Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Η Λευκή Θεά

*



Η Λευκή Θεά


Εκτός της «ελληνικότητας», ως ευρωπαίοι, φέρουμε και την «προ-ελληνικότητα» μέσα μας. Άβαντες, Αίμονες, Λέλεγες, Άονες, Δρύοπες, λογίζονται ως προελληνικά φύλα, ενώ Πελασγοί, ονοματίζονταν από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, το σύνολο των Προελλήνων.  Οι πρώτοι Έλληνες που εισέβαλλαν στην Ελλάδα ήταν οι Αχαιοί, σταμάτησαν στη Θεσσαλία περί το 1900 π.Χ., ήταν πατριαρχικοί ποιμένες και λάτρευαν μια ινδοευρωπαϊκή τριάδα θεών οι οποίοι μεταγενέστερα ονομάστηκαν Ζευς, Ποσειδών και Άδης. Προοδευτικά κατέκτησαν ολόκληρη την Ελλάδα και προσπάθησαν να καταστρέψουν τον ημι-μητριαρχικό πολιτισμό της Εποχής του Χαλκού που βρήκαν εδώ. Συμμάχησαν, ωστόσο, με το σύμμικτο πληθυσμό της ηπειρωτικής χώρας και των νησιών, τους οποίους ονόμασαν Πελασγούς (θαλασσοπόρους). Το όνομα με το οποίο θα μπορούσαν να αυτοαποκαλούνται οι Πελασγοί, είναι Δαναοί (εκ της Θεάς Δανάης που προΐστατο της γεωργίας). Οι πρώτοι Δαναοί ίσως ανηφόρισαν προς το Αιγαίο από τη λίμνη Τριτωνίδα και είναι μάλλον απίθανο να είχαν πάρει αυτό το όνομα πριν φτάσουν στη Συρία. Το ότι οι Κόττιοι, που έφθασαν στη Βόρεια Ελλάδα από τη Μαύρη Θάλασσα μέσω Φρυγίας και Θράκης, λογίζονταν επίσης ως Δαναοί αποδεικνύει ότι ήρθαν πριν από τους Αιολείς. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι Ελληνολίβυοι και οι Θρακοφρύγες είχαν συγγενικά στοιχεία και ότι οι δύο αυτές φυλετικές ομάδες ήταν συναφείς με τους πρώιμους Κρήτες.  Το όνομα Δαναοί, το υιοθέτησαν επίσης οι Αχαιοί που είχαν καταλάβει την Αργολίδα και έγιναν επίσης θαλασσοπόροι. Όσοι Αχαιοί έμειναν βορείως του Ισθμού της Κορίνθου έγιναν γνωστοί ως Ίωνες, τα παιδιά της Αγελάδας – θεάς Ιούς.
Οι περισσότερο πολεμοχαρείς από τους εναπομείναντες Πελασγούς ήταν οι Κένταυροι της Μαγνησίας. Οι τιτανομαχίες και γιγαντομαχίες που διεξήγαγαν οι ολύμπιοι θεοί όπως και οι μάχες εναντίον των Κενταύρων, αφορούν στην προσπάθεια των Ελλήνων (και της θρησκείας τους) να καθυποτάξουν τους Προέλληνες (και τη δική τους θρησκεία). Οι Έλληνες έκριναν αναγκαίο να υποτάξουν τους πολεμοχαρείς Μαγνήσιους στα οχυρά τους του Πηλίου και της Όσσας – προφανώς λόγω των προβλημάτων που ανέκυπταν από τις εξωγαμικές πρακτικές τους οι οποίες έρχονταν σε αντίθεση προς τις ολύμπιες πατριαρχικές αντιλήψεις και τους προσέδιδε την ανυπόστατη φήμη των ερωτομανών.      
Οι Αχαιοί εκμινωίστηκαν μεταξύ δέκατου έβδομου και δέκατου πέμπτου αιώνα κατά την Ύστερη Μινωική Εποχή, η οποία, όσον αφορά τον ελληνικό χώρο, ονομάζεται Μυκηναϊκή από τις Μυκήνες, την πρωτεύουσα της δυναστείας του Ατρέα*. Οι Αιολείς Έλληνες εισέβαλλαν στη Θεσσαλία από τα βόρεια. Συμφιλιώθηκαν με τους Δαναούς Αχαιούς και έγιναν γνωστοί ως Μινύες. Πιθανότατα και οι δύο εθνότητες πήραν μέρος στη δήωση της Κνωσού, περίπου το 1400 π.Χ., που σήμανε το τέλος της θαλασσοκρατορίας των Κρητών.
Η εξασθένηση της Κρήτης, όπου πλέον είχε αρχίσει ευρέως να χρησιμοποιείται η ελληνική γλώσσα, είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη επέκταση της μυκηναϊκής ισχύος. Περί το 1250 π.Χ. ηγέρθη μια σαφής διαφορά μεταξύ των Δαναών Αχαιών και των άλλων λιγότερο εξελιγμένων Αχαιών της Βορειοδυτικής Ελλάδας που είχαν εισβάλλει στην Πελοπόννησο, ίδρυσαν νέα πατριαρχική δυναστεία, αποκήρυξαν την κυριαρχία της Μεγάλης Θεάς και θέσπισαν το γνωστό Ολύμπιο Πάνθεο όπου δέσποζε ο Ζευς και οι θεοί και οι θεές αντιπροσωπεύονταν εξ ίσου. Οι μύθοι για τους καβγάδες του Δία με τη σύζυγό του Ήρα (ένα από τα ονόματα της Μεγάλης Θεάς), με τον αδελφό του Ποσειδώνα και με τον Απόλλωνα των Δελφών υποδεικνύουν ότι η θρησκευτική επανάσταση αντιμετώπισε στην αρχή τη σθεναρή αντίσταση των Δαναών και των Πελασγών. Ωστόσο, ενωμένη η Ελλάδα (Προέλληνες και Πρωτοέλληνες) κατέκτησε την Τροία στην είσοδο των Δαρδανελίων, την πόλη που εισέπραττε διόδια για τις εμπορικές συναλλαγές των Ελλήνων με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολή. Η ισχύς της προαχαϊκής θεάς Δανάης του Άργους επεκτεινόταν μέχρι τη Θεσσαλία και είχε υπό την προστασία της την πρώιμη αχαϊκή δυναστεία, τον οίκο του Περσέα (ορθότερα Πτερσεύς, «εξολοθρευτής»). Από την εποχή του Ομήρου όμως η Δανάη είχε εξανδρισθεί σε Δαναό, γιο του Βήλου, ο οποίος λέγεται ότι είχε φέρει τις «κόρες» του (Δαναΐδες) στην Ελλάδα από την Λιβύη μέσω Αιγύπτου. Στα ομηρικά έπη, οι Πελασγοί  αναφέρονται ως σύμμαχοι των Τρώων.
Ο Τρωικός Πόλεμος διεξήχθη πριν από την κάθοδο των Δωριέων. Μια γενιά μετά την πτώση της Τροίας, οι Δωριείς εισβάλλουν στην Ελλάδα σκοτώνοντας, λεηλατώντας και καίγοντας.  Βασισμένος σε ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία, στον διωγμό και τη μετάβασή τους προς Βορρά, των Προελλήνων, Πρωτοελλήνων και των προσμίξεών τους, από τις αλλεπάλληλες καθόδους Ελληνικών φύλων εκ των οποίων ως τελευταίοι λογίζονται οι Δωριείς, ο Ρόμπερτ Γκρέιβς, στη Λευκή Θεά του, εισηγείται τη στενή σχέση της πρώιμης βρετανικής και ελληνικής θρησκείας, αλλά και την κοινή καταγωγή από τους λαούς του Αιγαίου ολόκληρης της ευρωπαϊκής ποιητικής παράδοσης. Οι πενήντα Δαναΐδες εμφανίζονται και στην ιστορία της πρώιμης Βρετανίας. Σύμφωνα με θρύλο που διέσωσε ο Νένιος, η Βρετανία έλκει το αρχαιότερο όνομά της Αλβιών, με το οποίο είναι γνωστή στον Πλίνιο, από την Αλβίνα, «Λευκή Θεά», τη μεγαλύτερη των Δαναΐδων Νυμφών.  Το όνομα Αλβίνα – παραλλαγμένο δόθηκε στον ποταμό Έλβα, στα λατινικά Albis, και παραπέμπει στις γερμανικές λέξεις Elven, «αερικά», Alp, «εφιάλτης» και  Apdrücken, «στοιχείο ή δαίμονας» - συνδέεται με τα ελληνικά αλφός, «υπόλευκη λέπρα» (albus στα λατινικά), άλφιτον, «πλιγούρι από κριθάρι», και Αλφιτώ, η «Λευκή Θεά», η οποία κατά την Κλασσική Εποχή είχε εκφυλιστεί σε απλό μπαμπούλα για τα παιδιά, αλλά αρχικά φαίνεται ότι ήταν η Κριθαρο-θεά των Δαναών στο Άργος. Ο Σερ Τζέιμς Φρέιζερ εκτιμά ότι είναι είτε η Δήμητρα είτε το άλλο σκέλος του ζευγαριού, η Περσεφόνη. Ο όρος αργός καθαυτόν σημαίνει «λαμπερός λευκός». Σημαίνει επίσης «γρήγορος σαν λάμψη».

Εν κατακλείδι, ο Γκρέιβς, εισηγείται ότι σε διαφορετικές περιόδους της δεύτερης π.Χ. χιλιετίας, εισβολείς από τα βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά εκτόπισαν από την περιοχή του Αιγαίου το συνασπισμό εμπορικών φύλων που οι Αιγύπτιοι ονόμαζαν «λαούς της θάλασσας». Ότι ορισμένα από αυτά τα φύλα περιπλανήθηκαν δυτικά, επίσης μέσω γνωστών εμπορικών δρόμων, φθάνοντας στην Ιρλανδία μέσω Βόρειας Αφρικής και Ισπανίας. Άλλα φύλα πάλι εισέβαλλαν στη Συρία και στη Χαναάν. Οι επιρροές των φύλων του Αιγαίου που μετοίκισαν ανατολικά, εν τέλει εναρμονίστηκαν στην Πεντάτευχο με το σώμα των σημιτικών, ινδοευρωπαϊκών και ασιατικών μύθων και συνέθεσαν τις θρησκευτικές παραδόσεις του μικτού συνασπισμού των δώδεκα φυλών του Ισραήλ. Η σχέση μεταξύ των πρώιμων εβραϊκών μύθων, των ελληνικών και των κέλτικων είναι ότι και τα τρία γένη εκπολιτίστηκαν από τον ίδιο λαό που βρισκόταν στο χώρο του Αιγαίου, τον οποίο κατέκτησαν και απορρόφησαν. Αιρετική ιστορική εισήγηση του Γκρέιβς, αποτελεί επίσης πως ακόμα και το Φοινικικό αλφάβητο, προτού εισαχθεί στο Αιγαίο από την Ανατολή, είχε προηγουμένως εξαχθεί από το Αιγαίο, σε πρώιμη μορφή προς την Ανατολή. Ακόμα και ο Αδάμ, της Βίβλου, σύμφωνα με τον Γκρέιβς είναι ο Αδάμας, ήρωας αποικίας των Δαναών κοντά στην πόλη Βύβλο (σημαντικό κέντρο εισαγωγής και επεξεργασίας παπύρων).

Η πατριαρχία (όπου άντρες  - θεοί - γεννούν υιούς/διαδόχους τους), ήρθε και επιβλήθηκε εξ ανατολών με «θρησκευτική επανάσταση» που κράτησε επί αιώνες έναντι της θρησκείας των Προελλήνων, βρίσκοντας σθεναρή αντίσταση από τη μητριαρχική παράδοση, η οποία, στα νησιά μας (που αποτελούν την  αέναη αρχή μας) εκφράζεται ακόμα με τη λατρεία προς την Παναγία την Θαλασσινή.  Ακόμα και η διαδεδομένη απήχηση του καθολικισμού, σύμφωνα με τον Γκρέιβς, πέραν της πατριαρχικής Τριάδος και του ανδροκρατούμενου ιερατείου, βασίζεται μάλλον στη θρησκευτική παράδοση του Αιγαίου του σχήματος Μητέρα-Γιος στην οποία βαθμηδόν επανέρχεται, παρά στα αραμαϊκά και ινδοευρωπαϊκά στοιχεία του σχήματος Πόλεμος-θεός.  

*Για την κατάρα των Ατρειδών και τη λύση της, την οποία εξετάζει ο Νίκος Λυγερός (στα κείμενά του Για να είσαι αθώος πρέπει να σε κατηγορήσουν και Για να αθωωθείς πρέπει το έγκλημα να είναι δίκαιο) ως προς το επίπεδο της υψηλής στρατηγικής που μεταφράζεται στα δικαιώματα της Ανθρωπότητας με την μετα-γνώση και όχι μόνο την γνώση, αξίζει να αναφέρουμε - παράλληλα και πέραν των συλλογισμών του Ν. Λυγερού - πως ο Απόλλων, σύμβουλος της υπεράσπισης στη δίκη του Ορέστη, στο μελετημένο λόγο του αμφισβήτησε την σημασία της μητρότητας λέγοντας ότι η γυναίκα δεν διαφέρει από το απαθές αυλάκι του αλετριού όπου ο άντρας ρίχνει τον σπόρο του. Ο Ορέστης είχε δικαίωμα να κάνει όσα έκανε, διότι μόνο ο πατέρας δικαιούται να λέγεται γονεύς. Όταν κατά την ψηφοφορία αποδείχτηκε ότι οι ψήφοι μοιράζονται ακριβώς στη μέση, η Αθηνά (γυναικεία θεότητα που πρόδωσε τη φύση της) τάχθηκε αμέσως στο πλευρό των πατέρων ρίχνοντας την ψήφο της υπέρ του Ορέστη. Οι Ερινύες όμως θρηνούσαν γοερά για την ανατροπή των αρχαίων νόμων από τους αναρριχηθέντες στην ιεραρχία θεούς.
Σύμφωνα με τον Γκρέιβς, ο Αισχύλος όπως και ο Ευριπίδης, στις σχετικές τραγωδίες τους ασκούσαν θρησκευτική προπαγάνδα:   η απαλλαγή του Ορέστη αναφέρεται στην τελική νίκη της πατριαρχίας που συνέβη στην Αθήνα, όπου η Αθηνά – η θεά Νήιθ της Λιβύης ή Άναθ της Παλαιστίνης, υπέρτατη αντρογυναίκα που γεννήθηκε  ξανά (επί πατριαρχίας) από το κεφάλι του Δία και, όπως τονίζεται από τον Αισχύλο, ούτε που θέλει να ξέρει για τη θεϊκή μητέρα – παραβλέπει ακόμα και την προμελετημένη μητροκτονία. Αν και αθωώθηκε, ο Ορέστης καταδιωκόταν πάντα από τις Ερινύες, τις οποίες κατάφερε τελικά να εξευμενίσει και να τις ονομάσει Ευμενίδες, όταν, μετά την τολμηρή επίσκεψή του στη χώρα των Ταύρων, θυσίασε προς αυτές έναν μαύρο αμνό στην πυρά.

Το παραπάνω κείμενο, στο μεγαλύτερο μέρος του, αποτελεί σύνθεση δανείων από τη Λευκή Θεά, Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, του Ρόμπερτ Γκρέιβς, των εκδόσεων Κάκτος 1998, όπως και από το βιβλίο του Οι Ελληνικοί Μύθοι – Τρίτος Τόμος, των εκδόσεων Πλειάς – Ρούγκας, 1979.

*

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Αφορισμός

*

Αν η ανθρώπινη διάνοια είχε έναν λόγο ώστε να θεωρεί πως βρίσκεται σε ένα εξελικτικό σκαλοπάτι παραπάνω από τη διάνοια των ζώων, αυτός θα ήταν αφενός ότι η ανθρώπινη διάνοια θα ενείχε στις καλύτερες εκφάνσεις του το ζωώδες ένστικτο (με ότι περιλαμβανει αυτό ιδίως ως προς τη σχέση με το φυσικό περιβάλλον και τις αλυσίδες ζωής) και αφετέρου πως θα εξάλειφε από τις λειτουργίες της την θηριωδία της ζωώδους βουλήσεως (αν δεχόμαστε πως το μη θηριώδες αποτελεί θετική εξέλιξη/μετάλλαξη του θηριώδους).

Η ανθρώπινη διάνοια, ωστόσο, υπολείπεται σε ένστικτο του ζωώδους ενστίκτου, καταστρέφοντας, επιπροσθέτως,  τον ίδιο τον πλανήτη, ενώ η εξανθρωπισμένη κτηνωδία που παράγεται από την ανθρώπινη κοινωνία είναι υπέρ-πολλαπλάσια, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, της φυσικής θηριωδίας των ζώων.    

*

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

`~.

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

κόσμος: Η πτώση - Μέρος τελευταίο

__________________________________________________________________

__________________________________________________________________

 κόσμος: Η πτώση - Μέρος τελευταίο
__________________________________________________________________

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Οι όχθες του Ιλισού

______________________________

Paul-Alfred de Curzon (1820-1895) Γάλλος ζωγράφος


 Les Bords de l’Illysus et les Ruines du Temple de Jupiter, près d'Athènes 1861
Οι όχθες του Ιλισού και οι στύλοι του Ναού του Ολυμπίου Διός – στο βάθος ο λόφος του Λυκαβητού – Αθήνα 1861 
________________________

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

People Help The People

*


*

Προσωρινή αρχή ενός προσωρινού επίλογου


Μαγικός ο λόγος σου. Τον μελετώ, όντας εκτός χρόνου.
Πρώτη ανάγνωση. Δεύτερη ανάγνωση.
Από την κάθε μια, αυτό που με οδηγεί στην κάθε άλλη.
Κι αυτό που λείπει. Τέταρτη ανάγνωση.
Οι σκάλες.
Κάθε ανάγνωση είναι ένας νέος τόπος.
Η τοπιογραφία ενός εγκεφαλικού σύμπαντος προκύπτει.
Ως βίωμα – όχι ως εικόνα.
Οι αναγνώσεις συνεχίζονται. 

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Θεός του Κόσμου.

Τ. Σινόπουλος: Ο ποιητής Καιόμενος

_______________________________________
 
 
 
Τάκης Σινόπουλος
1917-1981


Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ


Κοιτάχτε, μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

                                               Ερμηνεία – σχολιασμός
                                                               [αφιερώνεται στον μάρτυρα της πλατείας Συντάγματος και
                                              
σε όλους τους άλλους μάρτυρες που με τον τρόπο τους
                                              
εναντιώθηκαν στους ποικιλόχρωμους κατοχικούς Τσολάκογλου]

                                                                §1

Το ποίημα «ο καιόμενος» λέγει στην αρχή αυτό που επίκειται να συμβεί στο τέλος. Με αυτό το νόημα προ-λέγει και ως τέτοιο λογίζεται προ-φητικό. Τι προ-φητεύει; Πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί να παραβλέπεται ή να παραμερίζεται μέσα από έναν αφηρημένο καθορισμό της· πως ουδεμία ασαφής και κενή περιεχομένου ιδεοκρατία, ιδεωδολατρεία δεν μπορεί να υπονομεύσει την αυτόνομη και ηρωική ύπαρξη του ανθρώπινου ατόμου. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Μεταίχμιο Β» (1957), η οποία αποτελείται από ποιήματα της περιόδου 1949-1955.  Πρόκειται για μια περίοδο, που είναι αληθινό μεταίχμιο για την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ως μεταίχμιο βίωσε και ο ποιητής ετούτη την περίοδο μαζί και τη στάση ή θέση του μέσα στο γίγνεσθαι που εκφράζει η εν λόγω περίοδος. Ο ίδιος εμποτίστηκε με τις εμπειρίες του εμφύλιου πολέμου, αλλά και της μετεμφυλιακής περιόδου· συνέλεξε τα πιο προσωπικά του βιώματα, κατά τον εμφύλιο, ως γιατρός και αξιωματικός, υποχρεωτικά και όχι κατά βούληση, του κυβερνητικού στρατού.  Τότε ήταν εν πρώτοις που ο ποιητής ένιωσε πραγματικά ότι βρισκόταν στο μεταίχμιο, στο οριακό σημείο ανάμεσα σε δυο εμπόλεμες μορφές ζωής. Γι’ αυτό και ομο–λογεί: μοιράζεται στα δύο.

§2

Πώς μπορεί ένας ποιητής, που βρίσκεται στο μεταίχμιο και μάλιστα στο μεταίχμιο ενός κοινωνικο–πολιτικού πολέμου, να μοιράζεται στα δύο; Μόνο ή κύρια ως ποιητής, ο οποίος είναι πρωτίστως η ολόκληρη ύπαρξη του ανθρώπου ως τέτοιου και όχι ένας θλιβερός διανοούμενος, που το αφηρημένο του Εγώ γίνεται εύκολα πιστός δούλος της μιας ή της άλλης υπολογιστικής βλέψης. Ο Σινόπουλος, σε τούτο το ποίημα, σκέπτεται την ανθρώπινη κατάσταση, όχι ως μια γενική-άχρωμη πραγματικότητα, αλλά από τη σκοπιά του εν ζωή ανθρώπου, ο οποίος αρνείται την πολτοποίησή του μέσα «στην ακαθόριστη μάζα των υπαρχόντων πραγμάτων» (Hegel). Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μην είναι «καιόμενος»; Η άρνηση να γίνεται επαίτης μιας ανάπηρης ελευθερίας, να μεταποιείται σε θύμα μιας ψευδούς ιδεολογίας, να αποθνήσκει καθημερινά για χάρη βάρβαρων και ποταπών πολιτικών, να συντρίβεται ανάξιους συντριμμούς, τον αναδεικνύει σε εραστή μιας ηρωικής συντριβής. Είναι ο καιόμενος που πρέπει να καεί για να γίνουν «τα σκοτάδια λάμψη»· και να καεί όχι εν χορώ με την ιδεολογικά πειθαναγκασμένη μάζα παρά ως ύπαρξη διαλεγμένη από την ιστορική του Μοίρα. Εν τέλει ποιος είναι «ο καιόμενος»;  Είναι ο άνθρωπος που δεν ξεχωρίζει τη σκέψη του, τις ιδέες του, τον εσωτερικό του κόσμο, από το Είναι του. Η ταυτότητα σκέψης και Είναι τού επιτρέπει να αναλογίζεται το πεπρωμένο του και να αισθάνεται ικανός να πράξει εκείνο το μοιραίο, που η απαθής μάζα των ανθρώπων φοβάται: την αυτοπυρπόληση. Η αυτοπυρπόληση τον καθιστά μάρτυρα και ακατάβλητο μαχητή που έζησε έντονα και πολύπλευρα τη ζωή.

                                                                               §3

Ο καιόμενος δεν ορρωδεί μπροστά στον θάνατο, αλλά τον αντιμετωπίζει ως μια ζωή του πάθους, ως μια έξοδο από το αδιέξοδο. Τα απρόσωπα όντα της συνθηκολόγησης, της απάθειας ή, από μια εξουσιαστική σκοπιά, της μεγαλοστομίας ατενίζουν το θέαμα κατάπληκτα και σαστισμένα. Ο ποιητής–αφηγητής ατενίζει και αυτός το θέαμα από τη σκοπιά των πολλών, αλλά καθότι ποιητής διακρίνει κάτι βαθύτερο από ό,τι το πλήθος. Διακρίνει πίσω από την πράξη του «καιόμενου» μια ηρωική στάση ζωής. Ο «καιόμενος» που έχει επίγνωση του ιστορικού γίγνεσθαι και τη θέση του μέσα σ’ αυτό είναι ένας πρόδρομος που βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με το παρόν για λογαριασμό ενός αληθινά ελεύθερου μέλλοντος. Στο παρόν πορεύεται «μόνος προς μόνον» [= «απόστρεψε το πρόσωπο», «δε φωνάζει βοήθεια», «καίγονταν μονάχος, καταμόναχος»]. Δεν αισθάνεται δειλία, έτσι ώστε να γίνει χειροκροτητής και να αποφύγει τη μοίρα του, τον μοιραίο [=ιστορικό] του προορισμό [= «άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε]. Εδώ έγκειται η τραγικότητά του, ως συμβολικού αρνητή μιας αξιοθρήνητης, σκλάβας ζωής σε μια «χώρα σκοτεινή και δύσκολη». Έχει τα ριζώματά του στο παρελθόν [=κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος …], για το οποίο αποτελεί το πιο παθιασμένο και γενναίο δημιούργημα. Γι’ αυτό έχει συνείδηση του παρόντος και ρίχνεται, με απόλυτη αίσθηση του κινδύνου, μέσα στην ορμή και την οργή των πιο απρόβλεπτων και θυελλωδών συγκρούσεων. Για τους νοικοκυραίους, για τους ατσαλάκωτους, είναι ο άφρων· για το πεπρωμένο του ανθρώπου όμως ο αιώνιος νέος [= «όσο αφανιζόταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο./Γινόταν ήλιος»],  που προκαλεί τον κίνδυνο, ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο: «αναλίσκεται περήφανος» υπακούοντας στην εσωτερική φωνή της μοίρας του

Αναδημοσίευση της ανάρτησης 

        Τ. Σινόπουλος: Ο ποιητής Καιόμενος

 

από το Ιστολόγιο του Δημήτρη Τζωρτζόπουλου:


__________________________________