Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Αυτοκτονική διάθεση που δεν εκπληρώνεται ποτέ


(κείμενο κατά της αυτοκτονίας)

Δίχως κανέναν ηρωισμό. Η επιτομή της ήττας και της μιζέριας. Καμία γνώση δεν περικλείεται εδώ, παρά μόνο η περιγραφή του βιώματος. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται δίχως έκταση. Επίπεδες, πεζές, σαν τάφος που δεν τον επισκέπτεται κανείς, ούτε καν για να κατουρήσουν οι σκύλοι ή για να τραφούν τα σκουλήκια. Βρωμερός ακόμα και για τα «βρωμερά». Γράφονται κατά τη διάρκεια. Οι λέξεις. Δεν επιζητούν καμία έξοδο, καμία είσοδο, καμιά ανάβαση, υπέρβαση, μετάβαση ή λυτρωμό. Δεν αναζητούν νόημα ούτε, πολύ περισσότερο, γράφονται για να περιγράψουν την απουσία του. Η απουσία νοήματος θα ήταν λυτρωτική και θα οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο ποθούμενο: στην αυτοκτονία. Αλλά εδώ γίνεται λόγος για την αυτοκτονική διάθεση που δεν εκπληρώνεται ποτέ. Όχι, βέβαια, σαν αυτό – το να μην εκπληρώνεται ποτέ - να είναι καλό, το ποθούμενο. Το ποθούμενο είναι η αυτοκτονία εδώ. Ετούτο εδώ, το να μη συμβαίνει ποτέ και να γράφω για αυτήν, είναι τρις χειρότερό της. Αλλά δίχως κανέναν ηρωισμό. Δίχως κανέναν ηρωισμό. Η επιτομή της ολοσχερούς ήττας. Της πλήρους μιζέριας. Της αυτολύπησης δίχως λύπη και δίχως εαυτό. Της απόγνωσης δίχως άγχος. Του ρόγχου του θανάτου, δίχως θάνατο. Ένα διαρκές μαρτύριο, πιο βαρετό και από το ίδιο το τίποτα. Μεγατόνοι μιζέριας εκπέμπονται απροκάλυπτα από τις απειροελάχιστες εστίες των πνιγηρών υποκειμένων. Αντί ένα βλέμμα, έστω και ψεύτικο – που θα φάνταζε ως θαύμα – η μιζέρια του κακομοίρη βλάσφημου που βαριέται ακόμα και να ψοφήσει.  Τα υποκείμενα μπερδεύονται. Είμαι εγώ ή εσύ ετούτη η μιζέρια; Πρόκειται μήπως για απαράμιλλο συλλογικό ταλέντο στην κατάθλιψη; Δεν μιλώ βέβαια για την κατάθλιψη που περιγράφουν τα ιατρικά βιβλία των ηλιθίων. Αναφέρομαι σ’ εκείνη την κατάθλιψη που είναι πιο βαρετή κι από την ίδια τη Θεά της βαρεμάρας. Ποιάς βαρεμάρας; Α, μην το ψάχνετε. Οι λέξεις εδώ δεν έχουν νόημα. Βρωμάνε απλώς. Ζέχνουν. Όλες οι λέξεις ζέχνουν το εκκρινόμενο πύον τους σε μορφή βιώματος. Όπως ό,τι ακριβώς σου μεταδίδουν οι άνθρωποι, όταν θέλουν να σε εκδικηθούν, επειδή απλώς έτυχε να βρίσκεσαι μπροστά τους. Σκέφτομαι: Να πάρω φόρα και να πηδήξω τώρα από το παράθυρο; Τώρα που η κακιά η ώρα τα έφερε και βρέθηκα και πάλι να ζω σε κατάλληλο ύψος απ’ το έδαφος; Μια και το να πηδήξεις από το παράθυρο μονοκατοικίας, έξω στον κήπο, θα ήταν όντως πράξη ηρωισμού, αλλά όχι σαν να πηδάς από τα δώδεκα ή δεκαπέντε μέτρα στην άσφαλτο. Και εξακολουθώ να σκέφτομαι: Μα αν πηδήξω, δίνω νόημα σε όλη αυτή την αηδία. Την ενδύω με ηρωισμό. Της δίνω λύση, λύτρωση. Και αυτό είναι άδικο. Ετούτη η αηδία δεν αξίζει να βρει τη λύτρωση ούτε στην απόγνωση του θανάτου. Κι έτσι ζω από ένα ιδιόμορφο αίσθημα δικαιοσύνης. Ζω αυτοτιμωρούμενος επειδή βρέθηκα σε αυτόν τον πλανήτη, οραματιζόμενος διαρκώς την αυτοκτονία,  δίχως ποτέ να την τολμώ. Δίχως κανέναν ηρωισμό.

ΥΓ. Ψέματα. Καμιά δικαιοσύνη. Κανένα αίσθημα δικαιοσύνης δεν υπάρχει σ’ αυτό (το οποίο, κι αυτό – αυτό που μόλις είπα -  μπορεί να είναι ψέμα). Μελέτη του θανάτου. Βιωματική μελέτη του θανάτου εν ζωή. Ένα είδος έρωτα. Το ιερότερο είδος έρωτα. Σκατά. Μιλώ για τα είδη. Αν και τα σκατά θα έχουν οπωσδήποτε κάποια γεύση. Αυτό το είδος δεν έχει.   Ένας είναι ο Έρωτας, πέρα από τα είδη.

10 σχόλια:

  1. Ένας 'γαλαξίας' των εφηβικών μου χρόνων τέμνει το παρόν σου. Χαιρετίζω τη συνάντηση και στον παραδίδω.

    "Πέφτω… δεν ξέρω από πού… από πόσο ψηλά… ή προς τα πού. Απλώς πέφτω. Αισθάνομαι την πτώση έντονα, διαπεραστικά. Τραβάει την αλυσίδα του dna μου τόσο, που παύει να είναι ελικοειδής. Την τραβάει και την βγάζει από τις ρίζες των μαλλιών μου. Τραβάει και την σπονδυλική μου στήλη. Ξεκολλάνε ένας – ένας οι σπόνδυλοι και απλώς χάνονται μέσα στον γαλαξία. Ένα υπερμεγέθες ξυράφι, μια πλατιά, πολύ λεπτή λεπίδα απομακρύνει το δέρμα μου από τη σάρκα μου… από το μυϊκό μου ιστό. Τα τύμπανά μου τα έχουν αναλάβει Κινέζοι μουσικοί. Είναι τα γκονγκ τους. Τα χτυπούν πριν την τελετή… δυνατά… πολύ δυνατά… καταλύουν τα πάντα. Είναι και δεν είναι εκεί. Ακούν αλλά δεν ακούν.
    - Υπάρχεις ή όχι; Τώρα... τώρα ποιος θέλει να γεμίσει αυτές τις σελίδες και γιατί; Αφού δεν υπάρχεις… δεν υπάρχεις! Είσαι μία παραίσθηση. Ούτε η αγγελόσκονη ή το lsd ή όλες οι ψυχοτρόπες ουσίες μαζί δεν έχουν δημιουργήσει ποτέ μία τόσο ζωντανή παραίσθηση. Είσαι το πρότυπό τους. Το λένε άλλωστε και στους φίλους τους. Και εσύ δίνεις πάντα χαιρετίσματα. «Από την παραίσθηση – πρότυπό τους» λες. Για αυτές τις ουσίες όμως δεν έχει σημασία το αν υπάρχεις. Για σένα; Για σένα έχει; Σε ρωτάω! Αλλά, ξέχασα… ακούς αλλά δεν ακούς, Υπάρχεις. Η παραίσθηση είναι εκεί…άρα υπάρχεις.
    - Όχι δεν υπάρχω! Όχι εγώ… Δεν είμαι. Δεν είμαι τίποτα. Ούτε ίχνος από μένα δεν θα βρεις ακόμα και αν ψάξεις ολόκληρο το σύμπαν. Ανώνυμοι σπόνδυλοι μόνο αλωνίζουν μέσα του.
    - Τι φειδωλό σενάριο… τι θα ακολουθήσει ξέρεις;
    - Όχι!
    Αυτό το «όχι» όμως το ακούει… το ουρλιάζει τόσο δυνατά μέσα στο κεφάλι του που το ακούν όλα τα άλλα όργανα και σιωπούν. Η καρδιά, αφού χτυπά ταραγμένα, υπακούει στην τρομοκρατική λαίλαπα του «όχι». Δίνει χώρο κενό, αποστειρωμένο για να βγει μία ακόμα ανάσα. Πιο καθοριστική από ποτέ. Σαν να ξεκίνησε να χτυπά όταν όλα τελείωσαν…όταν όλα σταμάτησαν. Καταδίκη. Για την καρδιά;… Για όλα. Για όσα υπάρχουν όσο εκείνος απλώς δεν είναι. Παρανοεί…;"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φαντάζομαι – σαν να ίπταμαι – τον εφηβικό Γαλαξία σου να περιστρέφεται ολόφωτος εμπρός από τα έκπληκτα μάτια σοφών, υπέργηρων και αθάνατων αστρονόμων. Θα τον φυλάξω μέσα μου δίχως να τον εγκλωβίσω, ούτε για να ρουφήξω το φως του, σαν τρομαγμένο ζώο. Απλώς θα τον βλέπω, τις κρύες νύχτες των ατέλειωτων χειμώνων. Μια πρέζα αγγελόσκονη που νοστιμεύει ακόμα και το θάνατο και τον μεταλλάσσει σε σώμα ερωτευμένου.

    Χαιρετώ τη διαχρονική συνάντησή μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καθώς ίπταμαι διαχρονικά, μάλλον ποτέ δεν αναρωτήθηκα για το ορατό ή μη του ιδίου του γαλαξία. Αυτού ή όποιου άλλου. Τον άφηνα να περιστρέφεται και να με παρασέρνει στις δίνες του. Έτσι τρομαγμένα ζώα και υπέργηροι σοφοί έρχονταν σε γαλήνια κοινωνία. Έτσι η θέα του θανάτου ήταν κάθε φορά σχεδόν διασκεδαστική, σαν να του έγνεφα ανέμελα από την τραμπάλα που αιωρούνταν μέσα στη μαύρη τρύπα του. Τώρα, ο ίδιος γαλαξίας σκορπίζεται σαν αερικό στον εσωτερικό σου διάκενο χώρο και φέγγει, χαϊδεύοντας τον θάνατο ερωτικά. Σύζευξη αχρονικότητας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μου φέρατε στο νου τα δίδυμα. (Χρησιμοποίησα πληθυντικό δίχως να ξέρω γιατί και δίχως ελπίζω να σ’ ενοχλεί – εξάλλου, οι μεταμορφώσεις, σε επιλέγουν στην αχρονία όσο μπορείς να τις επιλέγεις κι εσύ). Τον έρωτα και το θάνατο. Αυτά τα δίδυμα. Δεν βλέπω όμως Τον έρωτα και Τον θάνατο. Τους βλέπω έξω από τις μονήρεις παντοδυναμίες τους. Βλέπω τον ανταγωνισμό τους για την εύνοιά Της.

    Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου τους είναι Εκείνη. Η Έρωτας-θάνατος θεά. Τι είναι ο έρωτας και τι ο θάνατος στερούμενοι των αντικείμενων του πόθου τους; Τίποτα. Το ίδιο τίποτα. Δεν μπορώ, ούτε θέλω να βιώσω πως είναι να είμαι Εκείνη. Είμαι πάντα ‘αυτός’ και ερωτευμένος μαζί Της. Δεν θα μπορούσα ποτέ να θέλω να μπω στη θέση Εκείνης. Όχι ως άρνηση της άρνησης της φύσης μου. Όχι ως όριο απαγορευτικό προς τη θέωση. Αν όμως ταυτιζόμουν μαζί Της θα την αναιρούσα. Δεν θα ήταν Εκείνη, για μένα, αν ήμουν εγώ στη θέση της. Αν ήμουν η ίδια η Μούσα και όχι ο ποιητής της. Σ’ αυτή τη θέση ταυτίζομαι με τον έρωτα και μπαίνω σε ανταγωνισμό με τον θάνατο. Αλλά όχι μ' έναν θάνατο που διεκδικεί εμένα, αλλά μ' έναν θάνατο αντίζηλο, που όταν μου επιβληθεί, θα μείνει μόνος μαζί Της. Θα υπάρχει ο θάνατός μου κι Εκείνη. Έτσι ζηλεύω τον θάνατο (αυτόν που θωπεύσατε ερωτικά – και καλά κάνατε – μια κι έτσι μόνο μπορώ να τον δω ανταγωνιστικά και να μην του δοθώ).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανωνυμε πίστεψε με, οι Ερωτο-θανατες Θεες ειναι οι άτυχες στον έρωτα με τους κοινούς θνητούς...

    Οσο ο ποιητής ειναι ερωτευμένος ζει και πάντα θα βρίσκει καθε φορά νέες μούσες θνητές που εμπεριέχουν ψήγματα και ιδιότητες της Μεγάλης Θεάς.

    Αρα όσο ερωτεύεται ακόμα και ιδιότητες, σκέψεις, ιδέες ή μάτια, χείλη, κορμιά παραμένει ζωντανος και ερωτευμένος και πάντα θα κερδίζει ο Ερωτας και οχι ο Θάνατος.

    Καληνύχτα κι όμορφα όνειρα να συνοδεψουν την νύχτα σου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ατάργα

    Δεν ξέρω αν αναφέρεσαι στον ή στην Ανώνυμο/η που συνομιλώ ή σε μένα, αλλά επειδή δεν έχει και τόση σημασία, μια και είμαστε όλοι ιερά ονόματα – και σας εκμυστηρεύομαι εδώ την πιο βαθειά πεποίθησή μου – η ευχή σου για όμορφα όνειρα ήδη επιτυγχάνεται στο άχρονο του ύπνου μου. Προχθές ονειρεύτηκα πως πετούσα και απόψε πάλι "το ‘χω σίγουρο". Μια αίσθηση τόσο αληθινή. Αφού όταν ξυπνώ, είν’ τόσο έντονη και βέβαιη η γνώση πως πετώ, που θέλω να βγω έξω και ν’ απογειωθώ πραγματικά, μια κι είμαι σίγουρος πως το κατέχω. Βέβαια αυτό δεν συμβαίνει. Δεν έχει συμβεί ακόμα. Κι ας μην το έχω δοκιμάσει, μια και μόλις ξυπνώ για τα καλά, διαισθάνομαι το βάρος του ότι δεν πετώ εδώ που ξύπνησα.

    Τι αίσθηση όμως αυτή του να πετάς. Παντού αόρατα φτερά και ούτε σκιά από δρεπάνι.

    Καλό σου, ιπτάμενο βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Λυτρωτική επιλογή ο πληθυντικός, μέσα στη φυσική πολλαπλότητα του άπειρου. Φανταστείτε να μέναμε στη στατική καμπύλη ενός υποκειμένου - αντικειμένου. Θα μας έπιανε, τουλάχιστον, ναυτία από τη στείρα επανάληψη. Μέσα από τον ανταγωνισμό για εκείνη, θαρρώ πως βλέπετε εν τέλει πολύ καθαρότερα τόσο τον Έρωτα, όσο και το Θάνατο, επειδή ακριβώς φτάνετε στο σημείο όπου διαλύεται η επίφασή τους. Διότι πράγματι, δεν πιστεύω ότι υφίσταται σε κατά μόνας συνθήκες παντοδυναμία, παρά μόνον αυτό αναίρεση και συντριβή.

    Είναι γόνιμο, όσο και ποιητικό το σχήμα στο οποίο ο δυϊσμός της Θεάς, δηλαδή η ίδια η συστατική δομή της, διασπάται αναιρώντας την όποια πάγια ταυτότητα και έρχεται σε διαδραστική συγκυρία με τον Ποιητή. Άλλωστε, όπως ο Έρωτας ή ο Θάνατος αποδυναμώνονται μέχρις εξαφάνισης δίχως το αντικείμενο του πόθου τους, έτσι και η ίδια η Μούσα ατονεί και νεκρώνει όταν ορίζεται από την εκλειπούσα θέση - δράση του Ποιητή. Τότε Έρωτας & Θάνατος νοσούν μέσα της λόγω του ανεκπλήρωτου. Τότε την διεκδικούν λυσσαλέα και κατά μόνας και Έρωτας & Θάνατος, μέχρι που την κατασπαράζουν. Αν ο Ποιητής την λυτρώσει από την διεκδίκηση του Θανάτου, μέσω της δικής του άρνησης να δοθεί σε αυτόν, πραγματώνει νέα συνθήκη και θωπεύοντας ο ίδιος τη θνησιγένεια του Έρωτα, εν τέλει τον απελευθερώνει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Έτσι, απελευθερώνεται τόσο η Μούσα, όσο και ο Ποιητής. Ελεύθεροι πια, δίχως ανταγωνιστικές φόρμες να ορίζουν αδηφάγες συνθήκες ύπαρξης ανάμεσά τους, Μούσα και Ποιητής αφήνονται ανενόχλητοι σε ένα ανώνυμο πεδίο άχρονης και καθολικής δράσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Άρα η τελευταία φράση του προηγούμενου σχολίου σας γίνεται «…εν τέλει τον /την απελευθερώνει.»

    Όντως. Λέμε: «Ελευθερία ή θάνατος» και όχι «Ελευθερία ή Έρωτας». Συγχωρείστε μου τους λογικούς συλλογισμούς που μοιάζουν μ’ εξισώσεις.. Έχουν πολλές φορές μια γοητεία που ξεπερνά τη λογική. Μια τέτοια λογική παρατήρηση αφορά τ’ ότι η άποψη «Ελευθερία ή Έρωτας» αφορά την ψευδή ελευθερία που μπορεί να βιώνει ατέλειωτα η θάνατο- κοινωνία. Η μονιμότητά της είναι ανύπαρκτη, επειδή ακριβώς ο θάνατος της είναι μόνιμος.

    Πίνω λευκό κρασί. Το έφερε ένας γιατρός που δεν γνωρίζω. Επίγευση και άρωμα θείας κοινωνίας – μιλώ για γευστικές μνήμες - ενώ το κρασί είναι ξηρό. Αυτό είναι το αίμα του. Το αίμα του Έρωτα-θεού. Για σώμα του τρώω ένα γλυκό ψωμί με μήλο, κανέλα, καρύδι και πορτοκάλι.

    Τι όμορφα που είναι εδώ. Μέσα στην κοίτη του θανάτου. Ερωτευμένος με όλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Ξαναδιαβάζοντας τον εδώ διάλογο θυμήθηκα πως

    «το να είσαι ερωτευμένος, σημαίνει να μισείς».

    Και αν αυτό σημαίνει να μισείς τον θάνατο, τότε όταν δεν είσαι ερωτευμένος, τον αγαπάς. Είσαι δηλαδή νεκρός.

    Ερωτευμένος με το τίποτα. Αιώνια νεκρός σημαίνει αιώνια ερωτευμένος με το τίποτα;

    Παράδειγμα γραμμικής συνείδησης: Όλα πηγάζουν απ’ το τίποτα και όλα οδηγούνται σ’ αυτό (το οποίο, αν το δούμε δομικά, είναι η έννοια της θεότητας).

    ΑπάντησηΔιαγραφή