Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Thanksgiving 1940

__________________________________________________________________________________

J. C. Leyendecker (1874-1951) Αμερικάνος εικονογράφος και ζωγράφος


Από το Large Size Paintings 
___________________________________________________________________________________

Ο μικρούλης δεξιά, φαίνεται να αντιμετωπίζει  το όλο ζήτημα με σχετική αγωνία... όσο και περίσκεψη... ("Γιατί να ευχαριστώ το θεό για μια ψητή γαλοπούλα που βρίσκεται εμπρός μου..." μοιάζει να αναρωτιέται. "Μια ζωντανή γαλοπούλα θα ευχαριστούσε το θεό αν βρισκόμουν εγώ ψημένος μπροστά της;) Αλλά, προφανώς κι αυτός, θα "συμμορφωθεί", κάποτε, εντελώς!

___________________________________________________________________________________

Η γαλοπούλα έχει εμφανιστεί εδώ και περίπου δέκα εκατομμύρια χρόνια!

Στην Ευρώπη, όπως αναφέρουν διάφορες πηγές, οι πρώτες γαλοπούλες έφτασαν στην Αγγλία, το 1526 και πουλήθηκαν από έναν έμπορο για δύο πένες η κάθε μία στην υπαίθρια αγορά του Μπρίστολ. Οι Ινδιάνοι, πάντως, έσφαζαν και έψηναν γαλοπούλες ήδη από το 1000 μ.Χ. Πάντως, η προέλευση της γαλοπούλας είναι κάτι που δεν είναι σαφές. Μια άποψη αναφέρει ότι για πρώτη φορά οι γαλοπούλες εμφανίστηκαν στη Μακεδονία και ότι τις διέδωσε ο βασιλιάς Μελέαγρος. Ήταν γιος του Οινέα -βασιλιά της Καλυδώνας- και της Αλθαίας. [Σχετικός μύθος για τις Μελεαγρίδες όρνιθες αναφέρεται στην ανάρτηση  Λέρος: Το Νησί της Αρτέμιδος - Παράδειγμα Αντίστασης]

___________________________________________________________________________________


Στην Ελληνική Μυθολογία με το όνομα Μελεαγρίδες φέρονταν 4 νέες γυναίκες, συνήθως αναφερόμενες ως αδελφές του Καλυδώνιου ήρωα Μελεάγρου, και επομένως κόρες του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέως και της Αλθαίας. Τα ονόματά τους ήταν Γόργη, Δηιάνειρα, Ευρυμήδη και Μελανίππη. Οι Μελεαγρίδες, θρηνώντας τον θάνατο του αδελφού τους, συνεχώς και αδειάλειπτα, αναγκάσθηκαν οι Ολύμπιοι θεοί από οίκτο να τις μεταμορφώσουν σε ομώνυμα πουλιά, οι γνωστοί ινδιάνοι ή γαλοπούλες συνεχίζοντας και έτσι τη θρηνώδη κραυγή τους. Κατ΄ άλλη εκδοχή αυτές μεταμορφώθηκαν από τη θεά Άρτεμι στα ομώνυμα πτηνά, τις Μελεαγρίδες όρνιθες. (Υπάρχει και ομώνυμη υπό-οικογένεια, οι Meleagridinae), τις οποίες στη συνέχεια τις απέστειλε στη Λέρο ή ακόμα μακρύτερα στις Ινδίες απ΄ όπου και έρχονταν από καιρού εις καιρό για να θρηνήσουν τον αδελφό τους πάνω από τον τάφο του.

Ωστόσο, κατά μία άλλη εκδοχή, όπως σημειώνει ο Νίκανδρος, (γραμματικός του 2ου αιώνα), μετά από παράκληση του θεού Διονύσου, δύο από αυτές, η Γόργη και η Δηιάνειρα, ή απέφυγαν την μεταμόρφωση ή κατάφεραν την απορνέωση οπότε και επανέκτησαν την ανθρώπινη μορφή τους. Οι άλλες δύο Μελεαγρίδες πουλιά ήταν εκείνα που μεταφέρθηκαν από την Άρτεμι στη νήσο Λέρο.
Κάποιος όμως άλλος, Ανώνυμος μυθογράφος αναβιβάζει τις Μελεαγρίδες σε έξι τις οποίες και ονομάζει: Φοίβη, Ευριδίκη, Μενεστώ, Ερατώ, Αντιόπη και Ιπποδάμεια.

Η Δηιάνειρα έγινε αργότερα η αιτία θανάτου του Ηρακλή, κατ' άλλους όμως αυτή ήταν διαφορετικό πρόσωπο, κόρη του Δεξαμενού.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Πηγές:"Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου" τομ.13ος, σελ.202
___________________________________________________________________________________

[…]  η ευρωπαϊκή της πορεία ξεκίνησε από τους Ισπανούς που την ανακάλυψαν λίγα χρόνια πριν το 1500. Λέγεται, ακόμη, ότι ο Ερρίκος Η' ήταν ο πρώτος Βρετανός μονάρχης που τεμάχισε γαλοπούλα σε γιορτινό τραπέζι, κάτι που ακόμα και σήμερα στην Ημέρα των Ευχαριστιών στην Αμερική όπου τρώγεται η γαλοπούλα, θεωρείται αποκλειστική υπόθεση του αρχηγού της οικογένειας.

Η γαλοπούλα έχει καθιερωθεί ως χριστουγεννιάτικο φαγητό ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Στη Γαλλία, οι γαλοπούλες πρωτοδιακινήθηκαν από Ιησουίτες και ως εκ τούτου σε πολλές τοπικές διαλέκτους η λέξη «jesuite» σημαίνει γαλοπούλα. Στις αρχές αυτού του αιώνα η γαλοπούλα έγινε και είδος μαζικής κατανάλωσης. Στην Αγγλία ελλείψει μεγάλων μεταφορικών μέσων οι πτηνοτρόφοι του Νόρφολκ τις έβαζαν να περπατούν περισσότερα από εκατό χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν στο Λονδίνο. Κι επειδή τα κακόμοιρα τα πτηνά δεν έχουν γερά πόδια είτε τα κάλυπταν με ύφασμα είτε με... πίσσα για να αντέχουν.

Άλλη ιστορία, ή καλύτερα οι μύθοι, αναφέρουν ότι τη γαλοπούλα συνάντησαν για πρώτη φορά, ανάμεσα σε τεράστιες φυτείες καλαμποκιού, οι Ισπανοί κατακτητές που έφτασαν στο Μεξικό τον 17ο αιώνα. Πιστεύοντας μάλιστα ότι είχαν ανακαλύψει τις Ινδίες, ονόμασαν αυτό το εντυπωσιακά μεγάλο πουλερικό, «ινδική όρνιθα», ονομασία που αποτελεί μέχρι σήμερα τον επιστημονικό της όρο. Όταν αποφάσισαν, εκεί γύρω στα 1824 να μεταφέρουν τη γαλοπούλα από το Νέο Κόσμο στη Γηραιά Ήπειρο, δεν μπορούσαν να φανταστούν την εξέλιξη και την πορεία του παράξενου αυτού πουλιού, που σύντομα θα κατακτούσε τα χριστουγεννιάτικα τραπέζια της Ευρώπης. Μέχρι τότε, η κότα, η χήνα, η πάπια ακόμα και ο κύκνος αποτελούσαν αγαπημένες γαστριμαργικές επιλογές των Ισπανών, των Άγγλων και των Γάλλων για την ημέρα των Χριστουγέννων. Ωστόσο, το μέγεθος της γαλοπούλας την έκανε αμέσως ελκυστική και ιδανική για οικογενειακά γεύματα.

Οι φημισμένοι Τούρκοι έμποροι, ανέλαβαν τη διακίνησή της στην υπόλοιπη Ευρώπη, πέραν της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, και της χάρισαν και το σημερινό της – διεθνές – όνομα, που δεν είναι άλλο από το " turkey."
Στην Ελλάδα ήρθε τον 16ο-17ο αιώνα παίρνοντας τα ονόματα, ινδιάνος, γαλοπούλα και τούρκος ή κούρκος, ενώ στην ίδια την Τουρκία είναι hindi από το Hindistan (όπως λέγεται η Ινδία στα τουρκικά).
___________________________________________________________________________________

[...]Το όνομα guineafowl που έχουν μέχρι σήμερα το πήραν όταν άρχισαν να τις φέρνουν οι Πορτογάλοι από τη Γουινέα της Αφρικής.

[...] ο Λινναίος έδωσε το όνομα μελεαγρίς στη φραγκόκοτα σαν όνομα είδους, αλλά στην γαλοπούλα σαν όνομα γένους: η wild turkey είναι Meleagris gallopavo!
[...] pavo, είναι το παγόνι στα λατινικά (pavone στα ιταλικά). Pavo λένε οι Ισπανοί και το παγόνι και τη γαλοπούλα [...] οι Βιετναμέζοι λένε τη γαλοπούλα «όρνιθα της Δύσης», οι Ρώσοι και οι Πολωνοί «ινδική», οι Γάλλοι «διάνο» (dinde, από το poulet d’inde), οι Άραβες «Ρωμιό πετεινό».
___________________________________________________________________________________

J. C. Leyendecker "American Weekly", 11-24-1946

___________________________________________________________________________________

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου