Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Διάλογος

___________________________________________
-Κάθισε.
-Πού;
-Εδώ.
-Στην κρύα πέτρα;
-Είναι λείος βράχος.
- Άρειος Πάγος;
-Λείος βράχος. Δεν είναι και τόσο πάγος.
-Να κάτσω. (Καθώς κάθεται) Μα… τι; Πετάμε; Στον αέρα; Πού είναι ο βράχος;
-Είναι ουράνιος βράχος. Έπεσες μέσα του. Κι απ’ ό,τι αισθάνεσαι, ανοιξιάτικος. Κρυώνεις;
-Όχι, καθόλου. (Μετά από λίγο, κυττώντας γύρω του, καθώς πετά, με απορία και δέος, στον εαυτό του) Ουράνιος βράχος!
-Απόλαυσε την πτήση. Θα χεις καιρό να αναρωτιέσαι, πριν, που δεν θα πετάς.
-(Χαμογελά) Όντως.
 ___________________________________________

Tomas Weiss & Mathias Grassow - Quiet calling II (Musical Philosophy)

_____________________________________________________________

_____________________________________________________________

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Παναγιώτης Κονδύλης - Η ηθική-κανονιστική και η αξιολογικά ελεύθερη-περιγραφική σκέψη


Τον Σεπτέμβριο του 1993 έγινε στο πανεπιστήμιο του Nijmegen (Ολλανδία) ένα συμπόσιο αφιερωμένο στο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη. Με την ευκαιρία αυτή ο  Π.Κ. έδωσε την παρακάτω συνέντευξη στον Marin Terpstra, καθηγητή στο Nijmegen, όπου αναφέρεται σε κεντρικά σημεία της σκέψης του. Από αυτή την συνέντευξη δημοσιεύουμε ενδεικτικά τα παρακάτω αποσπάσματα:


[…] Όταν οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται φιλοσοφικά δεν συμπεριφέρονται διαφορετικά απ' ό,τι όταν ενεργούν πολιτικά και κοινωνικά. Τι κάνουν δηλαδή; Λαμβάνουν μία θέση, η οποία συμφωνεί με τις θέσεις μερικών ανθρώπων και συνάμα στρέφεται εναντίον άλλων. Δεν υπάρχει, άλλωστε, λόγος για να υιοθετήσει ή να πρωτοδιατυπώσει κάποιος μια θέση, αν δεν θεωρεί ορισμένες άλλες ως εσφαλμένες ή βλαβερές. Απ' αυτό καταλαβαίνουμε γιατί ποτέ δεν πρόκειται να εκπληρωθεί το όνειρο ή η αξίωση ισχύος των (πλείστων) φιλοσόφων, οι οποίοι πιστεύουν ότι «η» φιλοσοφία, ως προνομιούχα δραστηριότητα sui generis, θα μπορούσε να δείξει στον υπόλοιπο κόσμο την οδό της αρμονίας. Η δομή της φιλοσοφικής πράξης υπερφαλαγγίζει τις φιλοδοξίες όσων πράττουν ως φιλόσοφοι. Παρά τις διαβεβαιώσεις εκείνων, οι οποίοι επιδιώκουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο της ερμηνείας και εγείρουν τη φωνή τους στο όνομα «της» φιλοσοφίας, δεν υπήρξε ίσαμε σήμερα ενιαία φιλοσοφία· ήδη γι' αυτόν τον λόγο δεν τίθεται ζήτημα πραγμάτωσης «της» φιλοσοφίας —και κάτι τέτοιο πρέπει να αναμένεται τόσο λιγότερο, όσο περισσότερο οι φιλοσοφικές θεωρίες εμφανίζονται ως κανονιστικές επιταγές. Το ίδιο πεπρωμένο θα έχουν και πολιτικές ή κοινωνικές θεωρίες, οι οποίες καθοδηγούνται από κανονιστικές αντιλήψεις και επιθυμίες.


[…] Η λογική διόλου δεν ταυτίζεται με την ηθική-κανονιστική «ορθολογικότητα», παρά συνίσταται στην επιχειρηματολογικά ορθή ανάπτυξη μιας θέσης, όπου η ορθότητα μετριέται με τυπικά κριτήρια, λ.χ. την έλλειψη λογικών αλμάτων, δίσημων όρων κτλ. Μπορεί λοιπόν να κρίνει κανείς αν μια θεμελιώδης κοσμοθεωρητική απόφαση θεωρητικοποιήθηκε ορθά από λογική άποψη, όμως η αποτίμηση της «ορθολογικότητας» της είναι εντελώς άλλο ζήτημα. Η ηθική-κανονιστική και η αξιολογικά ελεύθερη-περιγραφική σκέψη μπορούν εξ ίσου ν' αναπτυχθούν λογικά. Η λογική μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία όλων των δυνατών θέσεων ακριβώς επειδή δεν τις παράγει. Από την άποψη αυτή η λογική, και η λογική σκέψη εν γένει, είναι ουδέτερες. Ο χαρακτήρας μιας σκέψης δεν κρίνεται από το ζήτημα της λογικής, αλλά από το ζήτημα των κανονιστικών αρχών και των αξιών. Το ερώτημα δηλ. είναι αν το νοητικό εγχείρημα καθοδηγείται ρητά ή σιωπηρά από κανονιστικές αρχές και αξίες ή αν το νοητικό εγχείρημα θεωρεί τέτοιες αρχές και αξίες, καθώς και τη συναφή θεωρητική συμπεριφορά, ως αντικείμενο του.

[…]Γενικά, οι έννοιες είναι πολεμικές λόγω του κανονιστικού τους προσανατολισμού. Ακριβώς η επίκληση κανονιστικών αρχών και αξιών (ή της «ορθής» ερμηνείας τους) από μέρους όλων των παρατάξεων επιτείνει την πολεμική και τον αγώνα — η ηθική με αξιώσεις κοινωνικής επιβολής, όχι ο αυτάρκης σκεπτικισμός, κάνει τους ανθρώπους ανταγωνιστές και εχθρούς. Το ίδιο όμως μπορούν να κάμουν και έννοιες, οι οποίες prima facie δεν φαίνονται να συνεπάγονται κάποιαν κανονιστική αρχή. Πρόκειται για την περίπτωση όπου μια παράταξη συνδέει συμβολικά την ταυτότητα της με μιαν έννοια, έτσι ώστε η επικράτηση ή η ήττα τούτης της έννοιας εκπροσωπεί συμβολικά μέσα στο πνευματικό φάσμα την επικράτηση ή την ήττα της αντίστοιχης παράταξης.

[…]η αμφιβολία για την αντικειμενικότητα των κανονιστικών αρχών και των αξιών εκφράσθηκε όχι μόνον στη Δύση και όχι μόνον στους Νέους Χρόνους. Η ινδική και η κινεζική σκέψη γνωρίζουν ήδη παρόμοιες τάσεις, ενώ στην ελληνική αρχαιότητα η σοφιστική επεξεργάσθηκε την ίδια θέση πάνω στη βάση της αντίθεσης νόμου και φύσεως. Η φιλοσοφία του Πλάτωνα ουσιαστικά ήταν ένα μεγαλεπήβολο εγχείρημα ν' αντιμετωπισθεί ο σοφιστικός σχετικισμός με έσχατα, δηλ. οντολογικά και μεταφυσικά επιχειρήματα. Όποια φιλοσοφία προασπίζει την αντικειμενικότητα ή έστω τη γενική δεσμευτικότητα των κανονιστικών αρχών και των αξιών είναι υποχρεωμένη να υιοθετήσει πλατωνικά στοιχεία, αδιάφορο με ποια μορφή και σε ποια δοσολογία. Οι διαπιστώσεις αυτές —η κοινωνική επικράτηση της ηθικής-κανονιστικής θεώρησης και ο παμπάλαιος ανταρτοπόλεμος εναντίον της— έχουν μεγάλη σημασία, αν θέλουμε να κατανοήσουμε, πέρα από τα εκάστοτε ιστορικά συμβεβηκότα, τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες της φιλοσοφικής σκέψης στις καθαρές ανθρωπολογικές και κοινωνικές της συνάφειες, δηλ. ως εκλεπτυσμένη έκφραση της προσπάθειας των ανθρώπινων κοινωνιών ν' αυτοσυντηρηθούν. Οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι βρέθηκαν αναγκασμένοι να πολεμούν συνεχώς εναντίον του αξιολογικού σχετικισμού και του μηδενισμού επειδή η ορθολογιστική τους τοποθέτηση είχε αρθρωθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε η λογικά συνεπής εκδίπλωσή της απέληγε ακριβώς στον μηδενισμό. Ενάντια στην αριστοτελική μεταφυσική της ουσίας επιστρατεύθηκε η έννοια της λειτουργίας, και τότε ο κίνδυνος της διάλυσης όλων των ουσιών μέσα σε μεταβλητές λειτουργίες χρειάσθηκε ν' αντιμετωπισθεί με την επινόηση καινούργιων υποστάσεων: η «Φύση», ο « Άνθρωπος» και η «Ιστορία» διαδέχθηκαν έτσι τον Θεό και το (υπερβατικό) Πνεύμα. Όμως η έννοια της λειτουργίας επικράτησε ολοκληρωτικά στην πορεία του 20ού αι. και στο πλαίσιο μιας ανατροπής πλανητικού βεληνεκούς (στην περιγραφή αυτής της διαδικασίας είναι αφιερωμένα τα βιβλία μου για τον Διαφωτισμό, για την κριτική της μεταφυσικής στους Νέους Χρόνους και για την παρακμή του αστικού πολιτισμού).


[…]Δεν θεωρώ τον εαυτό μου σκεπτικιστή με την τρέχουσα έννοια. Κατά την πεποίθηση μου, η γνώση των ανθρωπίνων πραγμάτων είναι κατ' αρχήν δυνατή —υπό την προϋπόθεση μιας συνεπούς αποκοπής από την ηθική-κανονιστική σκέψη. Η διαπίστωση της σχετικότητας των κανονιστικών αρχών και των αξιών μονάχα στα μάτια των ηθικιστών αποτελεί έκφραση σκεπτικισμού. Για μένα η ίδια αυτή διαπίστωση αποτελεί απλώς εμπειρικά τεκμηριωμένη και αποδείξιμη γνώση. Και έρχομαι έτσι στο τελικό σας ερώτημα. Φυσικά είναι τέτοιες αξιολογικά ελεύθερες γνώσεις και τέτοιες περιγραφικές μεθοδεύσεις ανώτερες —όμως ανώτερες είναι μονάχα μέσα στην προοπτική της επιστήμης ως αναζήτησης της αλήθειας. Η περιγραφική αξιολογικά ελεύθερη έρευνα θα γινόταν ασυνεπής μόνον εάν θα προσπαθούσε να αυτονομιμοποιηθεί με τον ισχυρισμό ότι η επιστήμη και η αξιολογικά ελεύθερη αλήθεια αποτελεί, εν γένει και καθ' εαυτήν, την ύψιστη αξία. Όμως μονάχα οι ηθικές-κανονιστικές θέσεις αυτονομιμοποιούνται με την αντίληψη ότι οι δικές τους κανονιστικές αρχές έχουν γενική ισχύ και δεσμευτικότητα. Η επιστημονική γνώση —και μάλιστα ακριβώς στο βαθμό όπου παραμένει επιστημονική— δεν μπορεί να είναι πρακτικά δεσμευτική για κανέναν, επειδή δεν έχει να προσφέρει ηθικό-κανονιστικό προσανατολισμό' άλλωστε η ίδια συγκροτείται ακριβώς παραμερίζοντας την επιθυμία παρόμοιων προσανατολισμών, οι οποίοι σε τελευταία ανάλυση είναι θέμα γούστου, ήτοι διόλου δεν εξαρτώνται από την επιστημοσύνη. Και εκτός αυτού η επιστημονική γνώση κάθε άλλο παρά αποτελεί την κυρίαρχη μορφή σκέψης μέσα σε μια κοινωνία.


___________________________________________________________________________________


Frank Cadogan Cowper (1877-1958) - Fair Rosamund and Eleanor (1920)
___________________________________________________________________

Φιλοσοφικές ορίζουσες του χορού

Φιλοσοφικές ορίζουσες του χορού


Χορός  και άνθρωπος

§1

Τι είναι ο χορός; Γενικώς είναι Τέχνη. Αλλά τι είδους Τέχνη; Αυτή που τέμνει τον απέραντο χώρο σε συνόψεις. Από την άποψη τούτη λοιπόν, τα ριζώματα του χορού ως δραστηριότητας του ανθρώπινου Είναι μπορούν να ιχνεύονται περίπου ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τη μουσική, χωρίς να εξαιρούνται ασφαλώς και άλλες μορφές τέχνης και λόγου. Ποια σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στις δύο τούτες μορφές τέχνης; Σχέση κλίμακας. Στη συνάφεια τούτη, ο χορός που τέμνει τον χώρο, είναι ο αρχι-τέκτων, αυτός που άρχει [=αρχίζει και συγχρόνως κατευθύνει την] της ποιητικώς [ποιείν (Dichten)] (Heidegger) εκτυλισσόμενης πράξης. Ως εκ τούτου, ο χορός παραπέμπει στην αρχέγονη, οδηγητική τέχνη του υφαίνειν, του πλέκειν εν χώρω και χρόνω: όταν κάποιος χορεύει, τέμνει τον χώρο, τον εμ(ν)-πλέκει, υφαίνει το εκάστοτε τμήμα του χώρου ως κινητική και εν ταυτώ μελωδική ανέλιξη του εαυτού. Αυτό το μελωδικό στοιχείο ενδημεί στην κατ’ εξοχήν τέχνη του χρόνου: τη μουσική. Δεν νοείται χορός χωρίς μουσική. Έτσι συζευγνύεται ο χώρος και ο χρόνος στην πράξη του χορού.

§2

Κατά τη στιγμή αυτής της πράξης, το σώμα, η υλική υπόσταση του ανθρώπου–χορευτή, παύει να είναι ένα απλώς υλικό σώμα: εκστασιάζεται, γίνεται ένθεο, εμ(ν)-πλέκεται, δηλαδή εμ(ν)-πνέεται, και έτσι αισθητοποιεί το ονειρικό, το πνευματικό, το ου-τοπικό, το απείθαρχο, το άτακτο, το απροσδόκητα ρηξικέλευθο. Εδώ τότε ο χορός είναι αρχι-τέκτων  με το νόημα ότι ενσαρκώνει τη μέγιστη χάρη, τη χαριτωμένη ευδία της ζωής μας: τη διαλεκτική ύλης και πνεύματος. Ο ρυθμός αυτής της διαλεκτικής ανυψώνει τον άνθρωπο–χορευτή στην εκστατική σφαίρα της ζωής, στην περιοχή της απόλυτης ελευθερίας. Έτσι του επιτρέπει να μην συνθλίβεται μέσα σε στατιστικά ή ποσοτικά μεγέθη, να συντρίβει οποιασδήποτε υφής εθελόδουλη «γεωμέτρηση», να αρνείται κάθε σκληροτράχηλη τάξη, κάθε άβουλη πειθάρχηση, στην οποία κάποιοι εξουσιαστές θα ήθελαν να τον καταδικάσουν. Στο χορό ο ένας είναι για τον άλλο και ο άλλος για τον ένα: η ανθρώπινη μονάδα διασώζει την ατομικότητά της ενδυναμώνοντας συγχρόνως τη συλ-λογικότητα. Κατ’ επέκταση, ο χορός συλ-λέγει την ύλη [=το σώμα] και το πνεύμα [=την έκ-σταση, το εν-θεο …] των ανθρώπων: λέγει την εν-ότητα των τελευταίων ως τη δυναμική κοινότητα ελεύθερων ατόμων-προσώπων. Το κάθε άτομο είναι, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Χέγκελ, ένα όλο μέσα στο τμήμα του, στην τομή του, στη μερικότητά του. Αυτό το όλο ωστόσο μοιραία είναι πάντοτε εκ-τεθειμένο σε κίνδυνο, σε οδύνη, σε πόνο, γιατί είναι το όλο μέσα στο μερικό και όχι το όλο ως όλο. Ο χορός λοιπόν είναι η παραμυθία αυτού του πόνου και συναφώς μια βούληση για ζωή.  Αυτή η βούληση αποτελεί ισχυρό αντιστάθμισμα στον ρητό ή υπόρρητο, συνειδητό ή υποσυνείδητο, παρατεταμένο ή στιγμιαίο πόνο της ζωής. Χαρακτηριστικός –μεταφορικά και κυριολεκτικά– προς τούτο είναι ο ρόλος του χορού στην αρχαία τραγωδία.
___________________________________________________________________________________

Αναδημοσίευση της ανάρτησης Φιλοσοφικές ορίζουσες του χορού 
από το Ιστολόγιο του Δημήτρη Τζωρτζόπουλου Hegel-Platon.blogspot.com
 ___________________________________________________________________________________



___________________________________________________________________________________

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

το πονεμένο στήθος μου




Τι είναι παράδοση. Όχι αυτό που παραδίδεται από το παρελθόν στο παρόν, αλλά αυτό που παραδίδεται από τους διαμεσολαβητές, που παραλαμβάνουν από το παρελθόν. Έχουν προηγουμένως επιλέξει από το αναγκαστικά μερικό παρελθόν του οποίου μπορούν να συναντήσουν ή να ανακαλύψουν ψήγματα. Η παράδοση αφορά τη λαϊκή κουλτούρα. Αυτή που μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα δεν καταγραφόταν, δεν υπήρχε στα χαρτιά, με λέξεις ή παρτιτούρες. 
   Η παράδοση είναι επινοημένη. Αυτά που διασώζονται και παραδίδονται δεν είναι ένα σύνολο ουδέτερων καταγραφών, αλλά το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας καταγραφής των λαϊκών παραδόσεων, με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύεται η ιδέα της εθνικής συνέχειας. Αυτή τη δουλειά κάνει η λαογραφία, αυτήν έκαναν τα λαογραφικά ιδρύματα και αρχεία (Μερλιέ κλπ), το Κέντρον Ερεύνης και Προβολής της Εθνικής Μουσικής του δάσκαλου της Δόμνας Σαμίου Σίμωνος Καρρά, αυτή τη δουλειά έκαναν, με περισσή αγάπη, η Δόμνα Σαμίου κι ο καλλιτεχνικός της σύλλογος
    Είναι, αλήθεια, πολύ ενδιαφέρον το ότι σήμερα, δεν είμαστε σε θέση να συμφωνούμε για τη γλώσσα που μιλούσαν και έγραφαν στο Σούλι πριν από 150 και 200 χρόνια. Ότι μιλούσαν και ελληνικά και αρβανίτικα είναι η επικρατέστερη άποψη. Στο εισαγωγικό του σημείωμα στο δημοτικό του Λιάκου, ο Νικόλαος Γ. Πολίτης αναφέρει ότι "ο Παναγιώτης Λιάκος ήτο αλβανόφωνος κλέφτης εκ του χωρίου Παναρήτη". Δεν θα βρούμε, όμως, κανένα μη ελληνόφωνο τραγούδι στο έργο του Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι καταγραφές από τις άλλοτε σλαβόφωνες περιοχές της Μακεδονίας είναι  μουγκές, ορχηστρικές. Αν και στο δημοτικό τραγούδι, λόγος, μουσική και, συνήθως, χορός είναι αξεχώριστα. Αυτές οι πρόχειρες διαπιστώσεις δεν αναιρούν από την άλλη πλευρά τη σπουδαιότητα της δουλειάς όσων, ανάμεσά τους η Δόμνα Σαμίου, αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διάσωση ενός πλούτου μέσα σε αντίξοες συνθήκες, τις ίδιες συνθήκες που, διαφορετικά, θα οδηγούσαν στην εξαφάνισή του. 




Στο μικρό σημείωμά της στο βιβλιαράκι που συνοδεύει το δίσκο Τα Αποκριάτικα, η Δόμνα Σαμίου παρατηρεί ότι "το βέβηλο και άσεμνο είναι μια πτυχή του λαϊκού μας πολιτισμού που ελάχιστα έχει ανιχνευθεί και μελετηθεί, μια που "επί δεκαετίες, ίσως και αιώνες - όπως παρατηρεί ο καθηγητής Μ. Μερακλής - η υποκριτικά επίπεδη αστική ηθική" και σεμνοτυφία των διανοούμενων συλλογέων την αποσιώπησε και την αγνόησε...". Μια άλλη έννοια της παράδοσης όπως επινοήθηκε, όχι δηλαδή μόνο μέσω κατασκευών, αλλά, κυρίως, με αποσιωπήσεις· οι οποίες δεν εξαντλούνταν σε αυτή που εντοπίζει η Δ. Σαμίου στη συγκεκριμένη δουλειά της.
     Αν κάτι χαρακτήριζε τη Δόμνα Σαμίου ήταν η εμμονή της στην πιστή απόδοση, με τους σωστούς τρόπους και τα σωστά όργανα που θα παίζονταν σωστά. Όπως, δηλαδή, είχε στο φαντασιακό της οργανώσει αυτή την ακριβή αναπαράσταση. Κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα το φολκλόρ της να κρατάει τις αποστάσεις από το κοινό. Αυτή η αγάπη της στο παραδοθέν τραγούδι, την οδήγησε πριν από δεκατρία χρόνια να τραγουδήσει χωρίς μικρόφωνα στο θέατρο Σφενδόνη στην Αθήνα, με μουσικούς που έπαιζαν κι αυτοί χωρίς μικρόφωνα. Η συναυλία έμοιαζε μυσταγωγία, όμως η πιστή τήρηση των παραδοθέντων δεν της επέτρεψε να τραγουδήσει ηπειρώτικα, όπως ζήτησαν κάποιοι απ' το κοινό, αφού στην ορχήστρα της δεν περιλαμβανόταν το απαραίτητο, όπως εξήγησε, κλαρίνο. Παρεμπιπτόντως, ένα πνευστό που μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα δεν είχε φτάσει ακόμα στον ελλαδικό χώρο και η πρώτη του θητεία ήταν στις στρατιωτικές μπάντες. Τότε, το δημοτικό τραγούδι ήταν ζωντανό και ενσωμάτωνε διαρκώς νέα στοιχεία, όχι μόνο όργανα. Η παρουσίασή του μέσω των αναπαραγωγών, ίσως και αυθεντικοποιητικών αναπροσαρμογών, των καταγραφών το ώθησε στην αξιοθαύμαστη αλλά μουσειακή του θέση. Οι λαϊκοί οργανοπαίκτες, με μια φαινομενικά ανήθικη τακτική, ενσωμάτωσαν τα νέα στοιχεία στον ήχο τους, έβαλαν ηλεκτρισμό, τα έκαναν μπάχαλο πολλές φορές, αλλά παρέμειναν ζωντανοί. Όπως ο Τσιτσάνης που απόρησε όταν το 1980 ο υπεύθυνος της Unesco του ζήτησε να ηχογραφήσει στο παλιό στυλ, με μπουζούκι και μπαγλαμά, το δίσκο Χάραμα στην κουζίνα του κέντρου. Έτσι έγινε, όμως η απορία του Τσίχλα γιατί να μη βάλουν και τζαζ, όπως έλεγε τη ντραμς, θα του έμεινε. Ο Samuel Baud - Bovy στο Δοκίμιο για το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι (Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1984), γράφει: "Όταν μουσικοκριτικοί (Ανωγειανάκης 1947) και συνθέτες (Χατζιδάκις 1949) υπερασπίστηκαν τα ρεμπέτικα που τότε θέλησαν να τα απαγορεύσουν στις ταβέρνες για λόγους ηθικούς και αισθητικούς, είχε κιόλας αρχίσει να χάνεται το κοινωνικό τους υπόβαθρο. Τα χειροκροτούσε η σνομπαρία, τα εκμεταλλεύονταν οι εταιρείες δίσκων. Έγιναν πια έντεχνα τραγούδια και βγαίνουν από τα πλαίσια του δοκιμίου αυτού". 




Η Χάνα Άρεντ σ' ένα απόσπασμα από το Between Past and Future (1968), όπως μεταφράστηκε από τον Γιώργο Μερτίκα στο 15ο τεύχος του περιοδικού Λεβιάθαν (1994), σημειώνει ότι "με την απώλεια της παράδοσης χάσαμε το νήμα που μας οδηγούσε με ασφάλεια μέσα στις αχανείς επικράτειες του παρελθόντος, αλλά αυτό το νήμα ήταν επίσης η αλυσίδα που δέσμευε κάθε διάδοχη γενιά με μια προκαθορισμένη άποψη του παρελθόντος". Προσθέτει, όμως, ότι "δεν μπορούμε επίσης να αρνηθούμε ότι δίχως μια σίγουρα ριζωμένη παράδοση ... ... κινδυνεύει ολόκληρη η διάσταση του παρελθόντος. Διατρέχουμε τον κίνδυνο να ξεχάσουμε, κι αυτή η λήθη - εντελώς ανεξάρτητα από το ίδιο το περιεχόμενο που μπορεί να χαθεί - θα σήμαινε ότι, από την ανθρώπινη άποψη, θα στερούσαμε από τον εαυτό μας μια διάσταση, τη διάσταση του βάθους της ανθρώπινης ύπαρξης".
     Η Δόμνα Σαμίου μας άφησε χρόνους χτες [το κείμενο γράφτηκε την Κυριακή 11 Μαρτίου 2012], στα 84 της. Μαζί της, σα να χάθηκε αυτό που, έτσι κι αλλιώς, είχε χαθεί, αφού το παλιό υλικό δεν διαθέτει πια φορείς, με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις. Παρακαταθήκη, κληροδότησε. Κι ίσως δοθεί μια ώθηση στο τραγούδι που πατάει με τα δυο πόδια στο παρελθόν κι ακόμα δυσκολεύεται να πατήσει καλά στο τώρα. Στο κενό που άνοιξε η απουσία της Δόμνας Σαμίου γλιστρούν αναμνήσεις συγκινήσεων και σίγουρα σεβασμού. Πιο πολύ συγκινήσεων. Ίσως γιατί η ίδια προέρχεται από βασανισμένη προσφυ- γική οικογένεια και μεγάλωσε στον καταυλισμό της Καισαριανής. Κι έτσι, αυτό που μετέδιδε, πέρα από τις ιδεολογικές ενέσεις που το εμπότισαν, ήταν ο πόνος. Σ' ένα άλλο σημείο στις σημειώσεις της για την απώλεια της παράδοσης, η Άρεντ γράφει: "Ίσως τώρα και μόνο να έφτασε η στιγμή που το παρελθόν θα μας αποκαλυφθεί με απρόσμενη φρεσκάδα και θα μας πει πράγματα που κανείς μέχρι σήμερα δεν είχε αυτιά να ακούσει". Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει, που λέει κι ο Νίτσε...



Το πονεμένο στήθος μου πονεί μα δεν το λέει.
Τ’ αχείλι μου κι αν μάτωσε τη νύχτ’ αντιπαλαίει.

Σκίσε φωνή μου του σεβντά την ταπεινή λιγούρα
κι άσ’ τη να πιει, να ζαλιστεί σε στρόβιλο, σα σβούρα.

Έχε γεια, Δόμνα. Γεια.
__________________________________________

Αναδημοσίευση της ανάρτησης το πονεμένο στήθος μου
από το Ιστολόγιο ΜΗΝYMAL

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Laura (Riding) Jackson - Robert Graves

Laura (Riding) Jackson – 4 ποιήματα & μια εισαγωγή

 

by Dimitris Athinakis

 

 

 

 

Incarnations


Μην αρνείσαι,
Μην αρνείσαι, το πράγμα μέσ’ απ’ το πράγμα.
Μην αρνείσαι μες στην καινούργια έπαρση
Την παλιά, αυθεντική σκόνη.

Από ποιον τάφο, από ποιο παρελθόν σάρκας και κόκαλου
Ονειρεύομαι, Ονειρεύομαι ότι ξαπλώνω
Κάτω απ’ την τυχερή κατάρα,
Μαγεμένη, ζωντανή, λησμονώντας τα πρώτα…
Ο θάνατος δε δίνει ούτε μια στιγμή θύμησης λες
Από φόβο, σαν τ’ άγαλμα που είναι καλά μετασχηματισμένη πέτρα,
Εγώ κόκκο τον κόκκο ανακαλώ την αυθεντική τη σκόνη
Και, κοιτάζοντας πίσω την κλίμακα της μνήμης, μένω να λέω:
Αυτό δεν ήμουνα ποτέ εγώ.

 

Life-size is too large


Στο μικροσκόπιο της ελάχιστης σκέψης
(Για να ‘χω χώρο αρκετό να σκέφτομαι)
Είπα, “Καθρέφτη-μέγκενη, πιστό σφίξιμο,
Σπάσε, γίνε μεγάλος όπως εγώ”.

Μετά άκουσα μικρά φυλλαράκια να θροΐζουν μες στ’ αυτιά μου
Κι έναν μικρό άνεμο σαν θρόισμα των φύλλων
Το μυαλό μου χωμένο σε μιαν άκρη του μυαλού μου,
Όπου ο άνεμος πάνω από χώμα άδειο έγινε ρεύμα
Κι ένας τεράστιος νάνος πετάχτηκε και τίποτα δεν πήρε.

 

Grace


Αυτή η στάση και αυτός ο τρόπος έκφρασης
Όχι ότι αισθανόμουν καλόβολα μέσα τους
Αλλά ότι έχω έναν τρόμο
Κι έτσι στέκομαι αρκετά ευθυτενής -
Από φόβο, πρέπει να καθίσω και, συνομιλώντας με τη σάρκα μου, να φάω,
Πνίγομαι μ’ ένα κομμάτι της δικής μου γλώσσας.

 

And I


Κι εγώ,
Κι εγώ ρωτώ,
Πόσον καιρό κρατά αυτή η τιμωρία;
Μήπως δε δείχνω τον εαυτό μου με κάθε τρόπο
Για να ‘μαι χαρούμενη σ’ όλ’ αυτά που οι πιο πολλοί ρημάζουν;

Όταν έχω μεγαλώσει μέσα σ’ όλες αυτές τις ηδονές,
Τότε η συνήθεια και η διακριτικότητα
Μπορούν να μοιάζουν αγνωμοσύνη.

Όμως τώρα, σε τι είμαι αμελής;
Μέσα σε τι προκρίνω
Το βέλτιον απ’ το χείρον;

Θα σου πω.
Είναι ένα επιπόλαιο λάθος μ’ αυτήν:
Το να ‘ναι ήπια μες στην αλλοφροσύνη μου.
Και “Αγαπημένη” τη λένε,
Και την τιμωρία κυνηγώ μόνη μου
Καθώς εκείνη τεντώνεται πίσω για να χαμογελάσει,
Αφήνοντας την κολακεία να την κατακλύσει -
Θαρρείς και κυνηγούσα την ατίμωση κι όχι την αληθινή αγάπη.

Μα τώρα πώς μπορεί να είμαι μισητή
Μιας κι η αληθινή αγάπη είναι όλο μου το είναι;
Θα σου πω.
Η μανία θα φυτρώσει μες στην ηρεμία
Όπως εγώ φυτρώνω μέσα της
Και, χαμογελώντας πάντα,
Μοιάζει ακύμαντη στο θανατερό τους πάλεμα,
Έχοντας πρώτα φανεί ακύμαντη στο δικό μου.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

*  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *

Η «άλλη» Λώρα


(απόσπασμα από την επικείμενη έκδοση της “Λονδρέζικης μέρας της Λώρας Τζάκσον“  του Χρήστου Χρυσόπουλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην “Αυγή” της 10/08/08 στο ένθετο “Αναγνώσεις“)

Το 1994 κυκλοφόρησε ένας τόμος με τα ποιήματα μιας μάλλον αποσιωπημένης Αμερικανίδας ποιήτριας που λεγόταν Λώρα Τζάκσον. Στην εισαγωγή του βιβλίου, ο συγγραφέας Ρόμπερτ Νάυ έγραψε: «Όταν καταλήξουμε στην οριστική ιστορία της αγγλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, τα ποιήματα της Λώρας Τζάκσον –μαζί με την ιστορία που τα συνοδεύει– θα αποδειχτούν πολυτιμότερα από οτιδήποτε άλλο».

Όταν γράφτηκαν αυτά τα λόγια, η Λώρα είχε πεθάνει ήδη από το 1991 σε ηλικία ενενήντα ετών. Τη μέρα του θανάτου της οι “Τάιμς” του Λονδίνου δημοσίευσαν το παρακάτω σημείωμα: «Η Λώρα Ράιντινγκ Τζάκσον ήταν μια τραγική φιγούρα και από τις πιο προικισμένες γυναίκες αυτού του αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογοτεχνική κριτική και η ιστορία θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μοναδικό της επίτευγμα».

Η Λώρα έφυγε σιωπηλά, αφήνοντας πίσω της μια πολύτιμη παρακαταθήκη, γνωστή σε λίγους εκλεκτούς. Ο Τζων Άσμπερυ έλεγε εμφατικά ότι το βιβλίο της “Πρόοδος των ιστοριών” είναι «ένα από τα σπουδαιότερα έργα πεζογραφίας του εικοστού αιώνα». Κι όμως, το έργο της Λώρας παρέμεινε σχεδόν απόκρυφο, διατηρώντας ανέπαφο τον μυητικό χαρακτήρα που έχουν τα έργα της υψηλής λογοτεχνίας.

Η ζωή της ήταν μια σειρά από ρήξεις που κομμάτιασαν βάναυσα τη βιογραφία της, θαρρείς, με απανωτές μαχαιριές. Η πρώτη μαχαιριά δόθηκε όταν αποφάσισε να φύγει από τη Νέα Υόρκη. Έζησε έναν μακροχρόνιο, παράνομο, ερωτικό δεσμό με τον Άγγλο ποιητή Ρόμπερτ Γκρέηβς, που όμως έληξε δραματικά με μια σκανδαλώδη, διπλή απόπειρα αυτοκτονίας στο Λονδίνο του Μεσοπολέμου.

Η επόμενη μαχαιριά ήρθε με το ξέσπασμα του πολέμου. Το 1941 η Λώρα Τζάκσον απαρνήθηκε την τέχνη της. Δημοσίευσε την πιο διάσημη αποκήρυξη στην ιστορία της αμερικανικής ποίησης και αποσύρθηκε στη σιωπή για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Βρήκε καταφύγιο σε ένα ράντσο της Φλόριντα και για το υπόλοιπο της ζωής της αφιερώθηκε σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση.

Το “Λογικό Νόημα” (Rational Meaning) έμεινε ημιτελές. Εκδόθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατό της. Ως εκείνη τη στιγμή είχε έκταση εξακοσίων σελίδων. Όταν ο κόσμος είδε για πρώτη φορά το κείμενο που κράτησε τη Λώρα Τζάκσον ζωντανή ως τα βαθιά γεράματα, αντίκρισε ένα “Tractatus” για την ποίηση. Ο Τσαρλς Μπερνστάιν έγραψε: «Κανείς άλλος Αμερικανός ή Ευρωπαίος ποιητής αυτού του αιώνα δεν έχει αποτυπώσει με τόση εμβρίθεια τον βαθύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στην αλήθεια και στην ποίηση».

Η Λώρα ζούσε κάθε στιγμή με κάποια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Λες και φοβόταν να αντικρίσει το οριστικό πρόσωπο της ύπαρξής της. Έλεγε ότι όλες οι παγίδες ξεκινούν με τη λέξη «εσύ». Η διαρκής αγωνία της Λώρας Τζάκσον ήταν απέναντι σ’ αυτή την «άλλη» Λώρα.
“Οι άνθρωποι πρέπει να διαθέτουν ελεύθερο πνεύμα και σώμα, και για να είναι ελεύθεροι στο πνεύμα, πρέπει να διαθέτουν κάθε φορά τη δυνατότητα να πηγαίνουν με τη θέλησή τους πέρα από αυτό που θεωρούν κατακτημένο δικαίωμα. Η επιτυχία κρίνεται πάντοτε απέναντι στα υψηλότερα εμπόδια. Όμως η ελευθερία, που είναι ταυτόχρονα και μια μορφή τρέλας, που δεν γνωρίζει τη γαλήνη, αλλά μόνο τη διαρκή αναταραχή της σκέψης, δεν είναι παρά απελπισία. Ακολουθήστε τον δρόμο που έχετε πάρει μέχρι τέλους.”

Αυτή είναι μία από τις ιστορίες της «άλλης» Λώρας.

*  *  *  *  *  *  *  *
Αναδημοσίευση  από  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ
_____________________________________________________________________

Η Λώρα Τζάκσον, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει στις 27 Απριλίου 1929, πηδώντας από το παράθυρο του διαμερίσματός της, στο Χάμερσμιθ του Λονδίνου. Στην απόπειρά της την ακολούθησε ο σύντροφός της Ρόμπερτ Γκρέιβς. Κανένας από τους δύο εραστές δεν σκοτώθηκε. Η Τζάκσον όμως χρειάστηκε μακρά ανάρρωση και γενναίες δόσεις μορφίνης.Ποτέ δεν έκανε η ίδια λόγο για απόπειρα αυτοκτονίας. Όποτε αναφερόταν στο συμβάν έλεγε "απλώς πήδηξα από το παράθυρο".






35, St Peter's Square, London. 
Το παράθυρο από το οποίο έγιναν οι απόπειρες
είναι το πιο ψηλό στο πίσω μέρος του σπιτιού.

____________________________________________________________________




Ο Ρόμπερτ Γκρέιβς μπροστά στον καθρέφτη ενώ ακούγεται ο ίδιος να απαγγέλει το ποίημά του  The Face in the Μirror.

The Face in the Mirror
by Robert Graves

Grey haunted eyes, absent-mindedly glaring
From wide, uneven orbits; one brow drooping
Somewhat over the eye
Because of a missile fragment still inhering,
Skin deep, as a foolish record of old-world fighting.

Crookedly broken nose—low tackling caused it;
Cheeks, furrowed; coarse grey hair, flying frenetic;
Forehead, wrinkled and high;
Jowls, prominent; ears, large: jaw, pugilistic;
Teeth, few; lips, full and ruddy; mouth, ascetic.

I pause with razor poised, scowling derision
At the mirrored man whose beard needs my attention,
And once more ask him why
He still stands ready, with a boy’s presumption,
To court the queen in her high silk pavilion.

_________________________________________________________________________________



Where the crakeberries grow - Robert Graves gives an account of himself to Leslie Norris

Robert Graves, in one of your poems you describe your own face:

Cheeks, furrowed; coarse grey hair, flying
frentic;
Forehead, wrinkled and high;
Jowls, prominent; ears, large; jaw,pugilistic;
Teeth, few'; lips, full and ruddy, mouth,ascetic.

You ask the person you see reflected in your shaving mirror why

He still stands ready, with a boy's
presumption,
To court the queen in her high silk pavilion.

Who is the queen in her high silk pavilion?

She's the woman to whom I'm writing the poem, and whatever her name may be is unimportant. Herrick used to address his poems to Julia - so we'll call her Julia, if you like. I used the name back in the early Sixties. You can't write poems unless you're in love with someone, but you don't mention the name, because it's bad manners. There are very often poems of good-bye which are very painful. They are a goodbye to love, while love is still very much in your mind-horrible.[…]


Ο Ρόμπερτ Ράνκε Γκρέιβς γεννήθηκε στο Ουΐμπλεντον στα περίχωρα του Λονδίνου το 1895. Ο πατέρας του Άλφρεντ Πέρσιβαλ Γκρέιβς υπήρξε σημαντικός ποιητής της ιρλανδικής αναγέννησης των αρχών του αιώνα. Η μητέρα του Αμαλία φον Ράνκε ήταν ανιψιά του περίφημου Γερμανού ιστορικού του 19ου αιώνα Λέοπολντ φον Ράνκε. Μεγαλώνοντας σε περιβάλλον διανοουμένων, καλλιτεχνών και ιστορικών κατόρθωσε να αντισταθεί στην παραδοσιακή του δομή κρατώντας μόνο όσα στοιχεία τον αντιπροσώπευαν. Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο, κατατάχτηκε στο πυροβολικό. Γυρίζοντας βαριά τραυματισμένος από το μέτωπο παρασημοφορήθηκε και συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη. Αφού πήρε το πτυχίο του, δίδαξε στη μέση εκπαίδευση και κατόπιν σε πανεπιστήμια αγγλική λογοτεχνία και κλασικά γράμματα. Συνεργάστηκε με πολλούς εκδοτικούς οίκους εκδίδοντας αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Το 1961 εκλέχτηκε καθηγητής στην Οξφόρδη όπου δίδαξε ποίηση. Πέθανε στη Μαγιόρκα το 1985. 



Με ωριμότητα υπερβολικά πρώιμη, σφυρηλατημένη στον πόλεμο, δημοσίευσε τον πρώτο τόμο με ποιήματά του, Πάνω από την πυροστιά, το 1916. Όλη η ποιητική παραγωγή του, πάνω από 40 τόμοι, και κυρίως των δεκαετιών του ’20 και του ’30, καθορίζεται από έντονη αντιπολεμική πεποίθηση, από εντελώς προσωπική μελαγχολική αίσθηση ζωής, από ακραίο σαρκασμό και πικρό λυρισμό. Μαζί με τους προδρόμους του Ουΐλιαμ Μπάτλερ Γέιτς και Τ. Χάρντι, και τους συγχρόνους του Έζρα Πάουντ, Τ. Σ. Έλιοτ, Χ. Όντεν και Ντίλαν Τόμας, θεωρείται από τους σπουδαιότερους ποιητές του 20ού αιώνα. Η ίδια ατμόσφαιρα και στάση ζωής αποτελούν τον πυρήνα και του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματός του, Αποχαιρετισμός σε όλα αυτά, ενός από τα πιο συγκινητικά λογοτεχνήματα του μεσοπολέμου. Δημοσιεύτηκε το 1929 και κυκλοφόρησε πάλι το 1957 ξαναδουλεμένο με μεγαλύτερη οξύτητα στον αντιπολεμικό χαρακτήρα του. Η μεγάλη δημοτικότητα του Ρόμπερτ Γκρέιβς όμως στο πλατύ αναγνωστικό κοινό οφείλεται κυρίως στα ιστορικά μυθιστορήματά του, όπου συνταιριάζονται αρμονικά ιστορική πιστότητα, πλούσια αφηγηματική δεξιοτεχνία και λεπτό χιούμορ. Κορυφαία έργα του είναι: Εγώ, ο Κλαύδιος (1934), Κλαύδιος ο θεός (1934) και Βελισάριος (1938). Ασφαλώς στο τεράστιο σε έκταση έργο του Γκρέιβς –περισσότεροι από 140 τόμοι έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα- καταλαμβάνουν ξεχωριστή θέση τα δοκίμια και τα κριτικά βιβλία του για την ποίηση από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Το 1948, ύστερα από ατέλειωτες εκδοτικές περιπέτειες, εκδόθηκε από τον Τ. Σ. Έλιοτ Η Λευκή Θεά: ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, του Ρόμπερτ Γκρέιβς. Πρόκειται για ιδιόρρυθμο βιβλίο που ερευνά τους εσωτερικούς συσχετισμούς και τις ταυτίσεις των πρωτόγονων γυναικείων μύθων και τις λατρείες γυναικείων θεοτήτων στην εποχή της μητριαρχίας. Το έργο ξάφνιασε τον επιστημονικό κόσμο με την πρωτοτυπία των απόψεών του και, μαζί με άλλα, όπως Ποια ήταν η τροφή των Κενταύρων (1958), Το αποκαταστημένο ναζαρηνό ευαγγέλιο (1960), αποτέλεσε το θεωρητικό υπόβαθρο των μεγάλων του έργων Οι ελληνικοί μύθοι και Οι εβραϊκοί μύθοι (1963).

 _________________________________________________________________________________

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

metamorphosis 4






Trent Reznor and Atticus Ross - Pinned and Mounted





Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Πιερ Πάολο Παζολίνι


________________________________________


Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 1964 - Άγγελος Κυρίου


Πιερ Πάολο Παζολίνι
6 κείμενα για τον κινηματογράφο
Μετάφραση: Βασίλης Μωυσίδης
Copyright: Αιγόκερως 1989:


[…] Ο άνθρωπος […] εκφράζεται κυρίως με τη δράση του, με την πράξη του –δεν χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη με την καθαρή, πραγματιστική της έννοια- γιατί με αυτήν τροποποιεί την πραγματικότητα κι επιδρά πάνω στο πνεύμα. Αλλά αυτή η δράση δεν έχει ενότητα, δεν έχει δηλαδή σημασία, όσο δεν είναι ολοκληρωμένη. Όσο ζούσε ο Λένιν, η «γλώσσα» της δράσης του ήταν ακόμη εν μέρει ανεξιχνίαστη, γιατί ήταν πιθανό να τροποποιηθεί από επερχόμενες μελλοντικές πράξεις. Με λίγα λόγια, από τη στιγμή που ένας άνθρωπος έχει μέλλον, δηλαδή υπάρχει το άγνωστο, ο άνθρωπος αυτός δεν έχει εκφραστεί.[…] Όσο δεν είμαι νεκρός, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι με ξέρει πραγματικά, κανείς δηλαδή δεν μπορεί να προσδώσει ένα νόημα στη δράση μου, η οποία, ως γλωσσολογική στιγμή, εξακολουθεί να είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί.

Είναι λοιπόν απόλυτα αναγκαίο να πεθάνουμε, γιατί ενόσω βρισκόμαστε στη ζωή δεν έχουμε νόημα, και η «γλώσσα» της ζωής μας (με την οποία εκφραζόμαστε και ως εκ τούτου της δίνουμε τη μεγαλύτερη σημασία) παραμένει ανερμήνευτη: ένα χάος πιθανοτήτων, μια αναζήτηση σχέσεων και σημασιών χωρίς τέλος. Ο θάνατος πραγματοποιεί ένα κεραυνοβόλο μοντάζ στη ζωή μας […] Χάρη στο θάνατο και μόνο, η ζωή μας χρησιμεύει για να εκφραστούμε […]

Από το κείμενο: Παρατηρήσεις πάνω στο πλάνο – σεκάνς.   

[...] Ή μένουμε αθάνατοι και ανέκφραστοι, ή εκφραζόμαστε και πεθαίνουμε [...]

Από το κείμενο: Το υπάρχειν είναι φυσικό;
__________________________________

Αντί σχολίου: Πότε θα μπορούσε να προσδοθεί ένα νόημα στη δράση της ανθρωπότητας; Με το τέλος της – υπό την έννοια πως η ανθρωπότητα, θα ολοκληρώσει/τελειώσει κάποτε την πορεία της, ως μια πορεία που εντάσσεται μέσα στο άπειρο πλήθος πορειών άλλων «ανθρωποτήτων».

Ο θάνατος, στους στοχασμούς αυτούς του Παζολίνι, είναι ο θάνατος ο ενταγμένος μέσα στη συνέχεια άλλων ζωών. Ένας πλήρης θάνατος των πάντων, δηλαδή, η μη ύπαρξη παρατηρητών, δεν θα προσέδιδε κανένα νόημα σε καμία ολοκληρωμένη/τελειωμένη ζωή. Ακόμα και αν αυτό το νόημα, μπορούσε να εξαχθεί από μόνο του, ως αυθύπαρκτη οντότητα, δίχως να είναι κτήμα κανενός νου, θα ήταν ένα νόημα δίχως παραλήπτη. Επομένως ο θάνατος, είναι ένα μέσο διαλόγου της ζωής και μόνο. Όλα υπάρχουν, ακόμα και ο θάνατος, εφόσον υπάρχει ζωή. Αλλά και η ζωή «έχει νόημα»  - για τη συνέχισή της - μόνο όταν επέλθει ο θάνατος.

Ωστόσο, γιατί να μην είχε νόημα και μια ζωή, περιχαρακωμένη από τον – λογικώς υποτιθέμενο - πλήρη θάνατο των πάντων; Η κβαντική λογικότητα του πεπερασμένου, δεν ενέχει μέσα της το άπειρο, όσο και η απειρία, ενέχει μέσα της το πεπερασμένο; Όσο το σχετικό είναι συστατικό μέρος του απόλυτου και όχι το αντίθετό του, άλλο τόσο και το απόλυτο δεν είναι συστατικό μέρος του σχετικού και πεπερασμένου;
__________________________________