλούσα να ξαναονειρευτώ.









Βλέπουμε καθαρά ότι η παράλογη ακολουθία των χρόνων προκαλεί την πλήρη αναστολή του χρόνου.







Joseph Severn (1793-1879) Άγγλος ζωγράφος
 Portrait of Keats, listening to a nightingale on Hampstead Heath, 1845




Ο Κητς [John Keats 1795-1821] είδε τη Λευκή Θεά ως Ωραία χωρίς οίκτο. Ήταν μακρυμαλλούσα, αλαφροπάτητη με αγριεμένα μάτια, αλλά ο Κητς μετέφερε χαρακτηριστικά το κρίνο από το μέτωπό της στα μέτωπα των θυμάτων της και έβαλε τον ιππότη να την καθίσει στο άτι του, αντί να καβαλήσει ο ίδιος το δικό της […] έγραψε επίσης με οίκτο για τη Λάμια, την Ερπετό-θεά […]



Herbert James Draper(1863–1920)






Lamia



Η περίπτωση της Ωραίας χωρίς οίκτο απαιτεί λεπτομερή εξέταση υπό το φως του Θέματος. Ακολουθεί το ποίημα όπως πρωτοεμφανίστηκε, με μερικά αστεία σχόλια στο τέλος, που έχουν αντιγραφεί σε ένα γράμμα-ημερολόγιο προς τον αδελφό του Κητς Τζόρτζ στην Αμερική. Οι διαγραμμένες λέξεις είναι με όρθια γράμματα και μέσα σε παρένθεση:


Τετάρτη Βράδυ*


LA BELLE DAME SANS MERCI**


     Ω τι ‘ναι αυτό που θλίβει τον αρματωμένο ιππότη
         Που έρημος και ωχρός πλανιέται;
     Ξεράθηκε στη λίμνη το σπαθόχορτο,
         Και δεν λαλεί πουλί!

     Ω τι ‘ναι αυτό που θλίβει τον αρματωμένο ιππότη
         Τον τόσο αποσταμένο και βαλαντωμένο;
     Του σκίουρου η φωλιά είναι γεμάτη
         Κι ο θέρος πήρε τέλος.

     Βλέπω στο μέτωπό σου (του θανάτου) κρίνο,
         Με την πάχνη της αγωνίας και του πυρετού
     Στα μάγουλά σου ρόδο μαραμένο
         Που κι αυτό γοργά πεθαίνει –

     Κάποια Κυρά απάντησα στα (άγρια) λιβάδια
         Πανέμορφη, παιδί νεράιδας,
     Μακρυμαλλούσα, αλαφροπάτητη,
         Με μάτια αγριεμένα.

     Στεφάνι έπλεξα για το κεφάλι της,
         Βραχιόλια και ζώνη μυρωμένη.
     Με κοίταξε, με αγάπη λες,
         Και αναστέναξε γλυκά –

     Την έφερα στο γρήγορο άλογό μου
         Κι άλλο δεν είδα πια κείνη τη μέρα
     Καθώς μου έγειρε και μου τραγούδησε
         Τραγούδι των νεράιδων –

     Μου ηύρε ρίζες από βότανα γλυκά
         Άγριο μέλι και (μέλι) μάννα δρόσο.
     Και βέβαια σ’ άγνωστη γλώσσα είπε:
         Στ’ αλήθεια σ’ αγαπάω –

     Μ’ έφερε στο ξωτικό της άντρο
         Κι έκλαψε εκεί (και αναστέναξε εκεί)
     Και στεναγμό έβγαλε βαθύ
         Κι εκεί τα’ άγρια μάτια της της τα ‘κλεισα
     Με τέσσερα φιλιά –

     Εκεί λοιπόν με κοίμισε γλυκά,
         Και είδα όνειρο φριχτό.
     Ήτανε το στερνό μου όνειρο
         Στον παγερό τον λόφο

     Βασιλιάδες είδα ωχρούς κι ακόμα πρίγκιπες
         Και ωχρούς σαν απ’ τον θάνατο πολεμιστές
     La belle dame sans merci, κραυγάζανε,
         Σε διαφεντεύει.

     Είδα τα διψασμένα χείλη τους στο σούρουπο 
         (Τρέμανε όλοι)
         Προαίσθημα δεινό (το στόμα χάσκοντας) με ξύπνησε
     Πετάχτηκα κι είδα να βρίσκομαι εδώ
         Στον παγερό το λόφο.

     Ιδού λοιπόν γιατί γυρνώ εδώ (μαραίνομαι)
         Μόνος κι έρημος πλανιέμαι,
     Αν και ξεράθηκε στη λίμνη το σπαθόχορτο,
         Και δεν λαλεί πουλί…

_______________________________________________

* Πιθανώς 28 Απριλίου 1819
** «Η Ωραία χωρίς Οίκτο»

_______________________________________________









Original version of La Belle Dame Sans Merci, 1819

Oh what can ail thee, knight-at-arms,
    Alone and palely loitering?
The sedge has withered from the lake,
    And no birds sing.

Oh what can ail thee, knight-at-arms,
    So haggard and so woe-begone?
The squirrel's granary is full,
    And the harvest's done.

I see a lily on thy brow,
    With anguish moist and fever-dew,
And on thy cheeks a fading rose
    Fast withereth too.

I met a lady in the meads,
    Full beautiful - a faery's child,
Her hair was long, her foot was light,
    And her eyes were wild.

I made a garland for her head,
    And bracelets too, and fragrant zone;
She looked at me as she did love,
    And made sweet moan.

I set her on my pacing steed,
    And nothing else saw all day long,
For sidelong would she bend, and sing
    A faery's song.

She found me roots of relish sweet,
    And honey wild, and manna-dew,
And sure in language strange she said -
    'I love thee true'.

She took me to her elfin grot,
    And there she wept and sighed full sore,
And there I shut her wild wild eyes
    With kisses four.

And there she lulled me asleep
    And there I dreamed - Ah! woe betide! -
The latest dream I ever dreamt
    On the cold hill side.

I saw pale kings and princes too,
    Pale warriors, death-pale were they all;
They cried - 'La Belle Dame sans Merci
    Hath thee in thrall!'

I saw their starved lips in the gloam,
    With horrid warning gaped wide,
And I awoke and found me here,
    On the cold hill's side.

And this is why I sojourn here
    Alone and palely loitering,
Though the sedge is withered from the lake,
    And no birds sing.




Frank Dicksee (1853-1928) English painter






La Belle Dame Sans Merci



Published version of La Belle Dame Sans Merci, 1820

Ah, what can ail thee, wretched wight,
    Alone and palely loitering;
The sedge is wither'd from the lake,
    And no birds sing.

Ah, what can ail thee, wretched wight,
    So haggard and so woe-begone?
The squirrel's granary is full,
    And the harvest's done.

I see a lily on thy brow,
    With anguish moist and fever dew;
And on thy cheek a fading rose
    Fast withereth too.

I met a lady in the meads
    Full beautiful, a faery's child;
Her hair was long, her foot was light,
    And her eyes were wild.

I set her on my pacing steed,
    And nothing else saw all day long;
For sideways would she lean, and sing
    A faery's song.

I made a garland for her head,
    And bracelets too, and fragrant zone;
She look'd at me as she did love,
    And made sweet moan.

She found me roots of relish sweet,
    And honey wild, and manna dew;
And sure in language strange she said,
    I love thee true.

She took me to her elfin grot,
    And there she gaz'd and sighed deep,
And there I shut her wild sad eyes--
    So kiss'd to sleep.

And there we slumber'd on the moss,
    And there I dream'd, ah woe betide,
The latest dream I ever dream'd
    On the cold hill side.

I saw pale kings, and princes too,
    Pale warriors, death-pale were they all;
Who cry'd--"La belle Dame sans merci
    Hath thee in thrall!"

I saw their starv'd lips in the gloam
    With horrid warning gaped wide,
And I awoke, and found me here
    On the cold hill side.

And this is why I sojourn here
    Alone and palely loitering,
Though the sedge is wither'd from the lake,
    And no birds sing. 

______________________________


[συνέχεια από το γράμμα-ημερολόγιο του Κητς προς τον αδελφό του Τζόρτζ στην Αμερική:]

Γιατί τέσσερα φιλιά – θα μου πεις – τέσσερα, επειδή θέλω να περιορίσω την ορμητική παραφορά της Μούσας μου – ευχαρίστως θα έλεγε «πλήθος» χωρίς να βλάψει την ομοιοκαταληξία – αλλά πρέπει να μετριάζουμε τη Φαντασία, όπως λένε οι ακριβοδίκαιοι κριτικοί. Αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω έναν αριθμό που θα έδινε και στα δυο μάτια δίκαιη μοιρασιά, και για να πω την αλήθεια, νομίζω πως δυο στο καθένα αρκούν. Αν είχα πει επτά θα αναλογούσαν τρεισήμισι στο καθένα – πολύ άβολη υπόθεση και παρατραβηγμένο από τη μεριά μου…

Το περιεχόμενο του ποιήματος του Κητς αναλύεται εκτενώς στο έργο του Σίντνεϊ Κόλβιν Η ζωή του Κητς. Ο Κητς διάβαζε μία μετάφραση, που τότε αποδιδόταν στον Τσώσερ, του Η ωραία χωρίς οίκτο του Αλέν Σαρτιέ, στο οποίο «ένας ευγενής, μη βρίσκοντας έλεος στα χέρια κάποιας ευγενούς, πέθανε από τη λύπη του».

[…] Έχουν βρεθεί και άλλες λογοτεχνικές πηγές της μπαλάντας. Στη Νεραϊδοβασίλισσα (ΙΙ, 6) του Σπένσερ, ο ιππότης Κυμοχίλης, καθώς περιπλανιέται στην όχθη του ποταμού, βλέπει σε μια βάρκα τη γόησσα Φαιδρία. Δέχεται την πρόσκλησή της να ανέβει μαζί της στη βάρκα και περνούν ευχάριστες ώρες παρέα. Εκείνη τραγουδάει, αστειεύεται, στολίζει το κεφάλι του με στεφάνια και βάζει φρέσκα λουλούδια γύρω από το λαιμό της, ενώ ο ιππότης τη θαυμάζει βαθιά ικανοποιημένος. Αποβιβάζονται σε ένα νησί στην «Ασάλευτη Λίμνη», όπου οδηγεί το «δυστυχή σκλάβο» σε μια σκιερή κοιλάδα, τον νανουρίζει μέχρι να πέσει σε βαθύ ύπνο με το κεφάλι του στην ποδιά της και τον εγκαταλείπει εκεί. Παρόμοια στο Θάνατο του Αρθούρου V, 1) του Μάλορι ο προφήτης Μέρλιν «παλαβώνει και ξεμυαλίζεται» με τη Νιμουέ, τη γόησσα. Εκείνη τον δελεάζει και τον οδηγεί σε κάποια σπηλιά όπου τον αφήνει φυλακισμένο.







Edward Burne-Jones (1833-1898)
The Sleep of King Arthur in Avalon




Η Άμι Λόουελ ανακάλυψε άλλη μια πηγή του ποιήματος στο ρομάντζο Παλμίριν ο Άγγλος, το οποίο, όπως είναι γνωστό, ο Κητς διάβαζε άπληστα […] Κατά το τέλος του ρομάντζου εμφανίζεται περιγραφή βασιλιάδων και πριγκίπων βαλσαμωμένων σε ένα νεκρικό ναό στο νησί του ολέθρου, που φαίνεται να εξηγεί τη φράση «χλομοί βασιλιάδες καθώς και πρίγκιπες».

Υπάρχουν επίσης στην Ωραία χωρίς οίκτο ομοιότητες με το Κουμπλάι Χαν του Κόλριτζ, όπου περιγράφεται η κόρη που τραγουδάει και η ποιητική μελοδροσιά («άγριο μέλι και μάννα δρόσο» είναι η παραλλαγή του Κητς) […] όμως η πιο σημαντική πηγή από όλες είναι η Μπαλάντα του Τόμας του Στιχοπλόκου[…] Η βασίλισσα της Έλφλαντ (Χώρας των Ξωτικών - [ελφ- από αλφός]) είχε ανεβάσει στο κατάλευκο άτι της  τον Τόμας του Έρσελντουν, και τον μετέφερε σε ένα κήπο όπου τον τάισε ψωμί και κρασί, τον νανούρισε να κοιμηθεί στην ποδιά της και του έδωσε το χάρισμα της ποιητικής ενόρασης. τον προειδοποίησε όμως ότι μπορεί να προοριζόταν για θυσία στην Κόλαση Νυχτερινής Σύναξης, αν έπαιρνε το δρόμο που «βρίσκεται έξω από την παγερή λοφοπλαγιά εκεί πάνω». 


Ο Κητς ήταν πλέον είκοσι τεσσάρων ετών και η ζωή του περνούσε κρίση. Είχε εγκαταλείψει την ιατρική για τη λογοτεχνία, αλλά είχε αρχίσει να έχει αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μπορούσε να συντηρηθεί από αυτή. τον τελευταίο καιρό τον είχε πιάσει μια «τεμπέλικη νωθρότητα» για τη δουλειά του. Είχε καταληφθεί από ένα ζηλόφθονο, κτητικό πάθος για το «ωραίο και κομψό, χαριτωμένο, ανόητο, μοντέρνο και παράξενο… ΔΙΑΒΟΛΟΘΗΛΥΚΟ» τη Φάνι Μπράουν. Προφανώς εκείνη κολακευόταν από την προσοχή του και ήταν πρόθυμη να τον αφήσει να γίνει το φλερτ της, αλλά η επιπόλαιη συμπεριφορά της του προκαλούσε όλο και μεγαλύτερο πόνο […] Τα «τέσσερα φιλιά» στο ποίημα είναι μάλλον αυτοβιογραφικά παρά τροποποίηση, για χάρη της ομοιοκαταληξίας, της συνηθισμένης σύμβασης της μπαλάντας «τρία φιλιά». Φαίνεται όμως ότι συχνά η Φάνι του φαινόταν ανελέητα από μνησικακία για τους δεσποτικούς του τρόπους και έφτασε μάλιστα, όπως παραπονιέται ο Κητς  σε ένα γράμμα, στο σημείο να κάνει «την καρδιά του κλοτσοσκούφι, φλερτάροντας με τον Μπράουν» το φίλο του. Συνεπώς, η Ωραία ήταν, από μια άποψη, η σκανταλιάρα Φάνι Μπράουν, την οποία τοποθέτησε μεταφορικά μπροστά του, στη σέλα του Πηγάσου του. η αλήθεια είναι ότι θαύμαζε τα ποιήματά του αρκετά, ώστε να αντιγράψει ένα δυο από αυτά σε κάποιο χειρόγραφο δικό της βιβλίο.    
 
Ο Κητς όταν έγραφε στον αδελφό του Τζορτζ που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και βρισκόταν μακριά από την πατρίδα,  κατέβαλε κάθε προσπάθεια να του κρύψει τόσο την ένταση του πάθους του για τη Φάνι όσο και τη σοβαρή κατάσταση της υγείας του, που περιέπλεκε όλα του τα προβλήματα. Βρισκόταν τώρα στα πρώτα στάδια της φθίσης που προκλήθηκε, έξι μήνες πριν, από μια εξαντλητική περιοδεία με τα πόδια στη Σκοτία, από την οποία είχε επιστρέψει για να βρει το μεγαλύτερο αδελφό του Τομ ετοιμοθάνατο από την ίδια αρρώστια. Ως πρώην φοιτητής της ιατρικής γνώριζε ότι δεν είχε βρεθεί ακόμη θεραπεία γι’ αυτή την αρρώστια. Είχε δει το κρίνο στο μέτωπο του Τομ, το ρόδο του πυρετού στα μάγουλά του, τα διψασμένα χείλη του ορθάνοιχτα σε φριχτή προειδοποίηση, και του είχε κλείσει τα άγρια μάτια του με νομίσματα, όχι με φιλιά.

Στην επιστολή που περιέχει την Ωραία χωρίς Οίκτο ο Κητς αναφέρει ότι είχε μόλις συναντήσει τον Κόλριτζ να περιπατεί στο Χαϊγκέιτ Ποντς μαζί με τον Γκριν, έναν παλιό καθηγητή του της ιατρικής. Η περιγραφή του Κόλριτζ σχετικά με αυτή τη συνάντηση έχει σωθεί. Ο Κητς του ζήτησε την άδεια να του σφίξει το χέρι, θέλοντας να πάρει μαζί του την ανάμνηση της  συνάντησής τους, και, όταν έφυγε, ο Κόλριτζ είπε στον Γκριν: «Υπήρχε θάνατος σ’ εκείνο το χέρι». Χαρακτήρισε την αίσθηση που προσέλαβε ως «ζέστη και υγρότητα», αλλά η περιγραφή του ίδιου του Κητς είναι «πάχνη πυρετού». Συνεπώς η «Ωραία χωρίς Οίκτο» ήταν, από άλλη άποψη, η Φθίση της οποίας τα θύματα τον προειδοποιούσαν ότι συγκαταλεγόταν τώρα ανάμεσά τους. Μολονότι πέρασε μια ολόκληρη χρονιά σχεδόν πριν λάβει τη «θανατική καταδίκη» με τη μορφή έντονης αρτηριακής αιμορραγίας στους πνεύμονες, ο Κητς πρέπει να είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι ακόμη και αν μπορούσε να συντηρήσει οικονομικά τη Φάνι, δεν μπορούσε ως έντιμος άνθρωπος να τη ζητήσει σε γάμο […] τα χαρακτηριστικά της Ωραίας ήταν όμορφα με ένα παράξενα χλομό, λεπτό τρόπο, όπως της Φάνι, αλλά ταυτόχρονα δυσοίωνα και κοροϊδευτικά. αντιπροσώπευαν τόσο τη ζωή που αγαπούσε – στα γράμματά του στη Φάνι την ταύτιζε τόσο με τη Ζωή όσο και με τον Έρωτα – όσο και το θάνατο που φοβόταν.

Υπάρχει και τρίτη συνιστώσα σε αυτή την εφιαλτική εικόνα: το πνεύμα της Ποίησης. Η κύρια παρηγοριά του Κητς στα προβλήματά του, το κυρίαρχο πάθος του και το κύριο όπλο με το οποίο ήλπιζε να κατακτήσει την αγάπη της Φάνι, ήταν η ποιητική φιλοδοξία. Τώρα όμως η ποίηση αποδεικνυόταν σκληρή ερωμένη.

[…] Το ότι η Ωραία αντιπροσώπευε τον Έρωτα, το Θάνατο από Φθίση και την Ποίηση ταυτόχρονα, μπορεί να επιβεβαιωθεί από τη μελέτη των ρομάντζων από τα οποία ο Κητς ανέπτυξε το ποίημα. Φαίνεται πως ένιωθε, διαισθητικά μάλλον παρά από όσα γνώριζε από την ιστορία, ότι όλα βασίζονταν στον ίδιο αρχαίο μύθο. Η βασίλισσα της Έλφλαντ στο Τόμας ο Στιχοπλόκος υπήρξε η μεσαιωνική διάδοχος της προκελτικής Λευκής Θεάς που έπαιρνε τον ιερό βασιλιά στο τέλος της επταετούς βασιλείας* του στο νησί της Ηλύσιο, όπου γινόταν προφητικός ήρωας. Η ιστορία του προφήτη Μέρλιν και της μάγισσας Νιμουέ έχει την ίδια προέλευση. το ίδιο και του Παλμίριν και της μάγισσας πάνω στο άσπρο άλογο, όπως και εκείνη του Κυμοχίλη και της μάγισσας Φαιδρίας. Εκείνη ήταν ο θάνατος, αλλά χάριζε ποιητική αθανασία στα θύματα που ξελόγιαζε με τα ερωτικά της θέλγητρα.

_______________

*[Αντιγράφω από το κεφάλαιο 25]: Η Λευκή Θεά είναι αντι-οικιακή. είναι η αιώνια «άλλη γυναίκα» και ο ρόλος της είναι πραγματικά δύσκολο να παιχτεί από μία ευαίσθητη γυναίκα για περισσότερο από λίγα χρόνια, διότι ο πειρασμός της αυτοκτονίας στην απλή σπιτική ζωή ελλοχεύει στην καρδιά κάθε μαινάδας και μούσας. Σε άλλο σημείο ο Γκρέιβς αναφέρει ότι τα χρόνια που μπορεί η Μούσα να μείνει σε μια ερωτική/οικιακή  σχέση είναι το πολύ επτά – αργότερα θέλει να βγει έξω για αίμα… 
_______________

Ο Κητς στα γράμματά του προς τη Φάνι, καθιστά σαφές ότι για να γίνει εραστής της υπό την πλήρη έννοια, όπως ο Τόμας του Έρσελντουν έγινε εραστής της βασίλισσας της Έλφεϊμ, ευχαρίστως θα δεχόταν το Σημάδι και θα είχε υπογράψει με αίμα τη συνθήκη με την οποία θα παρέδιδε την ψυχή του στην κόλαση. Δεν ήταν χριστιανός. «Θρησκεία μου είναι ο Έρωτας κι εσύ το μοναδικό της δόγμα», της έγραφε.







Samuel Taylor Coleridge (1772-1834)



[…] Ο Κόλριτζ, στις καλύτερες στιγμές του, είχε αυστηρότερη ποιητική συνείδηση απ’ όσο ο Κητς. […] η περιγραφή του στο Γέρο-Ναυτικό της γυναίκας που παίζει ζάρια με το Θάνατο στο πλοίο-φάντασμα είναι από τις πιο πιστές περιγραφές της Λευκής Θεάς που υπάρχουν:

     Τα χείλη της ήταν κόκκινα, η όψη της ελεύθερη,
         Οι μπούκλες της κίτρινες σαν χρυσάφι,
     Το δέρμα της λευκό σαν λέπρα.
     Η Νάιτμεαρ Ζωή εν τω θανάτω ήταν αυτή
         Που κάνει το αίμα του ανθρώπου να παγώνει.

Οι ανώνυμοι Άγγλοι που έγραψαν μπαλάντες υμνούν αδιάκοπα την ομορφιά και την τρομερή δύναμη της Θεάς. Το Τραγούδι του Τομ ο’ Μπέντλαμ είναι άμεσα εμπνευσμένο απ’ αυτήν:

     Η Σελήνη είναι η μόνιμη ερωμένη μου
         Και η μοναχική κουκουβάγια η συντροφιά μου
     Ο φλογερός δράκοντας
     Και ο νυχτοκόρακας
         Μου παίζουν μουσική στη θλίψη μου.

Το ίδιο και η Ιερή Γη του Γουάλσινχαμ:    

     Τέτοια γυναίκα γνώρισα καλέ μου κύριε,
         Ένα τέτοιο αγγελικό πρόσωπο
     Που σαν νύμφη, σαν βασίλισσα εμφανίστηκε
         Στο βάδισμα, στη χάρη.

      Με άφησε εδώ μονάχο,
         Ολομόναχο, σαν να μην ξέρει
      Πως κάποτε μαζί της με πήρε
         Και μ’ αγάπησε σαν δικό της.

[…] μολονότι αγαπάει μόνο για να καταστρέφει, η Θεά καταστρέφει μόνο για να αναζωογονήσει.

Η αναφορά του Κόλριτζ στη λέπρα είναι παράξενα ακριβής. Η λευκότητα της Θεάς υπήρξε πάντα διφορούμενη έννοια. Από τη μία είναι η ευχάριστη λευκότητα της μαργαριτώδους κριθής ή του γυναικείου σώματος ή του γάλακτος ή του απάτητου χιονιού. από την άλλη είναι η φριχτή λευκότητα του πτώματος ή ενός φάσματος ή της λέπρας. Εξ αυτού, στο Λευιτικόν ΙΔ΄ 10, η ευχαριστήρια προσφορά του λεπρού μετά την ίασή του, που αρχικά πληρωνόταν στη Μητέρα-θεά, ήταν μία ποσότητα κριθάλευρου. Η Αλφιτώ, όπως έχουμε δείξει, συνδυάζει τούτες τις έννοιες: διότι αλφός είναι η λευκή λέπρα, αυτή που μοιάζει με λεύκη και προσβάλλει κυρίως το πρόσωπο, και άλφιτον είναι το κριθάλευρο, και η Αλφιτώ ζούσε στις κορφές των γκρεμών της Νώνακρης σε αιώνιο χιόνι. Ο Παυσανίας συνδέει τη λέπρα […] με την πόλη Λέπρεον που βρισκόταν στον ποταμό Αλφειό στην περιοχή της Τριφυλλίας, η οποία υπήρξε αποικία λεπρών που ιδρύθηκε από μία θεά ονόματι Λεπρέα. Αργότερα, τέθηκε υπό την προστασία του «Διός της Λεύκας», διότι άλλη ονομασία για τη λέπρα είναι λεύκη, που σημαίνει επίσης το ομώνυμο δέντρο. Αυτό συνδέει διάφορα άκρες της ανάλυσης. Τα λευκά τριφύλλια που αναφύονται όπου πατάει η Έρωτας-θεά Όλουεν μπορούν να περιγραφούν ως «λευκά σαν λέπρα». Και μπορούμε να υποθέσουμε ότι η λεύκα […] που εξακολουθεί να φυτρώνει στην κοιλάδα της Στυγός, ήταν φυλαχτό ενάντια σε κάθε μορφής λέπρα: διότι albus και albulus   στα λατινικά έχουν όλες τις σημασίες του ελληνικού αλφός.

Όταν ο Eύανδρος κατέφτασε στην Ιταλία από την Αρκαδία, έφερε το όνομα του ποταμού Αλφειού μαζί του: Albula ήταν το παλιό όνομα του Τίβερη, μολονότι τα κίτρινα νερά του μπορούσαν να του έχουν δώσει το όνομα «Ξάνθος» ή «Flavus», εάν δεν προστάτευε η Λευκή Θεά την μετανάστευση.   

Οι Ιέρειες της Λευκής Θεάς στην αρχαία εποχή είναι πιθανόν να λεύκαιναν τα πρόσωπά τους με κιμωλία κατά μίμηση του λευκού δίσκου της Σελήνης. Είναι πιθανόν στη Σαμοθράκη, ξακουστή για τα Μυστήρια της Λευκής Θεάς, να παίρνει το όνομά της από τη φολιδωτή λέπρα, διότι είναι γνωστό ότι σαμο- σημαίνει λευκό και ότι η λέξη στα αρχαία γοϊδελικά γι’ αυτό το είδος της λέπρας ήταν σαμοθρούσκ. Ο Στράβων προσφέρει έρεισμα σε αυτή την πρόταση στα Γεωγραφικά του. αναφέρει ότι ο Αρτεμίδωρος γράφει πως «υπάρχει νησί κοντά στη Βρετανία όπου τελούνται οι ίδιες ιεροτελεστίες προς τιμής της Δήμητρας και της Περσεφόνης όπως στη Σαμοθράκη».

Στο Γέρο-Ναυτικό, όταν η Νάιτμεαρ Ζωή εν τω Θανάτω έχει κερδίσει το παιχνίδι στα ζάρια:

     «Το παιχνίδι τελείωσε, νίκησα, νίκησα»,
         Λέει εκείνη και σφυρίζει τρεις φορές.

Σφυρίζει για τη μαγική αύρα που θα σώσει τελικά τη ζωή του Ναυτικού. Εδώ πάλι ο Κόλριτζ είναι υπέροχα ακριβής. Η Λευκή Θεά Καρντέα […] κυβερνούσε τους τέσσερις βασικούς ανέμους.

[Αποσπάσματα από το κεφάλαιο 4: Ο Οβίδιος ταυτίζει την Καρντέα με τη θεά Καρνέα … :Η ισχύς της είναι να ανοίγει ό,τι είναι κλειστό και να κλείνει  ό,τι είναι ανοικτό …  Η Καρνέα γενικώς ταυτίζεται με τη ρωμαϊκή θεά Κρανάη η οποία στην πραγματικότητα είναι η ελληνική Κρανάη η «τραχιά ή λίθινη», επωνυμία της Άρτεμης, που η έχθρα της προς τα παιδιά έπρεπε διαρκώς να κατευνάζεται ... Το όνομα της Cerridwen συντίθεται από τις λέξεις cerdd  (κερδ) και wen (ουέν), όπου  wen σημαίνει «λευκό» και  cerdd στα ιρλανδικά και στα ουαλικά σημαίνει «κερδίζω», καθώς επίσης τις «τέχνες της θεοπνευστίας και ειδικά την ποίηση», όπως οι ελληνικές λέξεις κέρδος και κερδεία από όπου παράγεται το λατινικό cerdo «χειροτέχνης». Στα ελληνικά η νυφίτσα, η προτιμώμενη μεταμόρφωση των μαγισσών της Θεσσαλίας, ονομαζόταν Κερδώ συνήθως μεταφρασμένο σε «πανούργα» … Η Κερίντουεν … είναι η Λευκή Κυρά του Θανάτου και της Θεοπνευστίας. Είναι όντως η Αλβίνα ή Αλφιτώ, η Κριθαρο-θεά που έδωσε το όνομά της στη Βρετανία]

[…] Ο παραδοσιακός τρόπος των μαγισσών για να ξεσηκώσουν τον άνεμο είναι να σφυρίξουν τρείς φορές στη Λευκή Θεά. από κει προέρχεται και η παροιμιώδης κακοτυχία από «θηλυκό πουλί που κρώζει και κόρη που σφυρίζει». «Θα σου δώσω έναν άνεμο». «Κι εγώ έναν άλλο.» - όπως λένε οι μάγισσες στον Μακμπέθ … Η στενή σχέση των ανέμων με τη Θεά είναι επίσης γνωστή στην ευρέως διαδεδομένη λαϊκή πεποίθηση ότι […] οι φοράδες μπορούν να συλλάβουν αρκεί να στρέψουν τα καπούλια τους στον άνεμο.

Η αρχαιότερη κλασική αναφορά σε αυτή τη δοξασία σχετικά τις φοράδες απαντά στην Ιλιάδα, όπου ο Βορέας [βόρειος άνεμος] ερωτοτροπεί με τις τρεις χιλιάδες φοράδες του Εριχθόνιου γιου του Δαρδάνου. τις βρήκε να βόσκουν στις πεδιάδες της Τροίας και βάτεψε δώδεκα απ’ αυτές […] Ο Βορέας απεικονίζεται στην περίφημη σκαλιστή Λάρνακα του Κύψελου ως μισός άνθρωπος, μισός φίδι – υπόμνηση ότι οι άνεμοι βρίσκονταν υπό την εξουσία της Θανατο-θεάς και έβγαιναν από μαντικές σπηλιές ή τρύπες στο έδαφος. Εμφανίζεται να μεταφέρει τη νύμφη Ωρείθυια, θυγατέρα ενός άλλου Εριχθόνιου, του πρώτου βασιλιά των Αθηνών (ο οποίος εισήγαγε εκεί τα τέθριππα άρματα) στο ορεινό σπίτι του στη Θράκη.

[…] Ο Λακτάνιος, ο χριστιανός Πατέρας του τέλους του τρίτου αιώνα, παραλληλίζει τη γονιμοποίηση αυτή των φοράδων με τη μυστηριακή γονιμοποίηση της Παρθένου Μαρίας από το Άγιο Πνεύμα (πνεύμα στα ελληνικά σήμαινε τον άνεμο). παραλληλισμός που δεν θεωρήθηκε κακόγουστος στην εποχή του.






Edward Burne-Jones (1833-1898)
The Annunciation 1876-1879



[…] Η Λευκή Θεά του Σπένσερ είναι η «Κυρά της Λίμνης»  των θρύλων του Αρθούρου, που ονομάζεται επίσης και «Λευκό Φίδι» […] Είναι ερωμένη του Μέρλιν […] και τον ενταφιάζει με προδοσία στη μαγική σπηλιά του […] Ωστόσο, στην πρωιμότερη ουαλική αφήγηση […] εκείνη του λέει να εγερθεί από τη φυλακή του και να «ανοίξει τα Βιβλία της Θεοπνευστίας χωρίς φόβο».  Σε αυτό τον διάλογο τον αποκαλεί «δίδυμο αδελφό», πράγμα που την αποκαλύπτει ως Όλουεν [Έρωτας-θεά] ενώ τιτλοφορείται επίσης Γκουένδιδ ουέν άνταλμ Κερδέου, «Λευκή Κυρά της Ημέρας, καταφυγή των ποιημάτων», πράγμα που αποδεικνύει πως είναι η Μούσα, η Καρντέα-Κερίντουεν, η οποία εμπνέει κερδέου, «ποιήματα».

«Τι είναι η έμπνευση;» είναι το ερώτημα που διατυπώνεται συνέχεια. Η ετυμολογία της λέξης παρέχει δύο συναφείς απαντήσεις. «Έμπνευση» μπορεί να είναι η εισπνοή μεθυστικών ατμών από τη μεθυστική χύτρα, το Άουεν της χύτρας της Κερίντουεν, που πιθανώς περιέχει πολτό από κριθάρι, βελανίδια, μέλι, αίμα ταύρου και ιερά βότανα όπως ο κισσός, ο ελλέβορος [«τροφή της θεάς Έλλης»  – Πελασγικής θεάς που έδωσε το όνομά της στον Ελλήσποντο], η δάφνη ή αποπνικτικές αναθυμιάσεις από κάποια υπόγεια σχισμή στους Δελφούς ή αναθυμιάσεις που φθάνουν στα ρουθούνια όταν μασάει κανείς ένα μανιτάρι. Αυτοί οι ατμοί προκαλούν την παρανοϊκή έκσταση κατά την οποία ο χρόνος αναστέλλεται, ωστόσο ο νους παραμένει δραστήριος και ικανός να περιγράψει τις προεμπειρικές και ενορατικές συλλήψεις του σε στίχους. Όμως «έμπνευση» μπορεί να σημαίνει και την πρόκληση παρόμοιας ποιητικής έξαρσης με το προσεκτικό άκουσμα του ανέμου, του αγγελιοφόρου της θεάς Καρντέα, μέσα σε ιερό άλσος. Στη Δωδώνη πρόσεχαν και άκουγαν ποιητικούς χρησμούς στο άλσος με τις βελανιδιές και οι Πελειάδες («μαύρες περιστερές») ιέρειες προκαλούσαν ίσως στον εαυτό τους προφητική έκσταση μασώντας βελανίδιαένας σχολιαστής του Λουκιανού, πάντως, αναφέρει ότι οι Γαλάτες δρυΐδες χρησιμοποιούσαν την ίδια μέθοδο. Στη Χαναάν το προφητικό δέντρο υπήρξε η ακακία – η «φλεγόμενη βάτος» του Δέκατου Πέμπτου Κεφαλαίου – επίσης υπάρχει αναφορά σε αυτό το είδος έμπνευσης στο βιβλίο των Παραλειπομένων Α΄ ΙΔ΄ 15:

     Και έσται εν τω ακουσαί σε την φωνήν του συσσεισμού των άκρων των απίων, τότε εξελεύση εις τον πόλεμον…  

Εδώ, οι άπιοι, «αχλαδιές», έπρεπε να είναι «ακακίες». Ο ίδιος ο Ιεχωβά βρισκόταν στον άνεμο και το ιστορικό πλαίσιο – η επίθεση του Δαυίδ εναντίων των Φιλισταίων από τη Γαβαόν στη Γάζα – δείχνει ότι έπνεε από τον Βορρά. Τούτη η ιστορία χρονολογείται από την εποχή όπου ο Ιεχωβά δεν είχε γίνει υπερβατικός θεός αλλά ζούσε, όπως και ο Βορέας, σε ένα βουνό στο μακρινό βορρά. ήταν, στην πραγματικότητα, ο Ταύρος-θεός Βάαλ Ζεφόν, «Κύριος του Βορρά» ο οποίος δανείστηκε τον τίτλο από τη θεά μητέρα του Βαάλτις Ζαπούνα […] Άλλος τίτλος του υπήρξε ο Βάαλ-Ζεβούλ ή Βεέλ-Ζεβούλ, «ο Κύριος του Μεγάρου [του Βορρά]» που έδωσε το όνομά του στη φυλή των Ζαβουλών. τον λάτρευαν στο όρος Θαβώρ […] Έχω την εντύπωση ότι ο Βάαλ-Ζαβούλ υπήρξε Φθινόπωρο-Διόνυσος, του οποίου οι πιστοί έπεφταν σε μέθη τρώγοντας αμανίτη μυοκτόνο, ένα μανιτάρι που εξακολουθεί να φύεται εκεί. η βιβλική ονομασία γι’ αυτά τα παραισθησιογόνα μανιτάρια είναι είτε «αιμορροΐδες» είτε «μικρές αλεπούδες». Την εποχή του Ιησού, ο οποίος κατηγορήθηκε για κοντραμπάντο με τον Βεελζεμπούμπ, τα βασίλεια του Ισραήλ και των Φιλισταίων είχαν από καιρό καταργηθεί και τα ιερά του Ακκαρώνος και του Θαβώρ είχαν καταστραφεί. δεδομένου ότι οι αρμοδιότητες του Βάαλ-Ζεβούλ είχαν παραληφθεί από τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, ο ίδιος [ο Βάαλ-Ζεβούλ] είχε εκπέσει σε απλό διάβολο […]







Guillaume Geefs (1805-1883) Βέλγος γλύπτης
Εωσφόρος, Λευκό μάρμαρο, 1848




Η ακακία εξακολουθεί να είναι ιερό δέντρο στην Πετραία Αραβία, και όποιος σπάει κλαδί της αναμένεται να πεθάνει μέσα σε ένα χρόνο. Η συνήθως κλασική εικόνα της Μούσας που ψιθυρίζει στο αφτί ενός ποιητή, αναφέρεται στην έμπνευση από την κορφή ενός δέντρου: Η Μούσα είναι δρυάς (νεράιδα της βελανιδιάς) ή μελία (νεράιδα της μελιάς) ή μηλία (νεράιδα της κυδωνιάς) ή καρυάτις (νεράιδα της καρυδιάς) ή αμαδρυάς (νεράιδα των δασών, γενικά) ή ελικωνία (νεράιδα του Ελικώνα, του βουνού που πήρε το όνομά του από την ελίκη, την ιτιά που ήταν αφιερωμένη στους ποιητές, όσο και από το ποτάμι που το περιέτρεχε ελικοειδώς). 







Δρυάδες



Σήμερα οι ποιητές σπάνια χρησιμοποιούν αυτά τα τεχνητά βοηθήματα της έμπνευσης, μολονότι ο ήχος του ανέμου στις ιτιές ή σε κάποιο πευκοδάσος εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή επίδραση στο νου τους. Συνεπώς, η «έμπνευση» αφορά οποιοδήποτε μέσο με το οποίο προκαλείται η ποιητική έκσταση. Ωστόσο μεγάλος αριθμός τσαρλατάνων ή ανίδεων καταφεύγουν στην αυτόματη γραφή και τον πνευματισμό. Η αρχαία εβραϊκή διάκριση μεταξύ νόμιμης και παράνομης προφητείας – «προφητεία» σημαίνει εμπνευσμένη ποίηση με την οποία προλέγονται, όχι απαραιτήτως αλλά συνήθως, μελλοντικά γεγονότα – είναι αξιέπαινη. Εάν προφήτης έπεφτε σε έκσταση αλλά κατόπιν δεν είχε συνείδηση του τι είχε πει, ήταν παράνομη. εάν όμως διατηρούσε τις κριτικές του ικανότητες καθ’ όλη τη διάρκεια της έκστασης αλλά και μετά, ήταν νόμιμη. Οι δυνάμεις του ενισχύονταν από το «πνεύμα της προφητείας», ώστε τα λόγια του αποκρυστάλλωναν τεράστια εμπειρία σε ένα και μόνο ποιητικό πετράδι. ήταν εκείνος ο ίδιος με τη χάρη του Θεού, ο ρωμαλέος δημιουργός και ρυθμιστής αυτού του επιτεύγματος. Το πνευματιστικό ενδιάμεσο, αντίθετα, του οποίου η ψυχή χανόταν στιγμιαία έτσι ώστε δαιμονικές εξουσίες και δυνάμεις καταλάμβαναν το σώμα του και μιλούσαν με στριγκλίσματα δια του στόματός του, δεν ήταν προφήτης και «αποκλειόταν από τη σύναξη», εάν αποδεικνυόταν ότι σκόπιμα είχε προκαλέσει την έκσταση. Η απαγόρευση εκτεινόταν ενδεχομένως και στην αυτόματη γραφή.   

[Αντιγράφω από το τελευταίο κεφάλαιο (αρ.27)  της Λευκής Θεάς του Γκρέιβς]:

Με επιστημονικούς όρους, ουδείς θεός μπορεί να αποδειχτεί ότι υπάρχει, μόνο πίστεις σε θεούς και τα αποτελέσματα αυτών των πίστεων στους πιστούς. Η έννοια της δημιουργικής θεάς τέθηκε εκτός νόμου από τους χριστιανούς θεολόγους εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια σχεδόν, και από τους εβραίους θεολόγους πολύ πιο πριν. Οι περισσότεροι επιστήμονες, από κοινωνική σύμβαση λατρεύουν ένα θεό. αν και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η πίστη στη δημιουργία του σύμπαντος και των νόμων του από έναν Πατέρα-θεό είναι περισσότερο επιστημονική απ’ ό,τι η πίστη στην έμπνευση αυτού του τεχνητού συστήματος από μία Μητέρα-θεά. Εάν δεχτούμε την πρώτη αλληγορία, η δεύτερη ακολουθεί λογικά – εφ’ όσον αυτές δεν είναι τίποτα περισσότερο από σχήματα μεταφοράς…

Η αληθινή ποιητική πρακτική συνεπάγεται ένα νου τόσο θαυμαστά εναρμονισμένο και φωτισμένο που να μπορεί να μεταμορφώνει λέξεις, από αλυσίδα γεγονότων που είναι κάτι παραπάνω από συμπτώσεις, σε ζωντανή οντότητα – ένα ποίημα που παίρνει μόνο του το δρόμο του (ίσως για αιώνες μετά το θάνατο του συγγραφέα του) επηρεάζοντας τους αναγνώστες με τη συσσωρευμένη μαγεία του. Εφ’ όσον η πηγή της δημιουργικής δύναμης της ποίησης δεν είναι η επιστημονική ευφυΐα αλλά η έμπνευση – όποια και αν είναι η ερμηνεία της από τους επιστήμονες – είναι δυνατόν να αποδοθεί μετά βεβαιότητος η έμπνευση στη Σεληνιακή Μούσα, τον αρχαιότερο και πιο βολικό ευρωπαϊκό όρο γι’ αυτή την πηγή. Βάσει της αρχαίας παράδοσης η Λευκή Θεά γίνεται ένα με την ανθρώπινη εκπρόσωπό της – μία ιέρεια, μία προφήτιδα, μία βασίλισσα-μητέρα. Κανένας ποιητής που εμπνέεται από τη Μούσα δεν έρχεται σε επίγνωσή της παρά μόνο μέσα από μία γυναίκα στην οποία κατοικεί, ως ένα βαθμό, η Μούσα. όπως και κανένας απολλώνιος ποιητής δεν μπορεί να εκτελέσει την αποστολή του εάν δεν ζει υπό μοναρχία ή φαινομενική μοναρχία. Ένας ποιητής που εμπνέεται από τη Μούσα ερωτεύεται απόλυτα, και η αληθινή του αγάπη είναι γι’ αυτόν η ενσάρκωση της Μούσας. Κατά κανόνα, η δύναμη του απόλυτου έρωτα γρήγορα εξασθενεί. και, κατά κανόνα, επειδή η γυναίκα νιώθει αμηχανία από τη γοητεία που ασκεί πάνω στον ποιητή-εραστή της, τον απαρνιέται. εκείνος απογοητευμένος στρέφεται στον Απόλλωνα που τουλάχιστον μπορεί να του παρέχει τα προς το ζην και αποστατεί πριν από τα είκοσι πέντε του. Ωστόσο ο αληθινός και μονίμως κατατρυχόμενος ποιητής της Μούσας κάνει διάκριση μεταξύ της Θεάς όπως εκδηλώνεται με την υπέρτατη δύναμη, δόξα, σοφία και αγάπη της γυναίκας, και της ίδιας της γυναίκας την οποία η Θεά μπορεί να κάνει όργανό της για ένα μήνα, ένα χρόνο, επτά χρόνια ή ακόμη περισσότερο. Η Θεά παραμένει. κι εκείνος θα τη γνωρίσει ίσως ξανά μέσω της εμπειρίας μιας άλλης γυναίκας.

Το ότι είναι ερωτευμένος δεν κάνει, και δεν πρέπει να κάνει, τον ποιητή τυφλό απέναντι στη σκληρή πλευρά της γυναικείας φύσης – και πολλά ποιήματα εμπνευσμένα από τη Μούσα αποτελούν ανίσχυρη μαρτυρία αυτής της πλευράς από άντρες που ο έρωτας τους δεν έχει πια ανταπόκριση.    

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου]:

Ωραία, αδυσώπητη, ιδού η Λευκή Θεά, η αρχέγονη θεότητα Ανατολής και Δύσης, κυρίαρχη της Γέννησης, του Έρωτα και του Θανάτου.

Ορατή εμφανίζεται ως Νέα Σελήνη, Πανσέληνος και Παλαιά Σελήνη. τη λατρεύουν και την επικαλούνται υπό ποικίλες ονομασίες, και – πέρα από το παγανιστικό παρελθόν της – είναι ακόμα ζωντανή σε πολλούς και παράδοξους λατρευτικούς τύπους, εντός και εκτός της συμβατικής ηθικής του ευρωπαϊκού κόσμου. Πρόκειται για την Εννεαπλή Μούσα, προστάτιδα της λευκής μαγείας της ποίησης. Η υποταγή σε αυτήν είναι η απόλυτη ελευθερία.