Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς



Δὲν εἴμαστε ποιητὲς

Γιώργος Σαραντάρης

από τη συλογή
Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα.

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβούμαστε
Καὶ ἡ ζωή μᾶς ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνὰς
___________________________________________________________________________________

Ο Γιώργος Σαραντάρης (Κωνσταντινούπολη, 20 Απριλίου 1908 - Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 1941) ήταν Έλληνας ποιητής, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος της Γενιάς του '30



Η ζωή του

Γόνος οικογένειας Ελλήνων εμπόρων που διέμεναν στην Ιταλία, είχε την ευκαιρία να ανατραφεί σε ένα αστικό και σχετικά προοδευτικό, σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, περιβάλλον. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια στην Ιταλία, όπου έζησε από το 1910 έως το 1931. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ωστόσο, τον κέρδισε η ποίηση. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γιώργος Σαραντάρης εμφορούμενος από συναισθήματα φιλοπατρίας συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, όπου αρρώστησε από τύφο. Πέθανε ύστερα από την επιστροφή του στην Αθήνα το 1941.

Το έργο του

Η ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη υπήρξε αρκετά πρωτοποριακή για τα δεδομένα των ιδεών που επικρατούσαν την εποχή του Μεσοπολέμου στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους. Υπήρξε λάτρης της λεγόμενης "καθαρής ποίησης". Έχοντας γνώση των ευρωπαϊκών διανοητικών κι αισθητικών ρευμάτων, χρησιμοποίησε στα ποιήματά του τον ελεύθερο στίχο, ενώ στις αναζητήσεις του περιέλαβε προβληματισμούς που έλκουν την επιρροή τους από την ιταλική ποίηση, το έργο του Ντοστογιέφσκι, από τις φιλοσοφικές ιδέες του Νίτσε, του Σαίρεν Κίρκεγκωρ αλλά και από τον υπαρξισμό. Το έργο του δεν συνάντησε ευρεία αποδοχή στην εποχή του, επηρέασε ωστόσο την ελληνική ποίηση βαθιά και ουσιαστικά. 


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
___________________________________________________________________________________

Αντί σχολίου: Δεν κατάφερε ποτέ να εργαστεί, γεγονός που έκανε την μητέρα του να υποφέρει ιδιαίτερα, ενώ ταλαιπωρούσε πολύ ψυχικά και τον ίδιο η ιδέα ότι τον θεωρούσαν «αργόσχολο».

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Thanksgiving 1940

__________________________________________________________________________________

J. C. Leyendecker (1874-1951) Αμερικάνος εικονογράφος και ζωγράφος


Από το Large Size Paintings 
___________________________________________________________________________________

Ο μικρούλης δεξιά, φαίνεται να αντιμετωπίζει  το όλο ζήτημα με σχετική αγωνία... όσο και περίσκεψη... ("Γιατί να ευχαριστώ το θεό για μια ψητή γαλοπούλα που βρίσκεται εμπρός μου..." μοιάζει να αναρωτιέται. "Μια ζωντανή γαλοπούλα θα ευχαριστούσε το θεό αν βρισκόμουν εγώ ψημένος μπροστά της;) Αλλά, προφανώς κι αυτός, θα "συμμορφωθεί", κάποτε, εντελώς!

___________________________________________________________________________________

Η γαλοπούλα έχει εμφανιστεί εδώ και περίπου δέκα εκατομμύρια χρόνια!

Στην Ευρώπη, όπως αναφέρουν διάφορες πηγές, οι πρώτες γαλοπούλες έφτασαν στην Αγγλία, το 1526 και πουλήθηκαν από έναν έμπορο για δύο πένες η κάθε μία στην υπαίθρια αγορά του Μπρίστολ. Οι Ινδιάνοι, πάντως, έσφαζαν και έψηναν γαλοπούλες ήδη από το 1000 μ.Χ. Πάντως, η προέλευση της γαλοπούλας είναι κάτι που δεν είναι σαφές. Μια άποψη αναφέρει ότι για πρώτη φορά οι γαλοπούλες εμφανίστηκαν στη Μακεδονία και ότι τις διέδωσε ο βασιλιάς Μελέαγρος. Ήταν γιος του Οινέα -βασιλιά της Καλυδώνας- και της Αλθαίας. [Σχετικός μύθος για τις Μελεαγρίδες όρνιθες αναφέρεται στην ανάρτηση  Λέρος: Το Νησί της Αρτέμιδος - Παράδειγμα Αντίστασης]

___________________________________________________________________________________


Στην Ελληνική Μυθολογία με το όνομα Μελεαγρίδες φέρονταν 4 νέες γυναίκες, συνήθως αναφερόμενες ως αδελφές του Καλυδώνιου ήρωα Μελεάγρου, και επομένως κόρες του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέως και της Αλθαίας. Τα ονόματά τους ήταν Γόργη, Δηιάνειρα, Ευρυμήδη και Μελανίππη. Οι Μελεαγρίδες, θρηνώντας τον θάνατο του αδελφού τους, συνεχώς και αδειάλειπτα, αναγκάσθηκαν οι Ολύμπιοι θεοί από οίκτο να τις μεταμορφώσουν σε ομώνυμα πουλιά, οι γνωστοί ινδιάνοι ή γαλοπούλες συνεχίζοντας και έτσι τη θρηνώδη κραυγή τους. Κατ΄ άλλη εκδοχή αυτές μεταμορφώθηκαν από τη θεά Άρτεμι στα ομώνυμα πτηνά, τις Μελεαγρίδες όρνιθες. (Υπάρχει και ομώνυμη υπό-οικογένεια, οι Meleagridinae), τις οποίες στη συνέχεια τις απέστειλε στη Λέρο ή ακόμα μακρύτερα στις Ινδίες απ΄ όπου και έρχονταν από καιρού εις καιρό για να θρηνήσουν τον αδελφό τους πάνω από τον τάφο του.

Ωστόσο, κατά μία άλλη εκδοχή, όπως σημειώνει ο Νίκανδρος, (γραμματικός του 2ου αιώνα), μετά από παράκληση του θεού Διονύσου, δύο από αυτές, η Γόργη και η Δηιάνειρα, ή απέφυγαν την μεταμόρφωση ή κατάφεραν την απορνέωση οπότε και επανέκτησαν την ανθρώπινη μορφή τους. Οι άλλες δύο Μελεαγρίδες πουλιά ήταν εκείνα που μεταφέρθηκαν από την Άρτεμι στη νήσο Λέρο.
Κάποιος όμως άλλος, Ανώνυμος μυθογράφος αναβιβάζει τις Μελεαγρίδες σε έξι τις οποίες και ονομάζει: Φοίβη, Ευριδίκη, Μενεστώ, Ερατώ, Αντιόπη και Ιπποδάμεια.

Η Δηιάνειρα έγινε αργότερα η αιτία θανάτου του Ηρακλή, κατ' άλλους όμως αυτή ήταν διαφορετικό πρόσωπο, κόρη του Δεξαμενού.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Πηγές:"Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου" τομ.13ος, σελ.202
___________________________________________________________________________________

[…]  η ευρωπαϊκή της πορεία ξεκίνησε από τους Ισπανούς που την ανακάλυψαν λίγα χρόνια πριν το 1500. Λέγεται, ακόμη, ότι ο Ερρίκος Η' ήταν ο πρώτος Βρετανός μονάρχης που τεμάχισε γαλοπούλα σε γιορτινό τραπέζι, κάτι που ακόμα και σήμερα στην Ημέρα των Ευχαριστιών στην Αμερική όπου τρώγεται η γαλοπούλα, θεωρείται αποκλειστική υπόθεση του αρχηγού της οικογένειας.

Η γαλοπούλα έχει καθιερωθεί ως χριστουγεννιάτικο φαγητό ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Στη Γαλλία, οι γαλοπούλες πρωτοδιακινήθηκαν από Ιησουίτες και ως εκ τούτου σε πολλές τοπικές διαλέκτους η λέξη «jesuite» σημαίνει γαλοπούλα. Στις αρχές αυτού του αιώνα η γαλοπούλα έγινε και είδος μαζικής κατανάλωσης. Στην Αγγλία ελλείψει μεγάλων μεταφορικών μέσων οι πτηνοτρόφοι του Νόρφολκ τις έβαζαν να περπατούν περισσότερα από εκατό χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν στο Λονδίνο. Κι επειδή τα κακόμοιρα τα πτηνά δεν έχουν γερά πόδια είτε τα κάλυπταν με ύφασμα είτε με... πίσσα για να αντέχουν.

Άλλη ιστορία, ή καλύτερα οι μύθοι, αναφέρουν ότι τη γαλοπούλα συνάντησαν για πρώτη φορά, ανάμεσα σε τεράστιες φυτείες καλαμποκιού, οι Ισπανοί κατακτητές που έφτασαν στο Μεξικό τον 17ο αιώνα. Πιστεύοντας μάλιστα ότι είχαν ανακαλύψει τις Ινδίες, ονόμασαν αυτό το εντυπωσιακά μεγάλο πουλερικό, «ινδική όρνιθα», ονομασία που αποτελεί μέχρι σήμερα τον επιστημονικό της όρο. Όταν αποφάσισαν, εκεί γύρω στα 1824 να μεταφέρουν τη γαλοπούλα από το Νέο Κόσμο στη Γηραιά Ήπειρο, δεν μπορούσαν να φανταστούν την εξέλιξη και την πορεία του παράξενου αυτού πουλιού, που σύντομα θα κατακτούσε τα χριστουγεννιάτικα τραπέζια της Ευρώπης. Μέχρι τότε, η κότα, η χήνα, η πάπια ακόμα και ο κύκνος αποτελούσαν αγαπημένες γαστριμαργικές επιλογές των Ισπανών, των Άγγλων και των Γάλλων για την ημέρα των Χριστουγέννων. Ωστόσο, το μέγεθος της γαλοπούλας την έκανε αμέσως ελκυστική και ιδανική για οικογενειακά γεύματα.

Οι φημισμένοι Τούρκοι έμποροι, ανέλαβαν τη διακίνησή της στην υπόλοιπη Ευρώπη, πέραν της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, και της χάρισαν και το σημερινό της – διεθνές – όνομα, που δεν είναι άλλο από το " turkey."
Στην Ελλάδα ήρθε τον 16ο-17ο αιώνα παίρνοντας τα ονόματα, ινδιάνος, γαλοπούλα και τούρκος ή κούρκος, ενώ στην ίδια την Τουρκία είναι hindi από το Hindistan (όπως λέγεται η Ινδία στα τουρκικά).
___________________________________________________________________________________

[...]Το όνομα guineafowl που έχουν μέχρι σήμερα το πήραν όταν άρχισαν να τις φέρνουν οι Πορτογάλοι από τη Γουινέα της Αφρικής.

[...] ο Λινναίος έδωσε το όνομα μελεαγρίς στη φραγκόκοτα σαν όνομα είδους, αλλά στην γαλοπούλα σαν όνομα γένους: η wild turkey είναι Meleagris gallopavo!
[...] pavo, είναι το παγόνι στα λατινικά (pavone στα ιταλικά). Pavo λένε οι Ισπανοί και το παγόνι και τη γαλοπούλα [...] οι Βιετναμέζοι λένε τη γαλοπούλα «όρνιθα της Δύσης», οι Ρώσοι και οι Πολωνοί «ινδική», οι Γάλλοι «διάνο» (dinde, από το poulet d’inde), οι Άραβες «Ρωμιό πετεινό».
___________________________________________________________________________________

J. C. Leyendecker "American Weekly", 11-24-1946

___________________________________________________________________________________

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Η πόρτα


                                      


«Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ                                
για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος.
Μα η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή».

(Γ. Παυλόπουλος - Τα Αντικλείδια)










Herbert James Draper (1863 – 1920) English painter
The Gates of Dawn, 1900



Η πόρτα 

Ρόμπερτ Γκρέιβς

Όταν μπήκε έξαφνα μέσα
Φάνηκε πως η πόρτα δεν θα 'κλεινε ποτέ ξανά,
Ούτε 'κείνη την έκλεισε - εκείνη, εκείνη - 
Το δωμάτιο έμεινε ορθάνοιχτο στον ερχομό μιας θάλασσας
Που καμιά πόρτα δεν μπορούσε να συγκρατήσει.

Όταν στο τέλος χαμογέλασε, γέρνοντας το κεφάλι της
Για να φύγει μακριά μου, 
Εκεί όπου χαμογέλασε, αντί για εκείνη
Υπήρχε μια πόρτα σκοτεινή που έκλεινε δίχως τελειωμό,
Τα κύματα υποχώρησαν.








The Door
 
Robert Graves

When she came suddenly in
It seemed the door could never close again,
Nor even did she close it—she, she—
The room lay open to a visiting sea
Which no door could restrain.

Yet when she at last smiled, tilting her head
To take her leave of me,
Where she had smiled, instead
There was a dark door closing endlessly,
The waves receded.


Εκείνη, είναι η ποίηση. Η θάλασσα, είναι η ποίηση. Εκείνη, είναι η θάλασσα. Η θεά θάλασσα-Ποίηση. Η αιώνια Μούσα-ουσία.

Πύλη αιώνια ανοικτή/κλειστή δίχως τελειωμό - και τα ποιήματα αντί-κλείδια.

Η ποίηση-ουσία Είναι αντί-εξ-ουσία.

Όντως:

«Ας μακραίνουν οι προδότες
Και απ' τα λόγια που θα πω».(Σολωμός)


Από σχολιασμό στο Ιστολόγιο του Δημ. Τζωρτζόπουλου, στην ανάρτηση Γ. Παυλόπουλος: Η ποίηση στη ζωή μας.


Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Λέρος: Το Νησί της Αρτέμιδος - Παράδειγμα Αντίστασης

Ο Απόστολος Παύλος (Επιστολή προς Τίτον Α’ 12) παραθέτει την ελληνική παροιμία ότι είναι όλοι οι Κρήτες αεί ψεύσται. Τους αποκαλούν έτσι για τον ίδιο λόγο που και οι ποιητές είναι ψεύτες: διότι διέθεταν διαφορετική ματιά να κοιτούν τα γεγονότα και συγκεκριμένα επειδή έμεναν αμετακίνητοι παρά την ολύμπια προπαγάνδα η οποία επί χίλια χρόνια τουλάχιστον επέμενε στην ύπαρξη ενός αιώνιου, παντοδύναμου και δίκαιου πατέρα Δία. του Δία που είχε σαρώσει με τους κεραυνούς του όλους τους αχρείους αρχαίους θεούς και είχε εγκαταστήσει τον απαστράπτοντα θρόνο του για πάντα στον Όλυμπο. Ο Σωστός Κρητικός έλεγε: «Ο Ζευς πέθανε». […]

Οι Πελασγοί της Λέρου έχαιραν περίπου της ίδιας υπολήψεως με τους Κρήτες . ωστόσο φαίνεται ότι υπήρξαν περισσότερο άκαμπτοι όσον αφορά την προσκόλλησή τους στην αρχαία [μητριαρχική] παράδοση εάν κρίνουμε από το ελληνικό επίγραμμα: « Οι Λεριοί είναι όλοι τους κακοί, όχι μερικοί Λεριοί, μα ο καθένας χώρια…»

Οι πρώιμοι Ουαλοί και Ιρλανδοί ιστορικοί γενικώς λογίζονταν επίσης ψεύτες επειδή οι αναφορές τους στην αρχαιότητα χρονολογούνταν σε ενοχλητικά πρώιμους χρόνους και δεν εναρμονίζονταν με τις καθιερωμένες χρονολογήσεις της Βίβλου και με την πείσμονα θεωρία ότι μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους οι κάτοικοι όλων των Βρετανικών Νήσων βρίσκονταν σε απολύτως πρωτόγονη κατάσταση, δεν είχαν αναπτύξει καθόλου αυτόχθονες τέχνες και λογοτεχνία και βάφονταν γαλάζιοι […]

R. Graves, Η Λευκή Θεά, κεφ.13, παρ. 43, 44, Κάκτος 1998


«Κανείς δεν μπορεί να αποφανθεί με σιγουριά για τους πρώτους κατοίκους της Λέρου, εικάζεται δε ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Λέρου ήταν Κάρες, Λέλεγες, Φοίνικες και οι Κρήτες με αρχηγό τους τον Ραδάμανθυ, τον αδερφό του βασιλιά Μίνωα.

Η κάθοδος των Δωριέων (ή Ηρακλειδών) και η εξάπλωσή τους στο Αιγαίο μεταξύ των 15ου και 12ου αιώνων π.Χ., φέρνει τη Λέρο υπό την επιρροή τους. Στην Ιλιάδα ο Όμηρος στον στίχο 677 μνημονεύει την συμμετοχή των ανδρών της Νισύρου, Καρπάθου, Κάσου, Κω και των Καλύδνων με τριάντα καράβια, υπό την διοίκηση του Αντίφου και του Φειδίππου (γιοί του Θεσσαλού, απόγονος Ηρακλέους). Ο Στράβων στο έργο του «Γεωγραφικά» αποσαφηνίζει την αναφορά του Ομήρου στις Καλύδνες λέγοντας «μερικοί ξέρουν δύο Καλύδνες, την Λέρο και την Κάλυμνο, ωστόσο και τις δύο μνημονεύει ο ποιητής» (Γεωγραφικά - βιβλίο Ι’,  489 μτφ. «ΚΑΚΤΟΣ»).

Μετά το πέρας του Τρωϊκού πολέμου (όπως περιγράφει ο Διόδωρος Σικελιώτης), οι Κάρες επικράτησαν και πάλι στα νησιά και εξεδίωξαν τους Κρήτες και Δωριείς που δεν θέλησαν να υποταχθούν».[…]

Η Λέρος βρέθηκε υπό την επιρροή της Μιλήτου και ονομάσθηκε «Ιωνίας άκρον», επειδή βρισκόταν στο νοτιότερο άκρο της Ιωνίας. Κατά την δεύτερη εισβολή των Περσών στην Μ. Ασία και την υποδούλωση της Μιλήτου, η Λέρος έμεινε ανεπηρέαστη. Αυτό υποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Εκαταίος συμβουλεύει τον Αρισταγόρα, τον ηγέτη της Ιωνικής Επανάστασης κατά των Περσών, να διαφύγει στην Λέρο και να κατασκευάσει ένα οχυρό για την προφύλαξή του, ώστε αργότερα έχοντας την Λέρο για βάση, θα ξαναγύριζε στην Μίλητο (Ηρόδοτος, βιβλίο Ε’, 125).

Μετά τα Μηδικά και την απελευθέρωση της Ιωνίας από τους Πέρσες, η Λέρος συγκαταλέγεται στη λίστα των συμμαχικών πόλεων, υπό την αρχηγία των Αθηναίων, για την αμυντική προάσπιση έναντι των Περσών. Μαρμάρινες επιγραφές της περιόδου αυτής, που βρέθηκαν στη Λέρο, μαρτυρούν την ετήσια χρηματική συνεισφορά υπέρ του αμυντικού συνδέσμου. Στη Λέρο εφαρμόζεται το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης και το ημερολόγιο της Αθήνας.

Κατά την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.), οι Σπαρτιάτες χρησιμοποίησαν τα λιμάνια της Λέρου για ορμητήριο του στόλου τους, υπό του ναυάρχου Αστυόχου, κατά των Αθηναίων που πολιορκούσαν την Μίλητο.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, δεδομένου της εξαντλήσεως των ελληνικών πόλεων από τον μακροχρόνιο Πελοποννησιακό Πόλεμο, τα Ιωνικά παράλια πέρασαν στην επικυριαρχία των Περσών. Με την εκστρατεία όμως του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά των Περσών, και την μεγαλειώδη νίκη στη μάχη του Γρανικού 334 π.Χ., η Ιωνία και τα νησιά της απελευθερώθηκαν από τους Πέρσες. Το πέρασμα των Μακεδόνων από την Λέρο, μαρτυρούν ευρύματα, όπως νομίσματα και επιτύμβιες στήλες με γνωστά ονόματα Μακεδόνων.

 «...Γύρω από το ναό της Παρθένου στη Λέρο υπάρχουν τα πουλιά μελεαγρίδες. Ο τόπος στον οποίο τρέφονται είναι ελώδης.» (μτφ. ΚΑΚΤΟΣ). Αυτή είναι η αναφορά που κάνει ο Κλύτος από τη Μίλητο, ο μαθητής του Αριστοτέλη, και καταγράφεται στο έργο του Αθήναιου «Δειπνοσοφιστές» τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Ο μύθος των μελεαγρίδων καταγράφεται ως εξής: «Η Άρτεμις οργισμένη, επειδή ο βασιλιάς Οινέας, πατέρας του Μελεάγρου, παρέλειψε τη θεά σε κάποια θυσία του, έστειλε στη χώρα του ένα φοβερό αγριόχοιρο, τον περίφημο Καλυδώνιο κάπρο, που προξένησε μεγάλες ζημιές στην περιοχή και καταστροφές. Ο Μελέαγρος λοιπόν σκότωσε αυτό το τέρας, αλλά προκλήθηκε φιλονικία κατά τη διανομή του σώματος του ζώου, που κατέληξε σε συμπλοκή, όπου σκοτώθηκε και ο Μελέαγρος. Τόσο πόνεσαν η μητέρα και η γυναίκα του Μελεάγρου από το θάνατό του, που αυτοχτόνησαν, ενώ οι αδερφές του θρηνούσαν πάνω στον τάφο του εξακολουθητικά. Και συγκινήθηκε η θεά Άρτεμις από το κλάμα τους και τις συμπόνεσε, μεταμορφώνοντάς τες σε πουλιά: τις μελεαγρίδες (φραγκόκοτες), που καθώς λέει ένας αρχαίος συγγραφέας «μοιάζουν και σήμερα σαν να πενθούν την κάθε άνοιξη για το χαμό του αδερφού τους». («Ελληνική Μυθ.» Ζαν Ρισπέν).» Ο Νίκανδρος ο Κολοφώνιος αναφέρει ότι η θεά μετέφερε και εγκατέστησε τις μελεαγρίδες όρνιθες στη Λέρο, στο ναό της Παρθένου.
Οι αναφορές που υπάρχουν για το ναό της Παρθένου στη Λέρο, από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, καταμαρτυρούν ότι στο νησί υπήρχε ο αρχαίος ναός, στη τοποθεσία Παρθένι (τοπωνύμιο που διεσώθηκε με το πέρασμα των αιώνων και δείχνει την ιστορική συνέχεια στο νησί). Η ακριβής τοποθεσία του ναού παραμένει άγνωστη με ισχυρότερη την άποψη ότι βρισκόταν ευθύς αντίκρυ της ΒΔ εισόδου του κόλπου του Παρθενίου και απέναντι από την ανατολική πλευρά της νησίδος Αρχαγγέλου. Σε αυτή την ακτή του κόλπου υπάρχουν τα λείψανα μεγάλης βυζαντινής εκκλησίας, με πανέμορφο ψηφιδωτό έδαφος και στον περίβολο της οποίας βρέθηκαν πολλά και ποικίλου μεγέθους και σχήματος λευκά μάρμαρα. Επίσης σε αυτό τον περίβολο βρέθηκε ενεπίγραφος στήλη με το ψήφισμα του Αριστομάχου, η οποία αναγράφει ότι στήθηκε «στο ναό της Παρθένου». Τα παραπάνω συνηγορούν στην άποψη ότι ο ναός της Παρθένου Αρτέμιδος βρισκόταν σε αυτό το σημείο.

Παρ’ ότι ο ναός αναφέρεται ως «ναός της Παρθένου» από τους αρχαίους συγγραφείς και ως εκ τούτου θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά και όχι στην Άρτεμη, δεδομένου ότι το προσωνύμιο «Παρθένος» χρησιμοποιήται και για τις δύο θεές, όμως οι μετέπειτα αναφορές δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για το ναό της Παρθένου Αρτέμιδος (η Άρτεμις εθεωρήτο και ως «προστάτιδα της παρθενίας»).



[…]Ο Θουκυδίδης επισήμανε την ιδιαίτερη σημασία των κόλπων και των λιμανιών της Λέρου κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431 – 404 π.Χ.)[...]

[…]Στη νησίδα Φαρμάκω, ανατολικά της Λέρου, ο Ιούλιος Καίσαρας είχε αιχμαλωτιστεί από ντόπιους πειρατές για 40 περίπου μέρες.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η Λέρος ακολούθησε την τύχη του υπόλοιπου Ελλαδικού χώρου και υποδουλώθηκε στους Ρωμαίους (μετά το 168 π.Χ.). Το πέρασμα από την Ρωμαϊκή εποχή, φανερώνουν ευρύματα όπως ρωμαϊκά νομίσματα, λείψανα ρωμαϊκού υδραγωγείου στην περιοχή του Πλατάνου. Μετά την διχοτόμιση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Λέρος επήλθε στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτή την περίοδο ανηγέρθησαν στην Λέρο, μεγαλόπρεποι χριστιανικοί ναοί. Ο Μ. Κωνσταντίνος εντάσσει τη Λέρο στο Θέμα της Σάμου. Κατά την περίοδο αυτή χτίστηκαν επίσης το Κάστρο και η εκκλησία της Παναγίας του Κάστρου. Στο νησί υπάρχουν σπάνια βυζαντινά μνημεία, όπως ο ναός της πρωτοχριστιανικής περιόδου στο Παρθένι, ο ναός της Αγίας Βαρβάρας που χτίστηκε με τμήματα μαρμάρων, κιονοκράνων, πλακών και άλλων υλικών από ερείπια της αρχαίας Λέρου που βρέθηκαν εκεί, ο ναός του Ιωάννη του Θεολόγου, η Παναγιά η Γουρλομάτα. Στα Άλιντα έχουν βρεθεί θολάρια, μικροί θολωτοί οικίσκοι, πολλοί σκαμμένοι σε πλαγιές λόφων, όπου κατέφευγαν οι μοναχοί.
Δυστυχώς για αυτή την ιστορική περίοδο δεν υπάρχουν επαρκείς γραπτές πληροφορίες ώστε να εξάγουμε πολύτιμα συμπεράσματα για την πολιτική, κοινωνική, οικονομική κατάσταση της Λέρου.

Η Ιστορία της Λέρου


[…]Το 1309, οι ιππότες Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, κυρίευσαν και οχύρωσαν τη Λέρο. Το 1505, ο Οθωμανός ναύαρχος Κεμάλ Ρέις με τρεις γαλέρες και δεκαεπτά θωρηκτά πολιόρκησε το κάστρο, αλλά δεν κατόρθωσε να το καταλάβει. Το εγχείρημα επαναλήφθηκε το 1508 με περισσότερα πλοία, με το ίδιο ανεπιτυχές αποτέλεσμα. Ο θρύλος λέει πως εκείνη τη φορά το νησί σώθηκε από τον ένα και μοναδικό επιζόντα ιππότη. Ήταν μόλις 18 ετών. Έντυσε γυναίκες και παιδιά με τις πανοπλίες των νεκρών ιπποτών, ξεγελώντας έτσι τους Οθωμανούς πως η φρουρά της Λέρου ήταν ακόμα δυνατή. Τελικά, στις 24 Δεκεμβρίου του 1522, ακολουθώντας την πολιορκία της Ρόδου, υπογράφτηκε συνθήκη μεταξύ του Σουλτάνου Σουλεϊμάν και του Μεγάλου Άρχοντα των Ιπποτών Φίλιππου Βιλιέρου Ντε Λ'Ισλ-Αδάμ και η Λέρος, μαζί με όλες τις κτήσεις του Τάγματος στο Αιγαίο, πέρασε σε Οθωμανικά χέρια.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Frank Dicksee (1853-1928) English painter

La belle dame sans merci


[…] Τη Δεκαετία του '30  οι ιταλικές αρχές έχτισαν την πόλη Portolago, σύμφωνα με τα κριτήρια του νέου μοντέλου ιταλικής πολεοδομίας. Σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της ιταλικής ορθολογιστικής αρχιτεκτονικής. Οι Έλληνες το ονόμασαν αργότερα Λακκί.
Κατά τη διάρκεια των 31 χρόνων που οι Ιταλοί παρέμειναν στη Λέρο, έφτιαξαν ένα σπουδαίο σχέδιο πολεοδομίας και ενοχύρωσης του νησιού, καθώς η στρατηγική του τοποθεσία και τα μεγάλα, φυσικά του λιμάνια (το μεγαλύτερο των οποίων, το Λακκί, είναι το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι μεγάλου βάθους στη Μεσόγειο Θάλασσα, το έκαναν ιδανική ναυτική βάση. Η ενοχύρωση της Λέρου, όπως και η κατασκευή μιας μεγάλης ναυτικής βάσης στο Λακκί, διασφάλιζαν τον ιταλικό έλεγχο μιας περιοχής που είχε ζωτική σημασία για τους Συμμάχους (το Αιγαίο, τα Δαρδανέλλια και τη Μέση Ανατολή. Ο Μουσολίνι είδε το νησί ως μια βάση ύψιστης σημασίας για την ιταλική κυριαρχία στο ανατολικό Αιγαίο, όπως και το Portolago ως το ιδανικό μέρος για να χτίσει μια έπαυλη παραθερίσματος.

Από το 1940, όπου η Ιταλία εισήλθε επίσημα πια στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με την πλευρά της Γερμανίας, η Λέρος υπέφερε από τις εναέριες επιδρομές της βρετανικής Royal Air Force. Ως αποτέλεσμα των άριστων αραξοβολιών που παρέχονταν στα θωρηκτά, λόγω του μεγάλου αριθμού όρμων και κολπίσκων, το νησί υπήρξε το δεύτερο πιο βομβαρδισμένο νησί του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (μετά την Κρήτη).

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


Από τις 26 Σεπτεμβρίου έως την 11η Νοεμβρίου 1943, επί 47 μερόνυκτα, οι Γερμανοί βομβάρδιζαν συνεχώς από αέρος τη Λέρο. Έχει υπολογισθεί ότι στα 64 τ. χλμ. έκτασης του νησιού κατέπεσαν 1700 τόνοι βομβών. Οι κάτοικοι ζούσαν μέσα σε σπήλαια ή σε καταφύγια που είχαν διανοίξει οι Ιταλοί.
Στις 12 Νοεμβρίου εξαπολύθηκε η γερμανική επίθεση –Επιχείρηση Τυφών - με διενέργεια αποβάσεων στις δυτικές κι ανατολικές ακτές της νήσου. Στον κόλπο της Γούρνας η απόβαση αποκρούσθηκε με πυρά πυροβολικού. Στο ανατολικό τμήμα ένας Λόχος Αμφιβίων Καταδρομέων αποβιβάσθηκε στις υπώρειες του υψώματος Πιτύκι και βορείως του κόλπου των Αλίντων εγκαταστάθηκε προγεφύρωμα στον όρμο του Κρυφού. Το μεσημέρι πραγματοποιήθηκε ρίψη αλεξιπτωτιστών (1 Τάγμα) κέντρο της νήσου επί του υψώματος Ράχη που απέκοψε την Λέρο στα δύο. Τις επόμενες ημέρες τα γερμανικά προσγεφυρώματα σταδιακά συνενώθηκαν και άρχισαν να πιέζουν το ύψωμα Μεροβίγλι έδρα της βρετανικής διοικήσεως. Στις 16 Νοεμβρίου εξαπολύθηκε η τελική γερμανική επίθεση κατά του Μεροβιγλίου που απέληξε το απόγευμα της ιδίας ημέρας στην παράδοση του Βρετανού διοικητού και την αιχμαλωσία πλέον των 3.000 Βρετανών και 5.000 Ιταλών. Με την Μάχη της Λέρου τερματίσθηκαν οι επιχειρήσεις στη Δωδεκάνησο και για την ελληνική πλευρά απομακρύνθηκε, έστω κι έτσι, η τουρκική παρουσία στο ελληνικό αυτό νησιώτικο σύμπλεγμα


Στη Λέρο παίχτηκε ένα πολιτικοδιπλωματικό παιχνίδι σκακιού, απίστευτης πολυπλοκότητας, όχι μόνο με την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ιταλία, αλλά και με την Τουρκία και τη Ρωσία. Η παρέμβαση των Ιταλών με βάση ένα πλήρως οργανωμένο σχεδιασμό, ήδη από το 1923 μετέβαλε ολόκληρο το νησί σε ένα οργανωμένο και άρτιο τεχνολογικά αεροναυτικό σταθμό. Η Λέρος είχε συγκροτηθεί και οργανωθεί ως κομβικό στρατηγικό σημείο για τις ιταλικές ναυτικές δυνάμεις και κατ' επέκταση του Άξονα συνολικά. Είχε μετατραπεί σε «Μάλτα των Ιταλών», καθότι στη γεωπολιτική του Μεσοπολέμου τα ιταλικά Δωδεκάνησα τοποθετούνται απέναντι στα σχέδια της αγγλικής διείσδυσης στη Μέση Ανατολή. Οι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η μάχη της Λέρου και η αποτυχία των Συμμάχων στο Αιγαίο αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του ναζισμού.



Σε μια κοινωνία δίχως όραμα, δεν είναι η οικονομία που λείπει στα παιδιά, στο κάτω-κάτω της γραφής ακόμα και η φτώχεια δεν έκανε ποτέ κακό στο λαό μας, αντιθέτως τού έμαθε να αντιστέκεται και στις πιο κρίσιμες στιγμές. Εναντίον στο ναζιστικό στρατό, η Δανία, το Λουξεμβούργο και η Τσεχοσλοβακία παραδόθηκαν αμαχητί αυθημερόν, η Γιουγκοσλαβία υπέκυψε σε 3 μέρες, η Ολλανδία σε 4, το Βέλγιο σε 18, η Γαλλία σε 25. Ενώ η μικρή μας Ελλάδα άντεξε 55 μέρες. Μόνο η Λέρος κράτησε 52 μέρες[...]



Στην πρόσφατη ιστορία της Λέρου εντάσσεται η χρησιμοποίηση του νησιού από τη στρατιωτική χούντα (1967-74) ως τόπου κράτησης πολιτικών κρατουμένων, σε δύο στρατόπεδα , στο Λακκί και στο Παρθένι.



Αγιογραφία εξόριστων αντιστασιακών στην εκκλησία Αγία Κιουρά (Παρθένι Λέρου)

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Δέηση και Ανταπόκριση

___________________________________________________________________________________

«Ω ! ευλογημένη Βασίλισσα των Ουρανών, είτε είσαι η Δέσποινα Κέρες, αρχέγονη μυστική πηγή όλων των καρποφόρων πάνω στη Γη, εσύ που αφού βρήκες την κόρη σου Προσερπίνα και μέσα από την άφατη χαρά που μόλις τώρα την κατάλαβες, ω ! εσύ που κατάργησες παντελώς και εξαφάνισες την τροφή των αρχαίων καιρών, τα βελανίδια, και μετέτρεψες τη στέρφα και άκαρπη γη της Ελευσίνας σε έδαφος κατάλληλο για όργωμα και για σπορά και τώρα δίνει στους ανθρώπους πιο καλή και περισσότερο γλυκιά τροφή. είτε είσαι η Αφροδίτη Ουρανία η οποία στην απαρχή του κόσμου ζευγάρωσε το αρσενικό και το θηλυκό με δημιουργό έρωτα, ω ! εσύ που έτσι εξασφάλισες την αέναη αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους και τώρα λατρεύεσαι μέσα σε ναούς στη νήσο Πάφο. είτε είσαι η αδελφή του θεού Φοίβου, ω ! εσύ που έχεις σώσει τόσους πολλούς ανθρώπους ανακουφίζοντας και λιγοστεύοντας με τα γιατροσόφια σου τους οξείς πόνους του τοκετού και τώρα λατρεύεσαι σε ιερούς τόπους στην Έφεσο. είτε σε έχουν ονομάσει φριχτή Προσερπίνα εξ αιτίας των θανάσιμων ουρλιαχτών που βγάζεις, εσύ που με το τριπλό πρόσωπό σου σταματάς και φυλακίζεις τις μάγισσες και τα φαντάσματα που εισβάλλοντας εμφανίζονται στους ανθρώπους και τους κρατάς κάτω στα έγκατα της Γης, ω ! εσύ που περιπλανιέσαι σε διάφορα άλση και σε λατρεύουν με ποικίλους τρόπους. ω ! εσύ που το φως της θηλύτητάς σου φωταυγάζει τις πολιτείες της Γης ολόκληρης. ω ! εσύ που τρέφεις τους σπόρους όλου του κόσμου με τη νοτισμένη ζεστασιά σου, σκορπώντας το μεταβλητό φως σου ανάλογα με τις περιφορές άλλοτε πλησιέστερα και άλλοτε μακρύτερα από τον Ήλιο. με οποιοδήποτε όνομα, μορφή ή σχήμα αρμόζει να σε προσφωνήσω ως ταπεινόφρων, σε ικετεύω να βάλεις τέλος στους αβάσταχτους πόνους και στη δυστυχία μου, να αναστήσεις τις γκρεμισμένες ελπίδες μου και να με απαλλάξεις από την άθλια μοίρα που με κατατρέχει πολύ καιρό τώρα. Χάρισε μου ειρήνη και ξενοιασιά, παρακαλώ σε, από τις αντιξοότητές μου. αρκετούς πόνους και κινδύνους άντεξα μέχρι τώρα […]» 
____________________________________________________________________________________
Sandro Boticelli (1445 - 1510) Ιταλός ζωγράφος


Η γέννηση της Αφροδίτης (περίπου 1485) Tempera σε καμβά, 278.5 x 172.5 cm
____________________________________________________________________________________

«Ιδού εγώ, Λεύκιε, έφθασα. οι κλαυθμοί και οι ικεσίες σου με παρακίνησαν να σε συνδράμω. Είμαι η φυσική μητέρα των πάντων, η σύνευνος και η κυρίαρχη όλων των στοιχείων, ο πρωτογενής γόνος των κόσμων, η Ηγεμόνη των θείων δυνάμεων, η βασίλισσα όλων όσοι βρίσκονται στην Κόλαση, αυτή που προΐσταται όλων όσοι ενδιαιτώνται στα Ουράνια, αποκαλυπτόμενη αφ’ εαυτής  και υπό τον χαρακτήρα όλων των Θεών και των θεαινών [dedorum dearumque facies uniformis]. Στις προσταγές μου οι πλανήτες του Ουρανού, οι ευεργετικοί άνεμοι των θαλασσών και η θλιβερή σιγαλιά της Κόλασης. το όνομά μου, η θεία υπόστασή μου λατρεύονται σε ολόκληρο τον κόσμο με διάφορους τρόπους, με ποικίλα έθιμα και πολλές επωνυμίες. Οι Φρύγες, οι πρωτογενείς όλων των ανθρώπων, με ονομάζουν Μητέρα των Θεών στον Πεσσινούντα. οι Αθηναίοι που ανάβλυσαν από τα ίδια τους τα χώματα Αθηνά Κεκροπία. οι Κύπριοι περιτριγυρισμένοι από τη θάλασσα Αφροδίτη Παφία . οι Κρήτες με τα βέλη τους Άρτεμη Δίκτυνα. οι Σικελοί που μιλούν τρεις λαλιές Προσερπίνα Χθονία.  οι Ελευσίνιοι με το όνομα της αρχαίας θεάς τους Κέρες. άλλοι Γιούνο, άλλοι Μπελλόνα, άλλοι Εκάτη, άλλοι Ραμνουσία και κυρίως αμφότερα τα γένη των ανθρώπων που ενδιαιτώνται στην Ανατολή και φωτίζονται από τις πρωινές ακτίνες του Ήλιου, αλλά και οι Αιγύπτιοι που διαπρέπουν σε όλα τα είδη των αρχαίων δογμάτων και με τις αρμόζουσες  τελετουργίες  συνήθισαν να με λατρεύουν ονομάζοντάς με με το πραγματικό όνομά μου που είναι βασίλισσα Ίσις. Ιδού εγώ λοιπόν, έφθασα σπλαχνιζόμενη εσένα για την τύχη και την ταραχή σου.  ιδού εγώ, είμαι παρούσα για να σε συνδράμω και να σε βοηθήσω. άφησε τους κλαυθμούς και τους θρήνους, διώξε όλες τις λύπες διότι ιδού η σφριγηλή ημέρα που την κανοναρχεί η πρόνοιά μου».

Από το Χρυσό Γάιδαρο (Asinus aereus) του Απουλήιου. Η μετάφραση [σε αγγλικά] δεν  έγινε από τα λατινικά αλλά από την απόδοση στα αγγλικά του Ουίλιαμ Άντλινγκτον του 1566 που παραθέτει ο Ρ. Γκρέιβς στη Λευκή Θεά [Μετάφραση: Φιλολογική ομάδα Κάκτου], κεφ. 4, παρ. 19, Κάκτος 1998
___________________________________________________________________________________

Η θεότητα Κέρες (Ceres) των Ρωμαίων, αντίστοιχη με τη Δήμητρα της ελληνικής μυθολογίας, είναι κόρη του Σατούρνους (Saturnus) και της Οπς (Ops), αδερφή και σύζυγος του Γιούπιτερ (Jupiter), μητέρα της Προσερπίνα (Proserpina) και αδερφή της Γιούνο (Juno), της Βέστα (Vesta), του Νεπτούνου (Neptunus) και του Πλούτωνα (Pluto). Ενσαρκωνόταν και εορταζόταν από γυναίκες σε μυστικές τελετές κατά τα Αμπαρβάλια. Η λατρεία της θεότητας Κέρες σχετίστηκε ιδιαίτερα με τις τάξεις των πληβείων, οι οποίοι κυριαρχούσαν στο εμπόριο καλαμποκιού…
___________________________________________________________________________________

Dante Gabriel Rossetti (1828-1882)


Proserpine, 1881-1882, Oil on canvas, 39.2 x 78.7 cm, Private collection
__________________________________________________________________________________

Στη ρωμαϊκή μυθολογία, η Προσερπίνα είναι η αντίστοιχη θεότητα της Περσεφόνης στην ελληνική μυθολογία, ενώ στην ετρουσκική μυθολογία είναι γνωστή σαν Περσιπνέι. Το όνομά της προέρχεται από το λατινικό ρήμα proserpere, αναδύομαι.
Είναι κόρη της θεάς Κέρες και του Γιούπιτερ, ενώ η αρπαγή της από τον Πλούτωνα στον Κάτω Κόσμο συνδέεται με το μύθο για τον ερχομό της Άνοιξης.

Φερσέφασσα [φέρω +φάσσα, φάττα, φάττιον = είδος μεγάλου άγριου περιστεριού, θυσιαζομένου στην Περσεφόνη]- η Περσεφόνη. Φερσέφασσα, Φερρέφαττα (ρς>σς), Περσέφαττα (φ>π), Περσέφασσα, Φερσεφόνη[εκ συντομίας από το Φερσεφασσαφόνη (φονεύω, φόνος)], Περσεφόνη

___________________________________________________________________________________

Gian Lorenzo Bernini (1598-1680) Ιταλός γλύπτης και ζωγράφος


Ratto di Proserpina, Ο Βιασμός της Προσερπίνα (λεπτομέρεια), 1622, Μάρμαρο, ύψος 295cm
Galleria Borghese
___________________________________________________________________________________

Ο αστεροειδής 26 Προσερπίνα, που ανακαλύφθηκε το 1853, πήρε το όνομά του από τη ρωμαϊκή αυτή θεότητα.
___________________________________________________________________________________


Τροχιά του αστεροειδούς 26 Προσερπίνα
___________________________________________________________________________________

Πεσσινούντας - Πεσσινούς. Αρχαία γαλατική πόλη της Μικράς Ασίας. Βρισκόταν βόρεια του βουνού Δίνδυμου, κοντά στον ποταμό Σαγγάριο [χώρα της Μεγάλης Μητέρας των θεών (της Κυβέλης)].

Ο Λούκιος Απουλήιος (123 - 170) ο επιλεγόμενος Πλατωνικός και Σοφιστής, υπήρξε φιλόσοφος, ποιητής και ρήτορας. Γεννημένος από πλούσιους γονείς στη Μαδαύρα –το Μ 'Νταουρούς της σημερινής Αλγερίας. Τμήμα του βασίλειου του Σύφαξ αρχικά η Μαδαύρα δόθηκε στους Ρωμαίους από τον σύμμαχό τους Μασινίσα. Έτσι έγινε μία από τις ρωμαϊκές βορειο-αφρικανικές αποικίες και αναπτύχθηκε κάτω από την κυριαρχία των Αντωνίνων. Ο πατέρας του Απουλήιου ήταν ο ένας εκ των δύο αρχόντων της πόλης, το μεγαλύτερο δικαστικό αξίωμα στη Μαδαύρα. Μετά το θάνατο του πατέρα του ο Απουλήιος έγινε στη θέση του άρχων κληρονομώντας ταυτόχρονα τμήμα της πατρικής περιουσίας που ανερχόταν στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 2 εκατομμυρίων σηστερσίων.
Ο Απουλήιος είναι γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό περισσότερο από το διάσημο έργο του Μεταμορφώσεις ή ο Χρυσός Γάιδαρος, όπως έγινε γνωστό από την εποχή του Αυγουστίνου. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ταξίδεψε πολύ ως νέος και μορφώθηκε στην Καρχηδόνα, την Ελλάδα και τη Ρώμη. Στην Καρχηδόνα, παιδί ακόμη, διδάχθηκε τη γραμματική και τη ρητορική. Τις σπουδές του τελειοποίησε στην Αθήνα, όπου ήρθε για να μάθει την ελληνική γλώσσα, αλλά στην πορεία του χρόνου, μελετώντας φιλολογία, ρητορική, ποίηση και φιλοσοφία, απ’ ό,τι φαίνεται κέρδισε το δικαίωμα να αποκαλείται πλατωνικός φιλόσοφος. Η Ρώμη μάλλον δεν του άρεσε καθόλου, είτε γιατί ήταν ιδιαίτερα πολυπληθής και πολύβουη, ή γιατί δεν είχε σωστούς διδάσκαλους. Παρόλο που η Μαδαύρα ήταν ευημερούσα ρωμαϊκή αποικία, ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του μισό Νουμιδό και μισό Γαιτουλιανό, καθώς η γενέτειρά του βρισκόταν ανάμεσα στα σύνορα των δύο βασιλείων, της Νουμιδίας και της Γαιτουλίας.
Καθώς οι ερευνητές θεωρούν τον Χρυσό Γάιδαρο, ένα από τα έργα του, τουλάχιστον εν μέρει αυτοβιογραφικό, υποθέτουμε ότι το πλήρες όνομά του ήταν Λούκιος Απουλήιος ή Αππουλήιος, το όνομα του πατέρα του Θησέας και το όνομα της μητέρας του Σάλβια. Αν συνεχίσουμε την υπόθεση, γνωρίζουμε, επίσης, ότι η μητέρα του καταγόταν από θεσσαλική οικογένεια και ότι ήταν απόγονος του επιφανούς Πλούταρχου. Άλλες πιθανές πληροφορίες που μπορεί να αντλήσει κανείς από το έξοχο διήγημα είναι ότι δε γνώριζε τα Λατινικά έως ότου έφθασε στη Ρώμη. Το πιθανότερο, ωστόσο, είναι πως ήταν δίγλωσσος από την παιδική του ηλικία. Γόνος πλούσιας οικογένειας, πρέπει να γνώριζε τουλάχιστον τα Λατινικά και τα τοπικά Καρχηδονιακά, μια σημιτική διάλεκτο, αν και ο ίδιος ισχυρίζεται ότι μητρική του γλώσσα ήταν τα Ελληνικά.[…]

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
___________________________________________________________________________________

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Το λίκνο της δημοκρατίας, ταρακουνά τον πλανήτη

The New York Times
Democracy’s Cradle, Rocking the World
By MARK MAZOWER
Δημοσιεύτηκε: 29 Ιουνίου, 2011


Χθες, όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την Ελλάδα καθώς το κοινοβούλιό της ψήφισε ένα διχαστικό πακέτο μέτρων λιτότητας το οποίο θα μπορούσε να έχει κρίσιμες επιπτώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ισως προκαλεί έκπληξη που αυτή η μικρή άκρη της χερσονήσου των Βαλκανίων συγκεντρώνει τόση προσοχή. Σκεφτόμαστε συνήθως την Ελλάδα ως την πατρίδα του Πλάτωνα και του Περικλή, με την πραγματική της σημασία να βρίσκεται βαθιά στην αρχαιότητα. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης.
____________________________________________________________________________________

Ary Scheffer (1795-1858) Ολλανδός ζωγράφος


The Souliot Women, 1827, Oil on canvas, 354 x 248 cm, Musee du Louvre (Paris, France)
____________________________________________________________________________________

Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας. Για τους φιλέλληνες, η παλιγγενεσία της αποτελούσε τον πιο ευγενή αγώνα. "Στο μεγάλο πρωινό του κόσμου", έγραψε ο Σέλεϊ στο ποιημά του "Ελλάς", "το μεγαλείο της Ελευθερίας τινάχθηκε και έλαμψε! " Η νίκη θα σήμαινε τον θρίαμβο της ελευθερίας όχι μόνο επί των Τούρκων αλλά και επί όλων των δυναστών που κρατούσαν υπόδουλους τόσο πολλούς ευρωπαίους. Γερμανοί, Ιταλοί, Πολωνοί και Αμερικανοί έτρεξαν να πολεμήσουν υπό την γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας για χάρη της δημοκρατίας. Και μέσα σε μια δεκαετία, η χώρα κέρδισε την ελευθερία της.
Στη διάρκεια του 20ου αιώνα ο ριζοσπαστικός νέος συνδυασμός της συνταγματικής δημοκρατίας και του εθνικισμού που ενσάρκωσε η Ελλάδα εξαπλώθηκε στην ήπειρο και κορυφώθηκε στην "ειρήνη που τερμάτισε κάθε ειρήνη" στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τρεις αυτοκρατορίες, η οθωμανική , εκείνη των Αψβούργων και η ρωσική, κατέρρευσαν και αντικαταστάθηκαν από έθνη-κράτη.
Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα άνοιξε και πάλι τον δρόμο για το μέλλον της Ευρώπης. Μόνο που τώρα ήταν η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας που βγήκε στο προσκήνιο. Σε έναν κόσμο εθνικών κρατών, εθνοτικές μειονότητες όπως ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ελλάδας και οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας ήταν μια συνταγή για διεθνή αστάθεια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έλληνες και τούρκοι ηγέτες αποφάσισαν να ανταλλάξουν τους μειονοτικούς πληθυσμούς τους, εκτοπίζοντας περί τα δύο εκατομμύρια χριστιανούς και μουσουλμάνους προς χάριν της εθνικής ομοιογένειας.
___________________________________________________________________________________



__________________________________________________________________________________

Η ελληνο - τουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν η μεγαλύτερη οργανωμένη μετακίνηση προσφύγων στην ιστορία μέχρι τότε και μοντέλο που οι ναζιστές και άλλοι θα το επικαλούνταν αργότερα για να εκτοπίσουν ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία.
Είναι ειρωνικό, λοιπόν, που η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές. Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Αξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνο - ιταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα. Και πολλοί χειροκρότησαν πάλι λίγους μήνες αργότερα όταν ένας νεαρός αριστερός αντιστασιακός ονόματι Μανώλης Γλέζος σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη ένα βράδυ με έναν φίλο και κατέβασαν τη σημαία με την σβάστικα που οι Γερμανοί είχαν πρόσφατα υψώσει. Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, η ελληνική αστυνομία θα έριχνε δακρυγόνα στον κ. Γλέζο ο οποίος διαδήλωνε κατά του προγράμματος λιτότητας.
Αλλά στο τέλος, η Ελλάδα υπέκυψε στη γερμανική κατοχή. Η κυριαρχία των ναζιστών έφερε μαζί της την πολιτική κατάρρευση, την μεγάλη πείνα, και μετά την απελευθέρωση, την βύθιση της χώρας σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις κομμουνιστικές και τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις.
Μόλις λίγα χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της ιστορίας, ως μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Το 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν χρησιμοποίησε τον κλιμακούμενο εμφύλιο στην Ελλάδα για να πείσει το Κογκρέσο να στηρίξει το Δόγμα Τρούμαν και την ειρηνική δέσμευση αμερικανικών πόρων για τον αγώνα κατά του Κομμουνισμού και την ανοικοδόμηση της Ευρώπης. Ανυψωμένη ξαφνικά σε έναν διατλαντικό αγώνα, η Ελλάδα συμβόλιζε τώρα μια πολύ διαφορετική Ευρώπη - μία Ευρώπη που είχε αυτοκαταστραφεί, και που ο μόνος δρόμος εξόδου από την ανέχεια των μέσων της δεκαετίας του 1940 ήταν ως μικρότερος εταίρος της Ουάσινγκτον. Καθώς τα δολάρια άρχισαν να ρέουν, αμερικανοί σύμβουλοι έλεγαν στους έλληνες πολιτικούς τι να κάνουν και αμερικανικές βόμβες ναπάλμ έκαιγαν τα ελληνικά βουνά καθώς οι κομμουνιστές αντάρτες τρέπονταν σε φυγή.
___________________________________________________________________________________



___________________________________________________________________________________

Η πολιτική και οικονομική ένωση της Ευρώπης υποτίθεται ότι θα έβαζε τέλος στις αδυναμίες και την εξάρτηση της διχοτομημένης ηπείρου. Και εδώ η Ελλάδα έγινε σύμβολο μιας νέας φάσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 δεν έφερε στη χώρα μόνο την πλήρη ένταξη σε αυτό που θα γινόταν η Ευρωπαϊκή Ενωση. Προανήγγηλε επίσης (μαζί με τη μετάβαση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στη δημοκρατία την ίδια εποχή) το παγκόσμιο κύμα εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του 1980 και του '90, πρώτα στη Νότια Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία και μετά στην Ανατολική Ευρώπη. Και έδωσε στην Ευρωπαϊκή Ενωση την όρεξη για διεύρυνση και τη φιλοδοξία να εξελιχθεί από ένα μικρό κλαμπ πλούσιων δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε φωνή για ολόκληρη την προσφάτως εκδημοκρατισμένη ήπειρο, η οποία εξαπλώθηκε κατά πολύ στο νότο και την ανατολή.
Και τώρα, σήμερα, αφότου έσβησε η ευφορία της δεκαετίας του '90 και μια νέα ταπεινοφροσύνη χαρακτηρίζει τους Ευρωπαίους, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας η οποία θα προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και θα θέσει το ερώτημα: "ποιό θα είναι το μέλλον της ηπείρου;".
___________________________________________________________________________________



___________________________________________________________________________________

Η Ευρωπαϊκή Ενωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη - κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα. Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον.
___________________________________________________________________________________

* Ο κ. Μαρκ Μαζάουερ είναι Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο  Columbia των ΗΠΑ


Το βίντεο είναι από συνέδριο που διοργάνωσε ο Μαρκ Μαζάουερ στο Πανεπιστήμιο Columbia των ΗΠΑ
__________________________________________________________________________________

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Έξω δια παντός





John Collier (1850-1934) Άγγλος ζωγράφος








Lady Godiva, 1898




Έξω δια παντός

Έλα να με βρεις αγαπημένε
Επάνω σε τραγέλαφο
Τόξο από λυγαριά στα χέρια σου
Με το λαγό να τρέχει εμπρός
Και το λαγωνικό στο κατόπι του

Έλα να με βρεις αγαπημένη
Επάνω σε λευκό ελάφι
Γυμνή, δαγκώνοντας κόκκινο μήλο
Το αίμα του να ρέει από τα πόδια σου
Κάτω, στο ρηχό ρυάκι
Με το λαγό να λούζεται
Και το λαγωνικό δίπλα σου να κοιμάται



Μυθολογικές πηγές:

Η ιστορία της λαίδης Γκοντάιβα, όπως καταγράφεται από τον Ρότζερ του Γουέντοβερ στα χρονικά του έτους 1057, είναι ότι λίγο πριν την Κατάκτηση των Νορμανδών, η σαξονικής καταγωγής λαίδη Γκοντάιβα ζήτησε από τον άνδρα της, τον Λεοφρίκο, κόμητα της Μερκίας, να απαλλάξει το λαό του Κόβεντρι από τους υπερβολικούς φόρους. Εκείνος συγκατατέθηκε υπό τον όρο να περάσει πάνω στο άλογο γυμνή μέσα από τη γεμάτη κόσμο αγορά μια μέρα που θα γινόταν ζωοπανήγυρη.  εκείνη το έκανε έχοντας από έναν ιππότη δεξιά και αριστερά της, αλλά διατήρησε τη σεμνότητά της καλύπτοντας το κορμί της με τα μαλλιά της, έτσι ώστε μόνο «οι κατάλευκες γάμπες της» φαίνονταν από κάτω.

(R. Graves, ‘Η Λευκή Θεά’ - Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, κεφ. 22, παρ. 52, Κάκτος 1998)


Ο Ράναλφ Χίτζεν (πέθανε το 1364) λέει στο «Πολυχρονικό» του, ότι η γυμνή εμφάνιση της Γκοντίβα (περ. 1040 – 1080) είχε ως αποτέλεσμα να απαλλάξει ο Λεόφρικ (11ος αι.) την πόλη από όλους τους φόρους. Μεταγενέστερο χρονικό αναφέρει ότι η Γκοντίβα είχε ζητήσει από τους κατοίκους της πόλης να μείνουν στα σπίτια τους την ώρα που θα γυρνούσε γυμνή στην πόλη.                 

Από ευγνωμοσύνη για την πράξη της αυτή, όλοι οι κάτοικοι κλειδώθηκαν στα σπίτια τους την καθορισμένη ώρα και μόνο ένας ράφτης, ο Τομ, την παρακολουθούσε κρυφά από το παράθυρό του. Ο Πήπινγκ Τομ (Peeping Tom) έγινε από τότε συνώνυμο του ηδονοβλεψία. Η ιστορία του ράφτη έγινε μέρος του θρύλου κατά το 17ο αιώνα, όπου σύμφωνα με τις περισσότερες περιγραφές, για τιμωρία, τυφλώνεται επιτόπου.

(‘Λαίδη Γκοντίβα’ από τη Βικιπαίδεια - Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, λήμμα «Γκοντάιβα, Λαίδη», τόμος 18, σελ. 126, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.)


Αναπάντεχα η ερωτική καταδίωξη αποτελεί τη βάση του [εκχριστιανισμένου] θρύλου  του Κόβεντρι της λαίδης Γκοντάιβα. Το κλειδί προσφέρει ένα στασίδι του καθεδρικού ναού του Κόβεντρι, αντίστοιχο με άλλα πρώιμα εγγλέζικα χοντροκομμένα δείγματα ξυλογλυπτικής, το οποίο δείχνει αυτό που οι τουριστικοί Οδηγοί αποκαλούν «μια φιγούρα που συμβολίζει την ακολασία»: μια μακρομαλλούσσα γυναίκα τυλιγμένη με δίχτυ που ιππεύει γυναικεία έναν τράγο, ενώ μπροστά της πηγαίνει ένας λαγός. Ο Γκάστερ, στις ιστορίες από το εβραϊκό Ταργκούμ, που έχει συλλέξει απ’ όλη την Ευρώπη, μιλάει για μια γυναίκα την οποία ο βασιλικός εραστής της υπέβαλλε σε ερωτική δοκιμασία, συγκεκριμένα να τον πλησιάσει «ούτε ντυμένη ούτε άντυτη, ούτε πεζή ούτε έφιππη, ούτε πάνω σε νερό ούτε σε ξηρά, ούτε με ούτε χωρίς δώρο» κι εκείνη κατέφθασε ντυμένη με ένα δίχτυ, καβάλα σε τράγο, με το ένα πόδι να σέρνεται μέσα σε χαντάκι και αφήνοντας ελεύθερο ένα λαγό. Η ίδια ιστορία με μικρές παραλλαγές, καταγράφτηκε από τον Σάξονα Γραμματικό στα τέλη του δωδέκατου  αιώνα στην Ιστορία της Δανίας  ( Gesta Danorum ). Η Άσλογκ, η τελευταία των Βόλσουνγκ, θυγατέρα της Μπρούνχιλντ από το Ζίγκουρντ, ζούσε σε ένα αγρόκτημα στο Σπάνγκερεχτ της Νορβηγίας, μεταμφιεσμένη σε βοηθό μαγείρισσας με πρόσωπο μουντζουρωμένο από στάχτες, με το όνομα Κρέικ (κοράκι). Ακόμα και έτσι, η ομορφιά της έκανε τέτοια εντύπωση στους ακόλουθους του ήρωα Ράγκναρ Λόντμπρογκ ώστε εκείνος έβαλε στο νου του να την παντρευτεί και, για να δοκιμάσει εάν ήταν αντάξια της αγάπης του, της είπε να πάει κοντά του ούτε πεζή ούτε έφιππη, ούτε ντυμένη ούτε γυμνή, ούτε νηστεύοντας ούτε τρώγοντας, ούτε συνοδευμένη ούτε μόνη. Εκείνη κατέφθασε πάνω σ’ ένα τράγο, με το ένα πόδι να σέρνεται στο έδαφος, ντυμένη μόνο με τα μαλλιά της και ένα δίχτυ ψαρά, κρατώντας ένα κρεμμύδι στα χείλη της και με ένα λαγωνικό στο πλευρό της.                                                                    
Αν ενωθούν  οι δυο ιστορίες σε μια εικόνα,  η «φιγούρα που συμβολίζει την ακολασία» έχει μαύρο πρόσωπο, μακριά μαλλιά, μια κουρούνα να πετάει πάνω από το κεφάλι της, ένα λαγό να τρέχει μπροστά, ένα λαγωνικό στο πλευρό της, ένα φρούτο στα χείλη της, ένα δίχτυ πάνω της και ένα τράγο από κάτω της. Αναγνωρίζεται εύκολα πλέον ως η πρωτομαγιάτικη εκδοχή της Έρωτα-  και Θανατο-θεάς Φρεγιά ή Φρίγκα, Χόλντα, Χελντ, Χίλντε, Γκόντα ή Οστάρα. Στη Νεολιθική και στην πρώιμη Εποχή του Χαλκού τράβηξε βόρεια από τη Μεσόγειο, όπου ήταν γνωστή ως Δίκτυννα (από το δίχτυ της), Αιγαία (από τον τράγο της), Κορωνίς (από την κουρούνα της), καθώς επίσης και ως Ρέα, Βριτόμαρτις, Άρτεμις κ.ο.κ. και έφερε μαζί της το Χορό του Λαβυρίνθου.
Το φρούτο στα χείλη της είναι πιθανώς το μήλο της αθανσίας και η κουρούνα σημαίνει θάνατο και προφητεία – την προφητική κουρούνα της Φρεγιά τη δανείστηκε από αυτήν ο Οντίν, όπως ο Μπραν δανείστηκε της Ντάνου και ο Απόλλων της Αθηνάς…  …Φυσικό περιβάλλον της Χίλντε υπήρξε ο Γαλαξίας, όπως της Ρέας στην Κρήτη και της Μπλοντεΐουεδ στη Βρεττανία και τόσο η μία όσο και η άλλη είχαν συνδεθεί με τον τράγοστην τελετή της Παραμονής της Πρωτομαγιάς του Μπρόκεν, ένας τράγος θυσιαζόταν προς τιμήν της. Ως Χόλντα ίππευε έναν τράγο, με μια αγέλη είκοσι τεσσάρων λαγωνικών, τις κόρες της, να τρέχουν δίπλα της – οι είκοσι τέσσερις ώρες της Παραμονής της Πρωτομαγιάς – ενώ μερικές φορές εμφανιζόταν με ασπρόμαυρες βούλες ως απεικόνιση της αμφίθυμης υπόστασής της, μαύρη ως Γη-μητέρα και χλομή ως Θάνατος – Χόλντα και Χελ. Ως Οστάρα, σαξονική θεά από την οποία πήρε το όνομά του το Πάσχα (Easter), συμμετείχε σε Νυχτερινή Σύναξη την Παραμονή της Πρωτομαγιάς, όπου θυσιαζόταν προς τιμήν της τράγος. Ο λαγός ήταν το τελετουργικό της ζώο: εξακολουθεί να «γεννάει» τα πασχαλινά αυγά. Ο τράγος σήμαινε γονιμότητα των βοοειδών.  ο λαγός καλό κυνήγι. το δίχτυ καλή ψαριά. τα μακριά μαλλιά, ψηλά στάχυα.
Ο τράγος της Παραμονής της Πρωτομαγιάς, όπως γίνεται φανερό από τις τελετές των μαγισσών στην Αγγλία, ζευγάρωνε με τη θεά, θυσιαζόταν και ανασταινόταν: με άλλα λόγια η Ιέρεια ερχόταν δημόσια σε επαφή με τον ενιαύσιο βασιλιά ντυμένο με τραγοτόμαρα, οπότε είτε θανατωνόταν με τη μορφή του διαδόχου του ή διαφορετικά θυσιαζόταν ένας τράγος στη θέση του και η βασιλεία του επιμηκυνόταν. Αυτό το τελετουργικό γονιμότητας υπήρξε η βάση της μεγάλης πνευματικότητας των «Μικρών Μυστηρίων» της Ελευσίνας, που τελούνταν τον Φεβρουάριο και αναπαριστούσαν το γάμο του Τράγου-Διονύσου με τη θεά Θυώνη, «τη μαινόμενη βασίλισσα» το θάνατο και την παλιγγενετία του1. Στο Κόβεντρι πήγαινε στην τελετή καβάλα στην πλάτη του για να δείξει την κυριαρχία της πάνω του – όπως η Ευρώπη ίππευε τον ταύρο του Μίνωα ή η Ήρα το λιοντάρι της.
Ο λαγός… …υπήρξε ιερός τόσο στην Πελασγική Ελλάδα όσο και στη Βρετανία επειδή είναι ταχύς, γόνιμος και ζευγαρώνει ανοιχτά χωρίς ντροπές…
…Το τελετουργικό κυνήγι του λαγού γινόταν Παραμονή της Πρωτομαγιάς και η «φιγούρα της ακολασίας» - η οποία εν προκειμένω συνιστά αρκετά καλή περιγραφή της Θεάς – στο στασίδι ελευθερώνει το λαγό για να τον κυνηγήσουν οι κόρες της. Το δημοτικό τραγούδι Αν όλοι τούτοι οι νεαροί ανήκει κατά τεκμήριο σε αυτά τα γιορτάσια των μαγισσών την Παραμονή της Πρωτομαγιάς: 

Αν όλοι ετούτοι οι νεαροί λαγοί ήταν πάνω στο βουνό 
Τότε όλες οι μορφονιές όπλα θα πιάνανε να παν κυνήγι
                                                            
Αν όλοι τούτοι οι νεαροί ψάρια ηταν στο νερό
Τότε όλες αυτές οι μορφονιές ξοπίσω τους θα πέφταν

…Πάλι η ερωτική καταδίωξη: η ψυχή του ιερού βασιλιά, κυκλωμένη από μαινάδες, προσπαθεί να ξεφύγει με μορφή λαγού ή ψαριού ή μέλισσας. όμως εκείνες τον καταδιώκουν ανελέητα και τελικά τον πιάνουν, τον κάνουν κομμάτια και τον καταβροχθίζουν…
  
1Σε αντίστοιχα αρχαία βρετανικά μυστήρια, φαίνεται πως υπήρχε τυπικό βάσει του οποίου η Θεά υποσχόταν με πειρακτική διάθεση στον μυούμενο που τελούσε ιερό γάμο μαζί της, ότι δεν θα πέθαινε «πεζός ή έφιππος, σε νερό ή σε ξηρά, στο έδαφος ή στον αέρα, έξω από σπίτι ή μέσα, ποδεμένος ή απόδετος, ντυμένος ή άντυτος» και έπειτα, ως επίδειξη της δύναμής της, τον κατηύθυνε με διάφορους ελιγμούς σε μια θέση όπου η υπόσχεση δεν ίσχυε πλέον…
(R. Graves, ‘Η Λευκή Θεά’ - Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, κεφ. 22, παρ. 46, 47, 48,49, 50, 51, Κάκτος 1998)


Τραγέλαφος – ελάφι.

Στα Διονύσια μυστήρια ο hirco-cervus, ο τραγέλαφος, ήταν το σύμβολο της ανάστασης, της ελπίδας του ανθρώπου για αθανασία, και φαίνεται πως όταν οι υπερβόρειοι δρυΐδες επισκέφτηκαν τη Θεσσαλία αναγνώρισαν τον τραγέλαφο, που σχετιζόταν με τα μήλα, ως το δικό τους αθάνατο λευκό ελάφι ή ελαφίνα που σχετιζόταν επίσης με τα μήλα. Γιατί η μηλιά, ut dicitur, είναι το καταφύγιο της λευκής ελαφίνας. Από τον τραγέλαφο, ο μονόκερως της εραλδικής και μεσαιωνικής τέχνης αποκτά το γένι τουωστόσο μεταξύ των χριστιανών μυστικιστών ο ελληνικός τραγο-μονόκερως του οράματος του Δανιήλ συνέβαλε στο να αποκτήσει αυτό το πάλαι ποτέ ειρηνικό ζώο επιθετικότητα.

… ο μονόκερως της ερήμου και το λευκό ελάφι του δάσους έχουν την ίδια μυστικιστική σημασία. κατά τη διάρκεια όμως της αναζωπύρωσης του ερμητισμού στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα διαχωρίστηκαν, σημαίνοντας αντίστοιχα το πνεύμα και την ψυχή. Οι οπαδοί του ερμητισμού υπήρξαν νεοπλατωνικοί που μπάλωσαν τους φιλοσοφικούς μανδύες τους με τα ράκη της μισοξεχασμένης βαρδικής γνώσης. Στο Βιβλίο του αρνιού της άνοιξης ένα σπάνιο ερμητικό φυλλάδιο κάποιο χαρακτικό δείχνει ένα ελάφι και ένα μονόκερω να στέκουν μαζί στο δάσος. Το κείμενο αναφέρει:

Οι γνώστες λένε αλήθεια ότι δυο ζώα βρίσκονται σε αυτό το δάσος: ένα υπέροχο, πανέμορφο και ταχύ, το μεγάλο και δυνατό ελάφι.  το άλλο, ένας μονόκερως  … Αν εφαρμόσουμε την παραβολή της τέχνης μας, θα αποκαλέσουμε το δάσος σώμα … Ο μονόκερως θα είναι το πνεύμα εσαεί. Το ελάφι δεν επιθυμεί άλλο όνομα παρά εκείνο της ψυχής ... Εκείνος που γνωρίζει πώς να τα ημερώσει και να κυριαρχήσει επάνω τους με την τέχνη, πώς να τα ζευγαρώσει και να τα οδηγεί μέσα και έξω από το δάσος μπορεί δίκαια να ονομαστεί Δάσκαλος.  

(R. Graves, ‘Η Λευκή Θεά’ - Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, κεφ. 23, παρ. 7,8, Κάκτος 1998)


… η ιτιά, κατά περίπτωση η λυγαριά … στην Ελλάδα ήταν αφιερωμένη στην Εκάτη, στην Κίρκη, στην Ήρα και στην Περσεφόνη: όλες τους εκδοχές Θανάτου της τριπλής Σελήνης – θεάς …  Όπως μας πληροφορεί αποφθεγματικά ο Καλπέρερ στην Πλήρη Βοτανική του: το δέντρο αυτό είναι στην κυριότητα της Σελήνης. Η σχέση της με τις μάγισσες είναι τόσο στενή στη Βόρεια Ευρώπη ώστε οι όροι witch, «μάγισσα», και wicked, «φοβερός, απαίσιος», προήλθαν από την ίδια πρώιμη αγγλική λέξη willow για την ιτιά από όπου παράγεται άλλωστε και η λέξη wicker, δηλαδή η λυγαριά … Οι δρυϊδικές ανθρωποθυσίες τελούντο στη γέμιση του φεγγαριού και το θύμα προσκομιζόταν μέσα σε πανέρι από ιτιά. στις ταφές τα κτερίσματα από  πυριτόλιθο ήταν λαξεμένα σε σχήμα φύλλου ιτιάς. Η ιτιά (ελίκη στα ελληνικά και salix στα λατινικά) πήρε το όνομά της από τον Ελικώνα, το ενδιαίτημα των Εννέα Μουσών, οργιαστικών ιερειών της Σελήνης-θεάς. Πιθανολογείται ότι ο  Ποσειδών προηγήθηκε του Απόλλωνα ως προστάτης του Μαντείου των Δελφών. εξ άλλου κάποιο άλσος στον Ελικώνα ήταν αφιερωμένο σε εκείνον ακόμη κατά την Κλασσική Εποχή. Όπως παραδίδει ο Πλίνιος ιτιά ορθωνόταν έξω από το άντρο της Κρήτης όπου γεννήθηκε ο Ζευς.  στον Δία του ο Α. Μπ. Κουκ, σχολιάζοντας σειρά νομισμάτων από τη Γόρτυνα της Κρήτης, προτείνει ότι η Ευρώπη – η οποία απεικονίζεται σε αυτά να κάθεται πάνω σε ιτιά με κάνιστρο λυγαριάς στο χέρι και να τη βατεύει αετός – δεν είναι απλώς ευρ-ώπη, «πλατυπρόσωπη», δηλαδή Πανσέληνος, αλλά και ευ-ρώπη, «εκείνη της ανθισμένης βέργας ιτιάς», γνωστή ως Ελίκη, αδελφή της Αμάλθειας.  
{ωπάζομαι [ωψ, γεν. ωπ-ος]- βλέπω, μέτωπον (μετά), Ευρώπη (ευρύς), Ευρωπία, Ευρωπαίος, Ευρωπεύς, Ευρωπός, στενωπός (στενός), ενώπιος (εν), ενώπιος, ενωπή, ενωπαδίως, νωψ (νη, αρνητ., ηω>ω) /
ρωψ [ροπή, ο>ω]- ιμαντώδη φυτά έχοντα επιμήκεις και εύκαμπτους ράβδους. ρωπάς, ρώπαψ, ρουπάκι (ω>ου), ρωπεύω, ρωπήεις, ρώπος, ρωπίζω, ρωπικός, ρωπικόν, ρωπίον, ρωπείον, ρωπογραφία, ρωπογράφος, ρωποπερπερήθρα (πέρπερος)}.
Το να φοράει κάποιος στο καπέλο του κλαδάκι ιτιάς που σημαίνει ότι τον απέρριψε η καλή του ως εραστή φαίνεται ότι αρχικά ήταν φυλαχτό κατά της ζήλειας της Σελήνης-θεάς … Ο γνωστός μας λικμός (το λίκνον ή λείκνον), το πανέρι-κρησάρα με το οποίο λίχνιζαν τα δημητριακά, ήταν καμωμένος από ιτιά (κατά περίπτωση λυγαριά) … Το φημισμένο πίνακα του ζωγράφου Πολύγνωτου στους Δελφούς που παρίστανε τον Ορφέα να δέχεται το δώρημα της μυστικιστικής ευγλωττίας ψαύοντας τις ιτιές κάποιου άλσους της Περσεφόνης μπορούμε να τον παραβάλουμε με την προσταγή που διατυπώνεται στο Τραγούδι των δέντρων του δάσους:
  
«Μην καις την ιτιά, είναι δέντρο αφιερωμένο στους ποιητές»

(R. Graves, ‘Η Λευκή Θεά’ - Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, κεφ.10, παρ. 16, Κάκτος 1998)



 
έξω (δασ.)[μέλλ. του έχω, ρίζα σχη- > σέσχω (αναδιπλασ.) > έξω (το σ σε δασεία, σχ>ξ)], έξις, εξείδιον, εκτικός (ξ>κσ>κτ), καχεξία (κακός, κ>χ) καχεκτικός, χτικιάρης (κακε-χτικός) χτικιάζω, χτίκιασμα, χτικιάρικος, χτικιό, εξής, εξείης, εξάν, καθεξής (κατά), εφεξής (επί), ευεκτέω, ευέκτης, ευεκτία, ευεξία, ευεκτικός, εύεκτος.

δια, διαί [δις, ανάμεσα από]- δια μέσου, μεταξύ, μεταξύ δύο σημείων του χρόνου. ζα  (δι>ζ), διατί (τι), γιατί (δ>γ), ευδίαιος.

πας [γεν. παντός, βλ. πατέομαι]-  όλος, σύμπας, οποιοσδήποτε, επί του καθόλου, επί του καθενός, έκαστος. πάντη, παντοίος, πάντοθεν, παντοδαπός, πάντοτε, πάντα, πανταχού, πάντως, πανίς (γεν. πανίδος, είδος), πανίδα, πάνυ, πάγχυ (νχ>γχ), όπνιος (ο, ευφων.)- πλούσιος, πολύς μέγας, αυξαμένος, άπας (δας., α, αθροιστικό), απαντάπασι, απανταχόθι, απανταχή, απανταχού, απανταχόθεν, απανταχόσε, απανταχοί, σύμπας, σύμπαν, συμπάντως, συμπαντικός.


Έλα να με βρεις αγαπημένε


έρχομαι [μέλλ. Ελεύ-σομαι. Από το ελάυ-νω (α>ε). Μετοχή αορ. Ελ-θών > ερ-θών > (λ>ρ) > ερχ-ών (θ>χ) > έρχομαι]- έρχομαι σε κάποιον τόπο, έρχομαι η πηγαίνω πίσω, υποστρέφω, φθάνω σε κάποιο μέρος, επί παντός κινήσεως. Ορχομενός (ε>ο), έλευσις, Ελευσίς, Ελευσίνα, Ελευσίνιος, Ελευσίνιον, Ελευσίνα, απέλευσι, διέλευσι, προσέλευσις, συνελευσις, παρέλευσις.

ελεύθερος [Στον Όμηρο συναντάται σε δύο φράσεις: «ελεύθερον ήμαρ» (=ημέρα της ελευθερίας) και «ον ειώθασι τω Διί υπέρ ελευθερίας ιστάναι κρατήρα, οι τους πολεμίους αποσάμενοι» (σχολ.) Ζ. 528. Τα προηγούμενα δείχνουν ότι ελεύθερος  είναι αυτός που μπορεί να απωθήσει τους εχθρούς του, προς αποφυγή υποδουλώσεως. Ο δυνάμενος να αποδιώξει, πλήξει, προσβάλλει (ελαύνω, ελεύσομαι, μελλ. του έρχομαι) τον εχθρό του. Ο ελαύνων επί ετέρου (αντιπάλου), δηλαδή ελευ + έτερον  > ελεύτερον  > ελεύθερον (τ>θ).

Ο στίχος μπορεί να γραφτεί: Έλα ελεύθερα να με βρεις αγαπημένε
το ελευ + έτερον, γίνεται ελευ προς έτερον, όπου ο έτερος, δεν είναι ο αντίπαλος με την τρέχουσα έννοια αλλά ο αντίπαλος όπου το αντί λαμβάνει την αρχική του σημασία του ίσος (αντ' αυτού).
Οπότε, το «πώς» να έρθει ο/η αγαπημένος/η από το πώς της ερωτικής δοκιμασίας γίνεται το πώς της ερωτικής επιθυμίας.

ην [βλ. ειμί, δηλαδή εέν (εε>η)]- ως επιφώνημα, ιδού, κύττα. να (ην>νη>να), ηνίδε, ηνί.

εγώ, εγών ειμί, ρίζα ε, εών μετοχ. του ειμί με παρεμβολή του γ.[…] Αιτιατικές εμέ, με, εμένα, εμέν.[…]

ευρίσκω (δασ.)[εόρακα, πρκμ. του ορώ, ο>υ]- ανακαλύπτω, ανευρίσκω, κτώμαι. εύρεμα, εύρηκα, εύρημα, ευρεσι-, ευρετός, ευρέτης, ευρετικός, ευρέτις, ευρετός, εύρεσις, εφευρίσκω (επί) εφεύρεμα, εφεύρημα, εφεύρεσις, εφευρέτης, βρίσκω (ευ>β), παραβρίσκομαι, εύρετρον, ευρεσίτεχνος, ευρεσιτεχνία, ευρεσιεπής (έπος).

αγαπάω [άγω + άπτω, διότι σημαίνει, σπεύδω να ασπαστώ (άπτω) κάποιον φίλο που ΄ρεχεται προς εμένα]- υποδέχομαι κάποιον με ανγκαλισμούς και ασπασμούς, επιθυμώ, επί σαρκικού έρωτα. αγαπάζω, αγάπη, αγαπητός, αγαπατός, αφαπητώς, αγαπησμός, αγάπησις, αγαπητικός, αγάπημα, αγαπήνωρ (ανήρ), αγαπητρίς, αγαπητικιά.


Επάνω σε τραγέλαφο


επάνω (επί + άνω)

επί [οι σημασίες του σχεδόν ταυτίζονται μ΄αυτές των περί, περ, και υπέρ (βλ. περί). Το ε μάλλον επιτατ. (α>ε), δηλαδή επερί > επί ή επέ>επί (ε>ι)]- δηλώνει το είναι επάνω. επάνω (άνω), επάνωθεν, επάνωθι

ες, εις, εν [ο Όμηρος πολλές φορές, δια του εν, εννοεί τα εστί (έσ-τι), εισί (εισ-ί) και ην (= παρατατ. του ειμί, η>ε), βλ. ειμί. Ώστε η ρίζα ε-, εσ-, εισ- του ειμί, είναι η ίδια μ’ αυτή των εν, ες, και εις, δηλαδή του είναι εντός, του να έχεις κάτι (έναιμος)[…]σε (ες>σε)[…]  

τράγος [Η εκ του τρώγω εκδοχή καταδεικνύει την προχειρότητα και την αφελή αντιμετώπιση των ετυμολογικών ζητημάτων, από μέρους των γραμματικών του παρελθόντος, ωσάν εκ μυριάδων ζώων μόνον ο τράγος να τρώει ή έστω να τρώει με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο (ξέχωρα που τυγχάνει ράθυμος στη βοσκή). Η αλήθεια είναι ότι για να γεννήσουν οι κατσίκες όσο το δυνατόν κατά την αυτήν εποχή, οι βοσκοί κρατούν τους τράγους κλεισμένους εντός μαντριδίου. Τον κατάλληλο δε καιρό άγουν (τρ-άγος) αυτούς προς τις κατσίκες προς βάτευση (τρ-άγος, τρ-ύω = συνουσιάζω, Ησυχ., τρύ-ω + άγω > τρυάγιω > τρώζω, υα>ω, γι>ζ)]- το αρσενικό της κατσίκας,. τράγαινα, τραγί, τραγάω, τράγειος, τρώζω, Επιτράγιος, επίτραγοι, επιτργίας, τραγέλαφος (έλαφος) τράγεος, τραγηφόρος, τραγίαμβος (ίαμβος), τραγίζω, τραγικεύομαι, τραγικός, τραγικώδης, τράγινος, τράγιος, τραγίσκος, τραγο-, τραγωδία (άδω, ωδή), τραγωδάριον, τραγωδέω, τραγώδημα,  τραγώδης, τραγωδητός, τραγωδικός, τραγωδο-, τραγωδός, τραγούδι, τραγούδημα, τραγουδιστός, τραγούδισμα, τραγουδοποιός.


Τόξο από λυγαριά στα χέρια σου


τόξον [τεύξ-ομαι μέλλ. του τυγχάνω, υ>ο]- το όπλο, δοξάρι, καμάρα, κάθε πράγμα που έχει σχήμα τοξοειδές, πληθ., τόξο και βέλη. τοξάζομαι, τοξακλής (αλκή), τοξακλέτης, τοξαρέα, τοξάριον, τόξαρχος, τοξασμός, τοξεία, τοξελκής (έλκω), τοξουλκία, τοξεύς, τόξευσις, εκτόξευσις, εκτοξεύω, τοξεύτειρα, τοξευτήρ, τοξευτής, τοξευτικός, τοξεύω, τοξήρης (αραρίσκω), τοξικός (τα βέλη εμβαπτίζονταν σε δηλητήριο), τοξίτης, τοξο-, τοξότης, τοξότις, τόξευμα, τοξάτο, τοξαιμία (αίμα), τοξιναιμία, τοξικο-, τιξικότης, τοξίνη, τοξινικός, τοξίνωσις, τοξινίασις, τοξίκωσις, Τοξότες, Τοξότης, τοξωτός.

από [το α (μα, να – νη) βεβαιωτικό, απαντητικό στις ερωτήσεις ποι, πόθεν, όποι, ποίος, πότε, πώς, όπου (ρίζα πο-), δηλαδή πό-θεν; Απάντηση α-πό, βλ. οπίσω]- από τίνος, επί κινήσεως από τόπο, επί αποστάσεως, χωρισμού, επί καταμετρήσεως ή καθορισμού αποστάσεως, πόρρω, μακράν, μετά μεριστικής σημασίας, επί μεταβολής από κάτι σε κάτι, επί χρόνου, επί γενέσεως, αρχής, αιτίας. απύ (ο>υ), απαί (ο>α>αι), άπιος, άπωθεν, αποτάτω, απωτέρω, απώτερος, αψ, αψόρρος
(ρέω), άψορρος, άπω (ο>ω), αυ (περισπώμενο, από>απύ>αυ)- οπίσω, προς τα οπίσω, πάλι, εκ νέου, προσέτ, ακόμα, αφού (από + ος, γεν. ου, π>φ προ δασείας), αφότε, αφότου.

ιτιά - λυγαριά (για λυγαριά βλέπε και παρακάτω στο λύγος, λαγός, λαγών)

ιτέη, ιτέα, ιτείη[ιθύω (θ>τ), ιθύνω = ισάζω, κατευθύνω, οι κλάδοι της κάμπτονται (διευθύνονται) εύκολα]- ιτιά. ιτιά, σουϊτιά (σου = ύδωρ, τουρκιστί, είναι υδρόφιλη), ιτέινος, ιτεών, ίτυς, οίσος (ο, ευφων., τ>σ)- είδος ιτιάς. οισόκαρπον, οισύα, οίσυον, οισιοπλόκος.

ιτιά και ελίκη εκ του

ελίσσω (δας.) [το πρώτο συνθετικό από το ελύω (ρίζα ελ-, βλ. είλω). Το δεύτερο όπως φαίνεται από τους χρονικούς τύπους, ελ-ίξω, είλ-ιξα, ελήλ-ιγμαι κ.ά., είναι από τα ίκω (βλ. ίκω, ίξις) και ε-ίκα (πρκμ. του ίημι). Το ίημι σημαίνει θέτω σε κίνηση, όπως απαιτούν όλες οι σημασίες του ελίσσω, δηλαδή ελ-ίκ-σω > ελίσσω (κς>σς)]- στρέφω πέριξ, ειλώ, κάμπτω, κυλίω, περιστρέφω, περιάγω, περιελίσσω. ειλίσσω, έλιξ, έλιξις, περιέλιξις, περιελλίσω, ελικηδόν, ελίγδην, έλιγμα, περιέλιγμα, ελιγματώδης, ελικοειδής, ελιγμός, ελίκη, ελικίας, ελικός, ελικτή, ελικτός, ελίκων, ελικών, Ελικών, Ελικωνιάδες, Ελικώνιος, ελίκωψ (ωψ), ελικώπις, έλινο, ελινότροπος, ελίχρυσος, ανελίσσω, ανέλιξις, ανείλιξι, ανέλιγμα.      

στα (εις τα) ο, η (δας.), το[…] δεικτική αντων. και οριστικό ή προτακτικό άρθρο […]

χειρ, χέρα, χέρι [εκ του χαίρ-ω, α>ε. Το αίσθημα της χαράς δια των χειρών κυρίως εκφράζεται, απανταχού στην υφήλιο αλλά και στα πιθηκοειδή: χειροκροτήματα, ανατάσεις χειρών, χειραψίες, αλληλοκτυπήματα παλαμών, αγκαλιάσματα και παντός είδους χειρονομίες, χειρονόμος (νέμω) = ορχηστής. Χαιρετίζουμε πάντως κυρίως δια των χειρών]- το χέρι είτε ως ανοικτή και αναπεπταμένη παλάμη, επί εχθρικής σημασίας, λαμβάνω κάτι στα χέρια = αναλαμβάνω, επιχειρώ, επί παντός εργαλείου ομοίου προς χέρι. επιχειρώ, επεπιχειρηματικός, επιχειρηματικότης, επίχειρο, διαχείρησις, διαχειρηστής, διαχειρίζομαι, διαχειρηστικά, διαχειριστικός, πρόχειρος, προχειρότης, πρόχειρο-, προχειρίζω, πρόχειρο, προχείρισις, προχειρόομαι, προχειροτονέω, χειροτονώ, χειροτονία (ανάταση χειρός, τείνω), χειροτονητής, χειρότονος, χειροτονητός, χειροτονητώς, χειρο-, εγχειρίζω, (εν), εγχειρέω, εγχείρημα, εγχειρηματικός, εγχείρησις, εγχειρητής, εγχειρητικός, εγχειρία, εγχειρίδιος, εγχείριον, εγχειριστής, εγχειρο-, εγχειρίδιον, εκεχειρία
(ε, ευφων. + κεχείρωμαι, πρκμ, του χεχιρόομαι = ημερώνω)- διακοπή εχθροπραξιών, ανακωχή, άνεση, αργία, ανάπαυλα, χείρωμα, χειρ-, χειράς, χειραψία (άπτω, άψις), χειριάω, χειρίς, χειρίζω, χείρισμα, χειρισμός, χειριστεύω, χειράγρα (αγρα), χειράφετος (αφήνω), χειρίδιον, χείριξις, υποχείριος, χειρουργέω (έργον), χειρουργία, χειρουργός, Χείρων (ήταν χειρουργός, επιδέξιος), χειρώναξ
(άγω, άξω), χειρωνάκτης, χειρωνακτικός, χειρωναξία, Χειρώνιος, Χειρωνίς, χεριάρης
(άρω), χερέα, χεριά, χερνής, χερνήτης, χερνήτωρ, χερνιβείον (νίβω), χέρνιβον, χέρνιμμα (βμ>μμ), χερνίπτομαι, χέρνιπτον, χέρνιψ, χερο-,χερύδιον.

εσύ, συ, τυ (σ>τ), τύνη, τούνη (υ>ου), τάν [από το β’ προσωπ. Εις, εσ-σί του ειμί]. Γενική σου, σέθεν, σευ, σέο, τεού, τεοίο, τεύς, τεούς, τεός, τέορ, τίω, τίως, τέος […]


Με τον λαγό να τρέχει εμπρός                                                                                              Και το λαγωνικό στο κατόπι του


(με) μετά [μέσος, σ>τα]- εν μέσω, μεταξύ, από κοινού με κάποιον […] με τη βοήθεια κάποιου […] μέτωπον (ωψ), μετωπικός, μεταξύ (ξυν, συν), με (με-τά), μολονότι (με + όλον + ότι), μολονούτο.

λαγώς, λαγώος, λαγός [λα (επιτατ.) + γυίον, εκ του αναλογικώς υπερμεγέθους οπισθίου ποδιού του, το οποίο χαρακτηριστικώς κάμπτεται σε οξεία γωνία]- ο λαγός. λαγωειδής, λαγωοειδής, λαγωνικό, λαγωνίκα, λάγω-, λάγο-, λαγιδεύς, λάγνης (λαγώς > λαγωνός > λάγνης, είναι καταφερής στα αφροδίσια)- ακόλαστος, πόρνος, λάγνος, λαγνέυω, λάγνευμα, λαγνεία, λάγνα, λάγγεμα (γαμώ, α>ε), λαγγεύω (βλ. λαγγεύω στο λαγγάζω), λάγκεμα (γ>κ), λαγκεύω, λαγών (βλ. λαγώς)- ο λαγός, το κοίλωμα κάτω από τα πλευρά, λαγγόνι (του λαγού μεγάλο), κάθε κοιλότητα.
λύγος [λαγών(α>υ), λαγαρός = υποχωρών, κοίλος]- λυγαριά, δένδρο ή θάμνος όμοιος με ιτιά, στρέβλη, καλιάγρα, πιστήριο. λυγέα, λυγηρός, λυγίζω, λύγινος, λυγισμός, λύγισμα, λυγισστής, λυγιστικός, λυγιστός, λυγόδεσμος, λυγοπλόκος, λυγόω, λυγισμένος, λυγώ, λυγάω, λυγαριά, λυγεράδα, Λυγερής, λυγερός, λύγημα, λυγιά, Λυγιά, λυγιέμαι, λυγόνα. 

τρέχω [τέρ-μα > τρε- (ερ>ρε) = άγω (= διευθύνω κάτι προς κάπου, γ>χ)]
Κατά Πλάτωνα ο θεός προκύπτει από το θέειν (θέω=τρέχω), διότι οι πρώτοι θεοί ήσαν ο Ήλιος και η Σελήνη. 

εμπρός εκ του 
προ [πόρος, περάω, πορεύω (ορ>ρρ)]- έμπροσθεν, εμπρός ενώπιον.

και [εκ της επιμονής (συνέχειας) του κα-κκαρίσματος των πτηνών αλλά και εκ της επιμονής του βήχα (κακακα…). Για το ι, βλ. ίημι (ρίζα ι-)]- σύνδεσμος συμπλεκτικός, έτι, προσέτι, ακόμη, προς αύξηση ή ελάττωση της δυνάμεως της λέξης. κι (προ φωνήεντος), καν (αν), κανείς (εις = ένας), καμμία (καν + μία, ωμ>μμ), κάποιος (ποίος), κιόλας (όλος), κάποτε (ποτέ), κάπως (πως), κάπου (που), κάτι (τι). 

κατόπιν & κατόπι επίρρ. : (τοπ.) πίσω, (χρον.) ύστερα έπειτα
εκ του

οπίσω, οπίσσω [από (α>ο) + οίσις ( =φορά, οι>ι), ίεσις ( =πορεία). ανόπιν (ανά), εισόπιν (εις), εισοπίω, κατόπιν, εξόπιν, όπισθεν, όπισθα, οπισθέναρ (θέναρ), οπίσθιος, οπισθίδιος, οπισθο-, ξοπίσω (εκ).


Έλα να με βρεις αγαπημένη
Επάνω σε λευκό ελάφι


λευκός[λύκη (υ>ευ, όπως πεύσις εκ του πυνθάνομαι)]- φωτεινός, λαμπρός, καθαρός, σαφής, ευκρινής, διαυγής, επί φωνής, άσπρος, ωραίος, λεύκη. λεύκη, λευκάς, λεύκα, λευκών, Λεύκα, Λευκάκια, Λευκάδα, Λεύκες, Λευκώνας, λευκαίνω, λεύκανσις, λευκο-, λευκόω, λεύκωμα, λευκ-, λευκαντής, λευκαστής, λευκάντρα, λευκαντικός, Λευκίμη, Λευκοθέα, Λευκόχρωμα, λευκωσίνη, λεύκωσις, λεύκωνες, λευκώνας, λευχειμονέω (κ>χ, είμα), λευχείμων, λεύσσω (λεύκιω, κι>σσ)- βλέπω, παρατηρώ, ατενίζω, κυττάζω, λευστός

έλαφος [ελαφρός = ευκίνητος], ελάφι, ελαφηβόλος (βάλλω), ελαφηβολιών, ελάφειος, ελαφή, ελαφίαι, ελαφικόν, ελαφίνης, ελάφιον, ελάφιος, ελαφίς, ελαφο-, αλάφι (ε>α), ελαφίδα, ελαφίδαι, ελαφίδες, ελαφίδιον, ελαφίνα, αλαφίνα, λαφίνα,ελαφίσιος, λαφίσος, αλαφιάζω, αλάφιασμα, αλαφιασμένος.

ελλός ( = το νεογνό της ελάφου, διότι κρύπτεται, λουφάζει επί του εδάφους), από το έδος (δασ.) [σέδας = καθέδρας, Ησυχ., σέλλα (σεδ-λα, δλ>λλ) = κάθισμα, εφφίππιον και εξ αυτού το σελλάριος. Σελλοί (Σελ-δοί), Ελλοί (δασ.) οι κάτοικοι της Δωδώνης, φύλακες του μαντείου του Διός, απ’ όπου και Ελλάς (Σελλοί, Ελλοί), Έλλην, Ελλάδα, Έλληνας, Ελλην-.


Γυμνή, δαγκώνοντας κόκκινο μήλο


γυμνή -ός[γυ-ίον + μένω, μένω με τα μέλη του σώματος ακάλυπτα], γυμνόω, γυμνάζω, γυμνάς, γυμνασία, γυμνώνω, γυμνάσιον, γυμνασιάρχης, γυμνασιαρχία, γυμνασίαρχος, γύμνασμα, γυμναστική, γυμνάδδομαι (σδ>δδ), γυμναστήριον, γυμναστικός, γυμνής, Γυμνήσιαι, γυμνητεία, γυμνητεύω, γυμνήτης, γυμνητία, γυμνήτις, γυμνικός, γυμνητεύω, γυμνο-, γύμνωσις.

δάκνω [ο-δαξ]- δαγκάνω. δακνάζω, δακέθυμος, δακνιστήρ, δακνηρός, δάκος, δακετόν, δήκτης (α>η), δηκτικός, δήγμα, δήξις, δαγκάνω (γ>γκ), δαγκώνω, δάγκωμα, δαγκασιά, δαγκάω, δαγκωνιά, δαγκάνα, δαγκανάρα, δαγκανάρι, δαγκανιάρης, δαγκωσιά, δαγκωτά, δαγκωτός.

κόκκινο [βλ. κόκκος (πρίνου)]

κόκκος [κυκλικός (υ>ο) > κοκλικός > κοκικός > κόκκος]- ο της ροδιάς, του κύαμου, της πεύκης, του πρίνου (εκ των οποίων παρήγαγαν κόκκινο χρώμα), καταπότιον, κουκούτσι, οι όρχεις (κοκκωτή), το γυναικείο μόριο, η κόκκινη δρυς.

μήλον, μάλον (Δωρ.), μείλον (Βοιωτ.)[είλω, είλη, ειλαδόν (ει>η). Όλες οι σημασίες του είλω, σχετίζονται με τις εργασίες του κτηνοτρόφου. Το μ προτάσσεται ή από το ομού ή από FFάλην, βλ. αλής). Με την έννοια δε των καρπών των δένδρων (μήλο, κυδώνι, ροδάκινο), επειδή κατά πλήθος (είλη) στα δένδρα τους βρίσκονται ]- πρόβατο, κατσίκα, επί αγελών, ο καρπός της μηλιάς, επί των μαστών κοριτσιού, οι παριές, τα οιδήματα κάτω των οφθαλμών. μηλάγριον (άγριος), μηλάνθη (ανθός), μηλόνθη, μηλολάνθη, μηλολόνθη, μηλέα, μηλεία, Μηλιάδες, μήλειος, μηλοσόα (σόος), μηλοσόη, μηλίζω, μηλοσσόος, μηλούχος (έχω), μηλάτης, μηλινο-, μήλοψ (οψ), μήλωθρον, μηλών, μηλάτων, μήλινος, Μήλων (ο Ηρακλής, οι Μελειτείς προσέφεραν, θυσίαζαν σ’ αυτόν μήλα), μηλώσιος, μηλωτή, μηλωτής, μηλο-, Μήλος, Μήλιος, Μηλίς, μηλοφύλαξ, μαλός (η>α), μαλοφόρος, μαλοδροπήες(δρέπω), επιμήλιος, επιμηλίς, Επιμηλίδες, Επιμηλιαδες.


Το αίμα του να ρέει από τα πόδια σου 
Κάτω, στο ρηχό ρυάκι


αίμα (δασ.) [αιχμή > αίχμα > χαίμα (μετάθεση) > αίμα (το χ σε δασεία, βλ. γαίμα, χ>γ), διότι από αιχμηρό αντικείμενο διαρρηγνύεται το δέρμα και εξέρχεται το αίμα, βλ. αιμασία]- το αίμα, επί παντός ομοιάζοντος με αίμα, αιματοχυσία, συγγένεια εξ αίματος. αιμασία (ο Όμηρος, Οδ. Ω 224, 229, αναφέρει ότι δι’ αυτής περιέφραζαν τα περιβόλια, όπως ακόμη και τώρα γίνεται δι’ αγκαθωτών κλαδιών επί ξερολιθιάς. Άλλοι ερμηνεύουν την λέξη ως τοίχο εκ ξηρών λίθων. Όπως και να έχει το πράγμα και τ’ αγκάθια και οι πέτρες προκαλούν εκδορές και αιμορραγίες), αιμασιολογέω (συλ-λέγω), αιμασιώδης, αιμακορίαι (κορέννυμι), αιμακουρίαι, αιμάσσω (άγω, γσ>σσ), αφαιμάσω (από), αφαίμαξις, αιμακτός, αιμακτικός, αιμαλέος, αιμαλωπίς, αιμάλωψ, αίμαξις, αιμάς, αιμαγωγός, αιματάω, αιματεκχυσία (εκχύω), αιματηρός, αιματηφόρος, αιματία, αιματιαίος, αιματικόν, αιματικός, αιμάτινος, αιμάτιον, αιματίτης, αιματο-, αιματόεις, αιματόω, αιματώδης, αιματωπός (ωψ), αιματώψ, αιμηρός, αίμνιον, αιμο-, αιμόρροια (ρέω), αιμορροΐς, αιμορροΐδα, αιμορραΐδα, αιμόω, γαίμα (βλ. αίμα, χ>γ), αιματάκι, αιμάκι, αιματάρης, αιματάρικος, αιματηρότης, αιματίνη, αιματίσιος, αιμάτωμα, μάτωμα, αιματώνω, ματώνω, Αίμονες, Αιμονίδης, Αιμονίαι, Αιμονιές, Αιμόνιον, αιμωδέω, αιμώδης, αιμωδία, αιμωδιασμός, αιμοδιάω, αιμώνιος, αιμωπός
(ωψ) μουδιάζω (αι-μωδιάω), μούδιασμα, μουδιάστρα, ματοκόβω, ματοκυλίζω, αιματοκυλίζω, ματοκύλισμα, αιματοκύλισμα, μάντακας (το τσιμπούρι), αυθαίμων (αυτός), αναίμων, άναιμος, αναιμωτί, αναιμακτί, αναιμότης, αναιμία, αναιμικός.

ρέω [Το βρυχάομαι (ρίζα ρα-, α>ε) ο Όμηρος το αναφέρει επί του ήχου των κυμάτων αλλά και επί ρέοντος ύδατος όπως στα ρυάκια. Λέγει κελα-ρύ-ζει, ρύ-ζω, ρυ-ζέω = γογγύζω (βλ. βρυχάομαι), όπως του ρέοντος ύδατος ο ήχος ρερε…, ρυρυ…( ροχθέω = παφλάζω). Βλ. ρήγνυμι, βρόχω, ροιβδέω, ρόχθος, βράζω, ροιζέω, ροίζος = κίνηση ρεύματος, άπαντα ανήκοντα στη ρίζα ρα-]- επί υδάτων πηγών, ποταμών, τρέχω, χύνομαι, επί ανθρώπων, χιονιού, επί βελών (ροίζος) επί αέρος, όπως το πίπτω επί τριχών του σώματος, καταρρέω, διαρρέω, απόλλυμαι, ρέπω προς κάτι, επί πλοίου «κάνω νερά», σπανίως χύνω, εκχέω. εκρέω, διαρρέω, καταρρέω, ευρεής, ευρρεής, ευρρείος, συρρέω, εισρέω, απορρέω, επιρρέω, ερέω και εράω (ε, ευφων, απαντώνται μόνο σε σύνθετα), ρείω (ε>ει), ρείθρον, ρέεθρον, ρείτης (μόνο ως β΄ συνθετικό, βαθυρρείτης), ρέος, ρέον.

πους [γεν. ποδός, από το πατέω (α>ο, τ>δ), ή από το βάδην, βάδος (β>π, α>ο)]- το πόδι. πόδι, ποδάρι, ποδάγρα (άγρα), ποδαγρίζομαι, ποδαγράω, ποδαλγής (άλγος), ποδείον, ποδιά, πόδιο, υποπόδιο, ποδικός, πόδισμα […] ποδήλατο (ελαύνω), ποδοβολητό (βάλλω)[…] σύμπους (συν), εμποδίζω (εν), […] εμποδοστατέω (ίστημι).  

κατά [χα-μαί (χ>κ), γα (γ>κ)]- προς  τα κάτω. […] κάτω, εκατόν (δας., ε εξ α αθροιστικού), κήτος (α>η, νομιζόταν θηρίο των βαθέων υδάτων)- μέγα θαλάσσιο θηρίο, κητία, κητεία, κητόομαι, κήτημα, κητο-, κητώδης, κητώεις, κήτειος, κητώος.

χαμαί, χάμω (εκ των οποίων τα κατά, κάτω)[ βλ. Αχαιός, Αχελώος, εκ του γη, γα (γ>χ)]- κατά γης, κατω. χαμάδις, χαμάζε, χαμάθεν, χαμαι-, χαμάνδις, χαμ-, χαμηλός, χαμηλώς, χαμίτις, χαμόθεν, χαμερπής (έρπω), χαμερπώς, χαμέρπεια, χαμηλο-, χαμήλωμα, χαμηλούτσικος, χαμήλωσις, χαμηλώνω, χαμο-, χαμογελώ, χαμόγελο, χαμογελαστος, χαμογέλασμα, χαμογέλιο, χαμούρα, χαμπηλός, κάμηλος (γ>κ, διότι χαμηλώνει για να φορτωθεί), καμήλα, φκαμήλα, καμηλάτης, καμήλειος, καμηλίζω, καμηλο-, καμηλιέρης, καμηλιέρικος, καμηλώδης, χάνι (μ>ν)- πανδοχείο όπου ξάπλωναν χάμω, χαλί (ν>λ), χθαμαλός (χαμηλός, το θ παρεμβάλλεται), χθαμαλότης, χθαμαλόω, χθαμαλο-, χθών (χθα-μαλός)- η γη, χθόνιος, χθονήρης, χθονο-, καταχθόνιος, θάμνος (βλ. χ-θαμ- αλός, χθών) θαμνάς, θαμνίτης, θάμνα, θαμνοειδής, θαμνώδης.

ρηχός [αρχ. (ιων. διάλ.) ουσ. ἡ ῥηχός `πλεχτός φράχτης΄ (που ίσως χρησιμοποιόταν στα ρηχά για ψάρεμα)] εκ του
ραχία, ρηχίη (α>η) [ρήγνυμι, ράσσω, ρηγμίν (γ>χ)]- η ρηγνυομένη επί της ακτής θάλασσα, μάλιστα η πλημμυρούσα, ο κρότος των κυμάτων ρηγνυομένων κατά της ακτής, επί θορύβου όχλου, πετρώδης αιγιαλός, ράχις.

ρύσις [ροή (ο>υ), ρεύσις]- ρεύσις, ροή, ρεύμα. ρύησις, ρυάς, ρυάδες, ρυαδικός, ρύαξ, ρυάκιον, ρυάκι, ρυακώδης, έκρυσις, ρυΐσκομαι, ρύμα, ρυδόν, ρύδην, ρύημα, ρυηφενής (αφενός), ρυηφένία, ρυτός, ρυτόν, ρυώδης, ρυσίς, ρυάχετος, ρυσιώνας, κάτηρυς (κατά, α>η), ρυάδα, αρυάκι, Ρυάκι, Ρυάκια.


Με το λαγό να λούζεται
Και το λαγωνικό δίπλα σου να κοιμάται


λοέω, λουέω, λούω [λά-λλαι (α>ο), διότι λούζονται συνεχώς από τα κύματα και πάντοτε είναι καθαρές]- πλύνω, λούζω το σώμα, λούζω. λούζω, λούμα, λουνόν, λούσις, λούσιμο, λούστης, λουτή, λουτηρίσκος, λουτήριον, λουτηρίδιον, λουτιάω, λούτριον, απόλουμα, απόλουτρον, λουτρίς, λοετρόν, λουτρόν, λουτρών, λύμη
(ο>υ), λύμα, λυμαίνομαι, απολυμαίνομαι, απολύμανσις, επίλουτρον, λύθρον, λύθρος, λυθρώδης.

διπλάσιος [δις + πλέον (ε>α)], διπλασιάζω, διπλάζω, διπλή, διπλόω, διπλόος, δίπλωμα, διπλώνω, διπλόη, δίπλα, διπλωματιά.

κοιμάμαι εκ του

κείω (βλ.κείω στο κεάζω), κέω [γαία, γείος (γ>κ), γεί-ωσις, γει- νομαι, γειοτόμος, γεί-των, γε- ωργός. Το –μαι είναι κατάληξη (κείμαι), βλ. κάτω, κατά]- κείτωμαι, κατάκειμαι, περί κοιμωμένων, περί παρακτούντων, επί φονευθέντων, επί τόπων, ευρίσκομαι, ξαπλώνω, πλαγιάζω, κοιμάμαι, κείτομαι ασθενής, είμαι θαμμένος. κείμαι, κατάκειμαι, κέμα, κεμμάς, κεμάς, κείτομαι, κοιμίζω (ε>ο), κοιμάω, κοιμήθρα, κοίμησις, κοιμισμός, κοιμητήριον, κοιμώμαι, κοιμάμαι, κειμήλιον, κειμήλιος, κώμα (οι>ω), κωματώδης, κωμαίνω, κωμόομαι, κύμινον (οι>υ), επιφέρει βαρυκαρία), κοίτη(ε>ο), κοιτάζω (= κοιμίζω, πλαγιάζω, κοιμάμαι. Με την έννοια του βλέπω, προσέχω και παρατηρώ όχι μόνο καμμία σχέση δεν μπορεί να αναγνωριστεί αλλά μάλιστα ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οι ετυμολόγοι παράγουν τις έννοιες του βλέπω εκ του κοίτη = φυλάκιο και εννοούν βεβαίως ότι από εκεί κυττάζει ο σκοπός. Πουθενά όμως δεν αναφέρεται η λέξη κοίτη με την έννοια του φυλακίου. Νομίζουμε ότι η αδυναμία κάποιων γραμματικών να ετυμολογίσουν το ρήμα κυττάζω, τους εξώθησε στην μεταβολή αυτή (κυττάζω > κοιτάζω). Το κυττάζω εκ του κυπτάζω προέρχεται που σημαίνει κύπτω και περιεργάζομαι, ερευνώ, βλέπω με προσοχή (κυπτάζω – κυττάζω, πτ>ττ, όπως επτά – εττά). Επομένως τα κοιτάγματα, κοίταμα, κοιτάζω και κοιτάω, με την έννοια του βλέπω, πρέπει να γράφονται κύτταγμα, κύτταμα, κυττάζω και κυττάω      κοιταίος, κοιτάομαι, κοιτάζομαι, κοιτάριον, κοιτασία, κοιτίδιον, κοιτίς, κοίτος, κοιτών, κοιτώνιον, κοιτωνίσκος, κοιτωνίτης, κοιτωνο-, κοίτασμα (μεταλλευμάτων), κοιτάστρια, κοιτίδα, κοιτολογία, κοιτώντας, κοιτωνίτης, κώας (κώ-μα, στρώνονται κάτω)- δέρμα προβάτου, κώς (συνηρ.), κώδιον, κώδιξ (εκ δέρματος), κώδικας, κοσκυλμάτια (ω>ο, σκύλλω).





Το "Έξω δια παντός", ήρθε σαν άμεση συνέχεια, μετά την ανάγνωση της τελικής φράσης "Οι βάναυσοι έξω.." του ποιήματος «Ευγένεια» του Ι. Τζανάκου. "Οι βάναυσοι έξω... έξω δια παντός". (Προφανώς, το "έξω δια παντός" αποκόπτεται κατόπιν - ως φράση -  και αποκτά αυτόνομη πολυσημία). Οι πέντε συν επτά, δώδεκα στίχοι που ακολούθησαν ακαριαία στάλθηκαν ως σχόλιο στη σχετική ανάρτηση του Eriugena. Τον ευχαριστώ για την έμπνευση.