Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Ο κόσμος είναι αυτό που δεν βλέπω.




Ο κόσμος είναι αυτό που δεν βλέπω.
Αυτό που δεν βλέπω όμως τι είναι;
Όταν κάνω την ερώτηση αυτή στον εαυτό μου,
δεν μπορώ ν’ απαντήσω με εικόνες,
μόνο με λέξεις, ή με τις απαντήσεις
που μου δίνει η αφή μου όταν μπορώ να πιάσω
αυτό που θέλω να το δω αλλά δεν μπορώ.
Τα πράγματα που πιάνω, δεν είναι ίδια
με τις λέξεις που τα περιγράφουν.
Εγώ θα έδινα στα πράγματα άλλα ονόματα.
Θα χρησιμοποιούσα άλλες λέξεις, δικές μου λέξεις,
για να περιγράψω τον κόσμο, να ονομάσω τα πράγματα.
Τις λέξεις τις έφτιαξαν εκείνοι που βλέπουν τον κόσμο.
Αν έβλεπα κι εγώ τον κόσμο, ίσως να χρησιμοποιούσα
τις ίδιες λέξεις, δεν τον βλέπω όμως, κι οι λέξεις
δεν ταιριάζουν με τον κόσμο όπως τον φαντάζομαι εγώ.
Βλέπω κι εγώ τον κόσμο αλλά τον βλέπω όπως θέλω,
όπως μου αρέσει, ανάλογα με τις ώρες και τις μέρες,
ανάλογα με το πώς τον αισθάνομαι.
Ο κόσμος είναι ανάλογα με το πώς τον αισθάνομαι.
Όταν θέλω να υπάρχει,
τότε τον κάνω να υπάρχει.
Όταν είμαι λυπημένη, βλέπω τον κόσμο
να είναι όλος κίτρινα βουνά
που λίγο λίγο γίνονται μαβιά –
αλλά δεν ξέρω τι είναι το μαβί ούτε το κίτρινο
ούτε τι είναι τα βουνά, για μένα είναι μόνο λέξεις,
ούτε ο ουρανός ξέρω τι είναι, αν μπορούσα
να τον πιάσω, ίσως να καταλάβαινα, μόνο με την αφή
μπορώ να πω τι είναι κάτι, αλλά και πάλι, τα δάχτυλα
δεν είναι μάτια, αυτό που πιάνω δεν είναι ίδιο
μ’ αυτό που θα ‘ταν αν το έβλεπα, το ξέρω.
Μια μέρα η μαμά έκλεισε μέσα στις χούφτες μου
κάτι που χτυπιόταν, χτυπιόταν, σα να ήθελε
να φύγει και να μην μπορούσε και χτυπιόταν
μέσα στις κλειστές παλάμες μου που η μαμά
δεν μ’ άφηνε να τις ανοίξω, μέχρι που αυτό
το πράγμα που χτυπιόταν άρχισε να μη χτυπιέται
και τότε η μαμά μου είπε ότι ήταν πεταλούδα
κι ότι η πεταλούδα πέθανε και τότε εγώ,
αυτό το πράγμα που χτυπιόταν μες τις χούφτες μου
κι έπειτα άρχισε να μη χτυπιέται,
έμαθα πως το λένε πεταλούδα, έμαθα όμως
πως το λεν και θάνατο, κι έτσι το όνομα
το διάλεγα εγώ ανάλογα με το πώς αισθανόμουν,
μιλούσα για τις πεταλούδες όταν ήμουν
μόνη με τον πόνο μου, ή φώναζα τον θάνατο
όταν κάτι φτερούγιζε από χαρά μες στην καρδιά μου,
τον φώναζα και του ‘λεγα πως η καρδιά μου
φτερουγίζει σαν τον θάνατο, όπως ήταν ο θάνατος
κλεισμένος μες στις χούφτες μου όταν η μαμά
έκλεισε εκεί μέσα ζωντανή μια πεταλούδα.
Αυτός είναι για μένα ο κόσμος,
πράγματα χωρίς λέξεις, ή λέξεις χωρίς πράγματα.
Μπορώ να πιάσω το χορτάρι
αλλά μπορώ να μην το πω χορτάρι
εφόσον δεν το βλέπω,
μπορώ να τ’ ονομάσω αλλιώς ανάλογα με την εντύπωση
που αφήνει στην αφή μου.
Με την αφή μου δίνω εγώ όνομα στα πράγματα,
με την αφή, και με την ακοή, και με την γεύση
και την όσφρηση, μ’ αυτές βλέπω τον κόσμο,
όμως αυτές έχουν εντελώς άλλο λεξιλόγιο από την όραση,
τον κόσμο τον ονόμασε η όραση,
οι λέξεις έρχονται από τα μάτια,
αλλά και εκείνες που τις γέννησε η αφή, η ακοή,
η γεύση και η όσφρηση, βγήκαν από ανθρώπους
που έβλεπαν τον κόσμο, ο κόσμος δεν ονομάστηκε
από τυφλό, κι εγώ είμαι τυφλή, κάτι μου λείπει,
μου λείπει ο κόσμος όπως τον βλέπει και τον λέει
εκείνος που έχει τα μάτια του γερά.
Όσο και να μου περιγράφει η μαμά
πώς είναι τα λουλούδια, τα δέντρα, τα πουλιά,
όσα και να μου πει για ένα τραπέζι, μια καρέκλα,
ένα φόρεμα, μια κούκλα, έναν άγγελο, τη θάλασσα,
πάλι με λέξεις μου τα λέει, κι εγώ δεν έχω δει
ποτέ μου αυτά που λεν αυτές οι λέξεις, τις ακούω
και φαντάζομαι άλλα πράγματα, δικά μου, ανύπαρκτα
για εκείνους που έφτιαξαν αυτές τις λέξεις,
και δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί τι πράγματα
κατασκευάζω εγώ με το μυαλό μου όταν ακούω
τη λέξη μαργαρίτα, τη λέξη πετραδάκι, τη λέξη
κορυφογραμμή, φωτιά, φεγγάρι, χωράφια, ελάφι,
ζουζουνάκι, σύννεφα, λέξεις, λέξεις, που εγώ τις κάνω
ό,τι θέλω, τις κάνω δικές μου, γιατί βάζω δίπλα τους
αυτό που θέλω εγώ χωρίς να δίνω λογαριασμό σε κανέναν.
Μια μέρα θα σας πω αυτό το μυστικό μου
και θα μάθετε τι βάζω δίπλα σε κάθε λέξη.
Εκείνο που τώρα όμως θα σας πω είναι
ότι η πιο δική μου λέξη, η λέξη που είναι
μόνο δική μου, που την δικαιούμαι και δεν την δίνω
σε κανέναν άλλον, είναι η λέξη σκοτάδι.
Ξέρω τι σημαίνει, μόνο εγώ το ξέρω,
δεν χρειάζεται να μου το πει κανείς το νόημά της,
το νόημά της είμαι εγώ,  αυτή η λέξη είμαι εγώ.
Το σκοτάδι
είναι η μόνη λέξη που την έχει φτιάξει τυφλός.
Το σκοτάδι μου, το σκοτάδι μου.
Αυτό είναι το όνομά μου.
Μόνο αυτό με κάνει να μην είμαι εντελώς τυφλή
αφού είναι το μόνο που βλέπω.
Βλέπω το σκοτάδι, βλέπω το σκοτάδι.
Κανείς δεν βλέπει το σκοτάδι που βλέπω εγώ.
Μόνο το δικό μου σκοτάδι είναι σκοτάδι.
Μέσα σ’ αυτό δεν με βλέπει κανείς.
Είναι τόσο σκοτεινά μες στο σκοτάδι μου
που κανείς δεν μπορεί να δει ότι είμαι τυφλή.
Μόνο εδώ μέσα όμως μπορεί να με βρει κανείς,
εδώ μέσα μένω, δεν βγαίνω ποτέ από δω,
κάθομαι μόνη μου και φτιάχνω με λέξεις
και δικές μου εικόνες τον κόσμο που βλέπετε εσείς.
Εσείς που βλέπετε τον κόσμο, μπορείτε να δείτε
τον δικό μου κόσμο, το δικό μου σκοτάδι;
Δεν μπορείτε, κι αφού δεν μπορείτε, είστε κι εσείς
τυφλοί, όχι όμως σαν εμένα, γιατί εγώ μπορώ
και φτιάχνω έναν κόσμο που δεν βλέπω, με εικόνες
και με λέξεις, ενώ εσείς νομίζετε ότι ο κόσμος
που βλέπετε είναι ο μόνος κόσμος, και δεν φτιάχνετε
άλλον, και μολονότι ζείτε στο φως, δεν βλέπετε τίποτα,
ενώ εγώ που είμαι στο σκοτάδι, φτιάχνω έναν κόσμο
από λέξεις και εικόνες, κι αυτός ο κόσμος είναι
δικός μου. Εγώ έχω έναν κόσμο δικό μου. Εσείς
δεν έχετε τίποτα δικό σας, δεν έχετε ποτέ, ποτέ,
εκτός κι αν τυφλωθείτε. Μόνο τότε. Τυφλωθείτε, λοιπόν.    


Δημήτρης Δημητριάδης

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ  ΖΩΗΣ
(Θεατρικό έργο)

©   1995, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

και

Δημήτρης Δημητριάδης

Μονόλογος της τυφλής Πουπέ που δεν υπάρχει στο θεατρικό, αλλά σε «Μια συζήτηση του Στέφανου Λαζαρίδη και του Δημήτρη Δημητριάδη» που παρατίθεται μετά το θεατρικό κείμενο, στο επίμετρο.

Ο Στέφανος Λαζαρίδης ήταν ο σκηνοθέτης που ανέβασε για πρώτη φορά το έργο και έκανε και τη σκηνογραφία. 1η Παράσταση: Θέατρο του Νότου, Νοεμ. – Δεκ. 1995



Charles Francois Jalabert (1819-1901), Oedipe et Antigone, 1842, Oil on canvas, 115 × 147 cm.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου