Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Έξω δια παντός





John Collier (1850-1934) Άγγλος ζωγράφος








Lady Godiva, 1898




Έξω δια παντός

Έλα να με βρεις αγαπημένε
Επάνω σε τραγέλαφο
Τόξο από λυγαριά στα χέρια σου
Με το λαγό να τρέχει εμπρός
Και το λαγωνικό στο κατόπι του

Έλα να με βρεις αγαπημένη
Επάνω σε λευκό ελάφι
Γυμνή, δαγκώνοντας κόκκινο μήλο
Το αίμα του να ρέει από τα πόδια σου
Κάτω, στο ρηχό ρυάκι
Με το λαγό να λούζεται
Και το λαγωνικό δίπλα σου να κοιμάται



Μυθολογικές πηγές:

Η ιστορία της λαίδης Γκοντάιβα, όπως καταγράφεται από τον Ρότζερ του Γουέντοβερ στα χρονικά του έτους 1057, είναι ότι λίγο πριν την Κατάκτηση των Νορμανδών, η σαξονικής καταγωγής λαίδη Γκοντάιβα ζήτησε από τον άνδρα της, τον Λεοφρίκο, κόμητα της Μερκίας, να απαλλάξει το λαό του Κόβεντρι από τους υπερβολικούς φόρους. Εκείνος συγκατατέθηκε υπό τον όρο να περάσει πάνω στο άλογο γυμνή μέσα από τη γεμάτη κόσμο αγορά μια μέρα που θα γινόταν ζωοπανήγυρη.  εκείνη το έκανε έχοντας από έναν ιππότη δεξιά και αριστερά της, αλλά διατήρησε τη σεμνότητά της καλύπτοντας το κορμί της με τα μαλλιά της, έτσι ώστε μόνο «οι κατάλευκες γάμπες της» φαίνονταν από κάτω.

(R. Graves, ‘Η Λευκή Θεά’ - Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, κεφ. 22, παρ. 52, Κάκτος 1998)


Ο Ράναλφ Χίτζεν (πέθανε το 1364) λέει στο «Πολυχρονικό» του, ότι η γυμνή εμφάνιση της Γκοντίβα (περ. 1040 – 1080) είχε ως αποτέλεσμα να απαλλάξει ο Λεόφρικ (11ος αι.) την πόλη από όλους τους φόρους. Μεταγενέστερο χρονικό αναφέρει ότι η Γκοντίβα είχε ζητήσει από τους κατοίκους της πόλης να μείνουν στα σπίτια τους την ώρα που θα γυρνούσε γυμνή στην πόλη.                 

Από ευγνωμοσύνη για την πράξη της αυτή, όλοι οι κάτοικοι κλειδώθηκαν στα σπίτια τους την καθορισμένη ώρα και μόνο ένας ράφτης, ο Τομ, την παρακολουθούσε κρυφά από το παράθυρό του. Ο Πήπινγκ Τομ (Peeping Tom) έγινε από τότε συνώνυμο του ηδονοβλεψία. Η ιστορία του ράφτη έγινε μέρος του θρύλου κατά το 17ο αιώνα, όπου σύμφωνα με τις περισσότερες περιγραφές, για τιμωρία, τυφλώνεται επιτόπου.

(‘Λαίδη Γκοντίβα’ από τη Βικιπαίδεια - Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, λήμμα «Γκοντάιβα, Λαίδη», τόμος 18, σελ. 126, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.)


Αναπάντεχα η ερωτική καταδίωξη αποτελεί τη βάση του [εκχριστιανισμένου] θρύλου  του Κόβεντρι της λαίδης Γκοντάιβα. Το κλειδί προσφέρει ένα στασίδι του καθεδρικού ναού του Κόβεντρι, αντίστοιχο με άλλα πρώιμα εγγλέζικα χοντροκομμένα δείγματα ξυλογλυπτικής, το οποίο δείχνει αυτό που οι τουριστικοί Οδηγοί αποκαλούν «μια φιγούρα που συμβολίζει την ακολασία»: μια μακρομαλλούσσα γυναίκα τυλιγμένη με δίχτυ που ιππεύει γυναικεία έναν τράγο, ενώ μπροστά της πηγαίνει ένας λαγός. Ο Γκάστερ, στις ιστορίες από το εβραϊκό Ταργκούμ, που έχει συλλέξει απ’ όλη την Ευρώπη, μιλάει για μια γυναίκα την οποία ο βασιλικός εραστής της υπέβαλλε σε ερωτική δοκιμασία, συγκεκριμένα να τον πλησιάσει «ούτε ντυμένη ούτε άντυτη, ούτε πεζή ούτε έφιππη, ούτε πάνω σε νερό ούτε σε ξηρά, ούτε με ούτε χωρίς δώρο» κι εκείνη κατέφθασε ντυμένη με ένα δίχτυ, καβάλα σε τράγο, με το ένα πόδι να σέρνεται μέσα σε χαντάκι και αφήνοντας ελεύθερο ένα λαγό. Η ίδια ιστορία με μικρές παραλλαγές, καταγράφτηκε από τον Σάξονα Γραμματικό στα τέλη του δωδέκατου  αιώνα στην Ιστορία της Δανίας  ( Gesta Danorum ). Η Άσλογκ, η τελευταία των Βόλσουνγκ, θυγατέρα της Μπρούνχιλντ από το Ζίγκουρντ, ζούσε σε ένα αγρόκτημα στο Σπάνγκερεχτ της Νορβηγίας, μεταμφιεσμένη σε βοηθό μαγείρισσας με πρόσωπο μουντζουρωμένο από στάχτες, με το όνομα Κρέικ (κοράκι). Ακόμα και έτσι, η ομορφιά της έκανε τέτοια εντύπωση στους ακόλουθους του ήρωα Ράγκναρ Λόντμπρογκ ώστε εκείνος έβαλε στο νου του να την παντρευτεί και, για να δοκιμάσει εάν ήταν αντάξια της αγάπης του, της είπε να πάει κοντά του ούτε πεζή ούτε έφιππη, ούτε ντυμένη ούτε γυμνή, ούτε νηστεύοντας ούτε τρώγοντας, ούτε συνοδευμένη ούτε μόνη. Εκείνη κατέφθασε πάνω σ’ ένα τράγο, με το ένα πόδι να σέρνεται στο έδαφος, ντυμένη μόνο με τα μαλλιά της και ένα δίχτυ ψαρά, κρατώντας ένα κρεμμύδι στα χείλη της και με ένα λαγωνικό στο πλευρό της.                                                                    
Αν ενωθούν  οι δυο ιστορίες σε μια εικόνα,  η «φιγούρα που συμβολίζει την ακολασία» έχει μαύρο πρόσωπο, μακριά μαλλιά, μια κουρούνα να πετάει πάνω από το κεφάλι της, ένα λαγό να τρέχει μπροστά, ένα λαγωνικό στο πλευρό της, ένα φρούτο στα χείλη της, ένα δίχτυ πάνω της και ένα τράγο από κάτω της. Αναγνωρίζεται εύκολα πλέον ως η πρωτομαγιάτικη εκδοχή της Έρωτα-  και Θανατο-θεάς Φρεγιά ή Φρίγκα, Χόλντα, Χελντ, Χίλντε, Γκόντα ή Οστάρα. Στη Νεολιθική και στην πρώιμη Εποχή του Χαλκού τράβηξε βόρεια από τη Μεσόγειο, όπου ήταν γνωστή ως Δίκτυννα (από το δίχτυ της), Αιγαία (από τον τράγο της), Κορωνίς (από την κουρούνα της), καθώς επίσης και ως Ρέα, Βριτόμαρτις, Άρτεμις κ.ο.κ. και έφερε μαζί της το Χορό του Λαβυρίνθου.
Το φρούτο στα χείλη της είναι πιθανώς το μήλο της αθανσίας και η κουρούνα σημαίνει θάνατο και προφητεία – την προφητική κουρούνα της Φρεγιά τη δανείστηκε από αυτήν ο Οντίν, όπως ο Μπραν δανείστηκε της Ντάνου και ο Απόλλων της Αθηνάς…  …Φυσικό περιβάλλον της Χίλντε υπήρξε ο Γαλαξίας, όπως της Ρέας στην Κρήτη και της Μπλοντεΐουεδ στη Βρεττανία και τόσο η μία όσο και η άλλη είχαν συνδεθεί με τον τράγοστην τελετή της Παραμονής της Πρωτομαγιάς του Μπρόκεν, ένας τράγος θυσιαζόταν προς τιμήν της. Ως Χόλντα ίππευε έναν τράγο, με μια αγέλη είκοσι τεσσάρων λαγωνικών, τις κόρες της, να τρέχουν δίπλα της – οι είκοσι τέσσερις ώρες της Παραμονής της Πρωτομαγιάς – ενώ μερικές φορές εμφανιζόταν με ασπρόμαυρες βούλες ως απεικόνιση της αμφίθυμης υπόστασής της, μαύρη ως Γη-μητέρα και χλομή ως Θάνατος – Χόλντα και Χελ. Ως Οστάρα, σαξονική θεά από την οποία πήρε το όνομά του το Πάσχα (Easter), συμμετείχε σε Νυχτερινή Σύναξη την Παραμονή της Πρωτομαγιάς, όπου θυσιαζόταν προς τιμήν της τράγος. Ο λαγός ήταν το τελετουργικό της ζώο: εξακολουθεί να «γεννάει» τα πασχαλινά αυγά. Ο τράγος σήμαινε γονιμότητα των βοοειδών.  ο λαγός καλό κυνήγι. το δίχτυ καλή ψαριά. τα μακριά μαλλιά, ψηλά στάχυα.
Ο τράγος της Παραμονής της Πρωτομαγιάς, όπως γίνεται φανερό από τις τελετές των μαγισσών στην Αγγλία, ζευγάρωνε με τη θεά, θυσιαζόταν και ανασταινόταν: με άλλα λόγια η Ιέρεια ερχόταν δημόσια σε επαφή με τον ενιαύσιο βασιλιά ντυμένο με τραγοτόμαρα, οπότε είτε θανατωνόταν με τη μορφή του διαδόχου του ή διαφορετικά θυσιαζόταν ένας τράγος στη θέση του και η βασιλεία του επιμηκυνόταν. Αυτό το τελετουργικό γονιμότητας υπήρξε η βάση της μεγάλης πνευματικότητας των «Μικρών Μυστηρίων» της Ελευσίνας, που τελούνταν τον Φεβρουάριο και αναπαριστούσαν το γάμο του Τράγου-Διονύσου με τη θεά Θυώνη, «τη μαινόμενη βασίλισσα» το θάνατο και την παλιγγενετία του1. Στο Κόβεντρι πήγαινε στην τελετή καβάλα στην πλάτη του για να δείξει την κυριαρχία της πάνω του – όπως η Ευρώπη ίππευε τον ταύρο του Μίνωα ή η Ήρα το λιοντάρι της.
Ο λαγός… …υπήρξε ιερός τόσο στην Πελασγική Ελλάδα όσο και στη Βρετανία επειδή είναι ταχύς, γόνιμος και ζευγαρώνει ανοιχτά χωρίς ντροπές…
…Το τελετουργικό κυνήγι του λαγού γινόταν Παραμονή της Πρωτομαγιάς και η «φιγούρα της ακολασίας» - η οποία εν προκειμένω συνιστά αρκετά καλή περιγραφή της Θεάς – στο στασίδι ελευθερώνει το λαγό για να τον κυνηγήσουν οι κόρες της. Το δημοτικό τραγούδι Αν όλοι τούτοι οι νεαροί ανήκει κατά τεκμήριο σε αυτά τα γιορτάσια των μαγισσών την Παραμονή της Πρωτομαγιάς: 

Αν όλοι ετούτοι οι νεαροί λαγοί ήταν πάνω στο βουνό 
Τότε όλες οι μορφονιές όπλα θα πιάνανε να παν κυνήγι
                                                            
Αν όλοι τούτοι οι νεαροί ψάρια ηταν στο νερό
Τότε όλες αυτές οι μορφονιές ξοπίσω τους θα πέφταν

…Πάλι η ερωτική καταδίωξη: η ψυχή του ιερού βασιλιά, κυκλωμένη από μαινάδες, προσπαθεί να ξεφύγει με μορφή λαγού ή ψαριού ή μέλισσας. όμως εκείνες τον καταδιώκουν ανελέητα και τελικά τον πιάνουν, τον κάνουν κομμάτια και τον καταβροχθίζουν…
  
1Σε αντίστοιχα αρχαία βρετανικά μυστήρια, φαίνεται πως υπήρχε τυπικό βάσει του οποίου η Θεά υποσχόταν με πειρακτική διάθεση στον μυούμενο που τελούσε ιερό γάμο μαζί της, ότι δεν θα πέθαινε «πεζός ή έφιππος, σε νερό ή σε ξηρά, στο έδαφος ή στον αέρα, έξω από σπίτι ή μέσα, ποδεμένος ή απόδετος, ντυμένος ή άντυτος» και έπειτα, ως επίδειξη της δύναμής της, τον κατηύθυνε με διάφορους ελιγμούς σε μια θέση όπου η υπόσχεση δεν ίσχυε πλέον…
(R. Graves, ‘Η Λευκή Θεά’ - Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, κεφ. 22, παρ. 46, 47, 48,49, 50, 51, Κάκτος 1998)


Τραγέλαφος – ελάφι.

Στα Διονύσια μυστήρια ο hirco-cervus, ο τραγέλαφος, ήταν το σύμβολο της ανάστασης, της ελπίδας του ανθρώπου για αθανασία, και φαίνεται πως όταν οι υπερβόρειοι δρυΐδες επισκέφτηκαν τη Θεσσαλία αναγνώρισαν τον τραγέλαφο, που σχετιζόταν με τα μήλα, ως το δικό τους αθάνατο λευκό ελάφι ή ελαφίνα που σχετιζόταν επίσης με τα μήλα. Γιατί η μηλιά, ut dicitur, είναι το καταφύγιο της λευκής ελαφίνας. Από τον τραγέλαφο, ο μονόκερως της εραλδικής και μεσαιωνικής τέχνης αποκτά το γένι τουωστόσο μεταξύ των χριστιανών μυστικιστών ο ελληνικός τραγο-μονόκερως του οράματος του Δανιήλ συνέβαλε στο να αποκτήσει αυτό το πάλαι ποτέ ειρηνικό ζώο επιθετικότητα.

… ο μονόκερως της ερήμου και το λευκό ελάφι του δάσους έχουν την ίδια μυστικιστική σημασία. κατά τη διάρκεια όμως της αναζωπύρωσης του ερμητισμού στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα διαχωρίστηκαν, σημαίνοντας αντίστοιχα το πνεύμα και την ψυχή. Οι οπαδοί του ερμητισμού υπήρξαν νεοπλατωνικοί που μπάλωσαν τους φιλοσοφικούς μανδύες τους με τα ράκη της μισοξεχασμένης βαρδικής γνώσης. Στο Βιβλίο του αρνιού της άνοιξης ένα σπάνιο ερμητικό φυλλάδιο κάποιο χαρακτικό δείχνει ένα ελάφι και ένα μονόκερω να στέκουν μαζί στο δάσος. Το κείμενο αναφέρει:

Οι γνώστες λένε αλήθεια ότι δυο ζώα βρίσκονται σε αυτό το δάσος: ένα υπέροχο, πανέμορφο και ταχύ, το μεγάλο και δυνατό ελάφι.  το άλλο, ένας μονόκερως  … Αν εφαρμόσουμε την παραβολή της τέχνης μας, θα αποκαλέσουμε το δάσος σώμα … Ο μονόκερως θα είναι το πνεύμα εσαεί. Το ελάφι δεν επιθυμεί άλλο όνομα παρά εκείνο της ψυχής ... Εκείνος που γνωρίζει πώς να τα ημερώσει και να κυριαρχήσει επάνω τους με την τέχνη, πώς να τα ζευγαρώσει και να τα οδηγεί μέσα και έξω από το δάσος μπορεί δίκαια να ονομαστεί Δάσκαλος.  

(R. Graves, ‘Η Λευκή Θεά’ - Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, κεφ. 23, παρ. 7,8, Κάκτος 1998)


… η ιτιά, κατά περίπτωση η λυγαριά … στην Ελλάδα ήταν αφιερωμένη στην Εκάτη, στην Κίρκη, στην Ήρα και στην Περσεφόνη: όλες τους εκδοχές Θανάτου της τριπλής Σελήνης – θεάς …  Όπως μας πληροφορεί αποφθεγματικά ο Καλπέρερ στην Πλήρη Βοτανική του: το δέντρο αυτό είναι στην κυριότητα της Σελήνης. Η σχέση της με τις μάγισσες είναι τόσο στενή στη Βόρεια Ευρώπη ώστε οι όροι witch, «μάγισσα», και wicked, «φοβερός, απαίσιος», προήλθαν από την ίδια πρώιμη αγγλική λέξη willow για την ιτιά από όπου παράγεται άλλωστε και η λέξη wicker, δηλαδή η λυγαριά … Οι δρυϊδικές ανθρωποθυσίες τελούντο στη γέμιση του φεγγαριού και το θύμα προσκομιζόταν μέσα σε πανέρι από ιτιά. στις ταφές τα κτερίσματα από  πυριτόλιθο ήταν λαξεμένα σε σχήμα φύλλου ιτιάς. Η ιτιά (ελίκη στα ελληνικά και salix στα λατινικά) πήρε το όνομά της από τον Ελικώνα, το ενδιαίτημα των Εννέα Μουσών, οργιαστικών ιερειών της Σελήνης-θεάς. Πιθανολογείται ότι ο  Ποσειδών προηγήθηκε του Απόλλωνα ως προστάτης του Μαντείου των Δελφών. εξ άλλου κάποιο άλσος στον Ελικώνα ήταν αφιερωμένο σε εκείνον ακόμη κατά την Κλασσική Εποχή. Όπως παραδίδει ο Πλίνιος ιτιά ορθωνόταν έξω από το άντρο της Κρήτης όπου γεννήθηκε ο Ζευς.  στον Δία του ο Α. Μπ. Κουκ, σχολιάζοντας σειρά νομισμάτων από τη Γόρτυνα της Κρήτης, προτείνει ότι η Ευρώπη – η οποία απεικονίζεται σε αυτά να κάθεται πάνω σε ιτιά με κάνιστρο λυγαριάς στο χέρι και να τη βατεύει αετός – δεν είναι απλώς ευρ-ώπη, «πλατυπρόσωπη», δηλαδή Πανσέληνος, αλλά και ευ-ρώπη, «εκείνη της ανθισμένης βέργας ιτιάς», γνωστή ως Ελίκη, αδελφή της Αμάλθειας.  
{ωπάζομαι [ωψ, γεν. ωπ-ος]- βλέπω, μέτωπον (μετά), Ευρώπη (ευρύς), Ευρωπία, Ευρωπαίος, Ευρωπεύς, Ευρωπός, στενωπός (στενός), ενώπιος (εν), ενώπιος, ενωπή, ενωπαδίως, νωψ (νη, αρνητ., ηω>ω) /
ρωψ [ροπή, ο>ω]- ιμαντώδη φυτά έχοντα επιμήκεις και εύκαμπτους ράβδους. ρωπάς, ρώπαψ, ρουπάκι (ω>ου), ρωπεύω, ρωπήεις, ρώπος, ρωπίζω, ρωπικός, ρωπικόν, ρωπίον, ρωπείον, ρωπογραφία, ρωπογράφος, ρωποπερπερήθρα (πέρπερος)}.
Το να φοράει κάποιος στο καπέλο του κλαδάκι ιτιάς που σημαίνει ότι τον απέρριψε η καλή του ως εραστή φαίνεται ότι αρχικά ήταν φυλαχτό κατά της ζήλειας της Σελήνης-θεάς … Ο γνωστός μας λικμός (το λίκνον ή λείκνον), το πανέρι-κρησάρα με το οποίο λίχνιζαν τα δημητριακά, ήταν καμωμένος από ιτιά (κατά περίπτωση λυγαριά) … Το φημισμένο πίνακα του ζωγράφου Πολύγνωτου στους Δελφούς που παρίστανε τον Ορφέα να δέχεται το δώρημα της μυστικιστικής ευγλωττίας ψαύοντας τις ιτιές κάποιου άλσους της Περσεφόνης μπορούμε να τον παραβάλουμε με την προσταγή που διατυπώνεται στο Τραγούδι των δέντρων του δάσους:
  
«Μην καις την ιτιά, είναι δέντρο αφιερωμένο στους ποιητές»

(R. Graves, ‘Η Λευκή Θεά’ - Ιστορική γραμματική του ποιητικού μύθου, κεφ.10, παρ. 16, Κάκτος 1998)



 
έξω (δασ.)[μέλλ. του έχω, ρίζα σχη- > σέσχω (αναδιπλασ.) > έξω (το σ σε δασεία, σχ>ξ)], έξις, εξείδιον, εκτικός (ξ>κσ>κτ), καχεξία (κακός, κ>χ) καχεκτικός, χτικιάρης (κακε-χτικός) χτικιάζω, χτίκιασμα, χτικιάρικος, χτικιό, εξής, εξείης, εξάν, καθεξής (κατά), εφεξής (επί), ευεκτέω, ευέκτης, ευεκτία, ευεξία, ευεκτικός, εύεκτος.

δια, διαί [δις, ανάμεσα από]- δια μέσου, μεταξύ, μεταξύ δύο σημείων του χρόνου. ζα  (δι>ζ), διατί (τι), γιατί (δ>γ), ευδίαιος.

πας [γεν. παντός, βλ. πατέομαι]-  όλος, σύμπας, οποιοσδήποτε, επί του καθόλου, επί του καθενός, έκαστος. πάντη, παντοίος, πάντοθεν, παντοδαπός, πάντοτε, πάντα, πανταχού, πάντως, πανίς (γεν. πανίδος, είδος), πανίδα, πάνυ, πάγχυ (νχ>γχ), όπνιος (ο, ευφων.)- πλούσιος, πολύς μέγας, αυξαμένος, άπας (δας., α, αθροιστικό), απαντάπασι, απανταχόθι, απανταχή, απανταχού, απανταχόθεν, απανταχόσε, απανταχοί, σύμπας, σύμπαν, συμπάντως, συμπαντικός.


Έλα να με βρεις αγαπημένε


έρχομαι [μέλλ. Ελεύ-σομαι. Από το ελάυ-νω (α>ε). Μετοχή αορ. Ελ-θών > ερ-θών > (λ>ρ) > ερχ-ών (θ>χ) > έρχομαι]- έρχομαι σε κάποιον τόπο, έρχομαι η πηγαίνω πίσω, υποστρέφω, φθάνω σε κάποιο μέρος, επί παντός κινήσεως. Ορχομενός (ε>ο), έλευσις, Ελευσίς, Ελευσίνα, Ελευσίνιος, Ελευσίνιον, Ελευσίνα, απέλευσι, διέλευσι, προσέλευσις, συνελευσις, παρέλευσις.

ελεύθερος [Στον Όμηρο συναντάται σε δύο φράσεις: «ελεύθερον ήμαρ» (=ημέρα της ελευθερίας) και «ον ειώθασι τω Διί υπέρ ελευθερίας ιστάναι κρατήρα, οι τους πολεμίους αποσάμενοι» (σχολ.) Ζ. 528. Τα προηγούμενα δείχνουν ότι ελεύθερος  είναι αυτός που μπορεί να απωθήσει τους εχθρούς του, προς αποφυγή υποδουλώσεως. Ο δυνάμενος να αποδιώξει, πλήξει, προσβάλλει (ελαύνω, ελεύσομαι, μελλ. του έρχομαι) τον εχθρό του. Ο ελαύνων επί ετέρου (αντιπάλου), δηλαδή ελευ + έτερον  > ελεύτερον  > ελεύθερον (τ>θ).

Ο στίχος μπορεί να γραφτεί: Έλα ελεύθερα να με βρεις αγαπημένε
το ελευ + έτερον, γίνεται ελευ προς έτερον, όπου ο έτερος, δεν είναι ο αντίπαλος με την τρέχουσα έννοια αλλά ο αντίπαλος όπου το αντί λαμβάνει την αρχική του σημασία του ίσος (αντ' αυτού).
Οπότε, το «πώς» να έρθει ο/η αγαπημένος/η από το πώς της ερωτικής δοκιμασίας γίνεται το πώς της ερωτικής επιθυμίας.

ην [βλ. ειμί, δηλαδή εέν (εε>η)]- ως επιφώνημα, ιδού, κύττα. να (ην>νη>να), ηνίδε, ηνί.

εγώ, εγών ειμί, ρίζα ε, εών μετοχ. του ειμί με παρεμβολή του γ.[…] Αιτιατικές εμέ, με, εμένα, εμέν.[…]

ευρίσκω (δασ.)[εόρακα, πρκμ. του ορώ, ο>υ]- ανακαλύπτω, ανευρίσκω, κτώμαι. εύρεμα, εύρηκα, εύρημα, ευρεσι-, ευρετός, ευρέτης, ευρετικός, ευρέτις, ευρετός, εύρεσις, εφευρίσκω (επί) εφεύρεμα, εφεύρημα, εφεύρεσις, εφευρέτης, βρίσκω (ευ>β), παραβρίσκομαι, εύρετρον, ευρεσίτεχνος, ευρεσιτεχνία, ευρεσιεπής (έπος).

αγαπάω [άγω + άπτω, διότι σημαίνει, σπεύδω να ασπαστώ (άπτω) κάποιον φίλο που ΄ρεχεται προς εμένα]- υποδέχομαι κάποιον με ανγκαλισμούς και ασπασμούς, επιθυμώ, επί σαρκικού έρωτα. αγαπάζω, αγάπη, αγαπητός, αγαπατός, αφαπητώς, αγαπησμός, αγάπησις, αγαπητικός, αγάπημα, αγαπήνωρ (ανήρ), αγαπητρίς, αγαπητικιά.


Επάνω σε τραγέλαφο


επάνω (επί + άνω)

επί [οι σημασίες του σχεδόν ταυτίζονται μ΄αυτές των περί, περ, και υπέρ (βλ. περί). Το ε μάλλον επιτατ. (α>ε), δηλαδή επερί > επί ή επέ>επί (ε>ι)]- δηλώνει το είναι επάνω. επάνω (άνω), επάνωθεν, επάνωθι

ες, εις, εν [ο Όμηρος πολλές φορές, δια του εν, εννοεί τα εστί (έσ-τι), εισί (εισ-ί) και ην (= παρατατ. του ειμί, η>ε), βλ. ειμί. Ώστε η ρίζα ε-, εσ-, εισ- του ειμί, είναι η ίδια μ’ αυτή των εν, ες, και εις, δηλαδή του είναι εντός, του να έχεις κάτι (έναιμος)[…]σε (ες>σε)[…]  

τράγος [Η εκ του τρώγω εκδοχή καταδεικνύει την προχειρότητα και την αφελή αντιμετώπιση των ετυμολογικών ζητημάτων, από μέρους των γραμματικών του παρελθόντος, ωσάν εκ μυριάδων ζώων μόνον ο τράγος να τρώει ή έστω να τρώει με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο (ξέχωρα που τυγχάνει ράθυμος στη βοσκή). Η αλήθεια είναι ότι για να γεννήσουν οι κατσίκες όσο το δυνατόν κατά την αυτήν εποχή, οι βοσκοί κρατούν τους τράγους κλεισμένους εντός μαντριδίου. Τον κατάλληλο δε καιρό άγουν (τρ-άγος) αυτούς προς τις κατσίκες προς βάτευση (τρ-άγος, τρ-ύω = συνουσιάζω, Ησυχ., τρύ-ω + άγω > τρυάγιω > τρώζω, υα>ω, γι>ζ)]- το αρσενικό της κατσίκας,. τράγαινα, τραγί, τραγάω, τράγειος, τρώζω, Επιτράγιος, επίτραγοι, επιτργίας, τραγέλαφος (έλαφος) τράγεος, τραγηφόρος, τραγίαμβος (ίαμβος), τραγίζω, τραγικεύομαι, τραγικός, τραγικώδης, τράγινος, τράγιος, τραγίσκος, τραγο-, τραγωδία (άδω, ωδή), τραγωδάριον, τραγωδέω, τραγώδημα,  τραγώδης, τραγωδητός, τραγωδικός, τραγωδο-, τραγωδός, τραγούδι, τραγούδημα, τραγουδιστός, τραγούδισμα, τραγουδοποιός.


Τόξο από λυγαριά στα χέρια σου


τόξον [τεύξ-ομαι μέλλ. του τυγχάνω, υ>ο]- το όπλο, δοξάρι, καμάρα, κάθε πράγμα που έχει σχήμα τοξοειδές, πληθ., τόξο και βέλη. τοξάζομαι, τοξακλής (αλκή), τοξακλέτης, τοξαρέα, τοξάριον, τόξαρχος, τοξασμός, τοξεία, τοξελκής (έλκω), τοξουλκία, τοξεύς, τόξευσις, εκτόξευσις, εκτοξεύω, τοξεύτειρα, τοξευτήρ, τοξευτής, τοξευτικός, τοξεύω, τοξήρης (αραρίσκω), τοξικός (τα βέλη εμβαπτίζονταν σε δηλητήριο), τοξίτης, τοξο-, τοξότης, τοξότις, τόξευμα, τοξάτο, τοξαιμία (αίμα), τοξιναιμία, τοξικο-, τιξικότης, τοξίνη, τοξινικός, τοξίνωσις, τοξινίασις, τοξίκωσις, Τοξότες, Τοξότης, τοξωτός.

από [το α (μα, να – νη) βεβαιωτικό, απαντητικό στις ερωτήσεις ποι, πόθεν, όποι, ποίος, πότε, πώς, όπου (ρίζα πο-), δηλαδή πό-θεν; Απάντηση α-πό, βλ. οπίσω]- από τίνος, επί κινήσεως από τόπο, επί αποστάσεως, χωρισμού, επί καταμετρήσεως ή καθορισμού αποστάσεως, πόρρω, μακράν, μετά μεριστικής σημασίας, επί μεταβολής από κάτι σε κάτι, επί χρόνου, επί γενέσεως, αρχής, αιτίας. απύ (ο>υ), απαί (ο>α>αι), άπιος, άπωθεν, αποτάτω, απωτέρω, απώτερος, αψ, αψόρρος
(ρέω), άψορρος, άπω (ο>ω), αυ (περισπώμενο, από>απύ>αυ)- οπίσω, προς τα οπίσω, πάλι, εκ νέου, προσέτ, ακόμα, αφού (από + ος, γεν. ου, π>φ προ δασείας), αφότε, αφότου.

ιτιά - λυγαριά (για λυγαριά βλέπε και παρακάτω στο λύγος, λαγός, λαγών)

ιτέη, ιτέα, ιτείη[ιθύω (θ>τ), ιθύνω = ισάζω, κατευθύνω, οι κλάδοι της κάμπτονται (διευθύνονται) εύκολα]- ιτιά. ιτιά, σουϊτιά (σου = ύδωρ, τουρκιστί, είναι υδρόφιλη), ιτέινος, ιτεών, ίτυς, οίσος (ο, ευφων., τ>σ)- είδος ιτιάς. οισόκαρπον, οισύα, οίσυον, οισιοπλόκος.

ιτιά και ελίκη εκ του

ελίσσω (δας.) [το πρώτο συνθετικό από το ελύω (ρίζα ελ-, βλ. είλω). Το δεύτερο όπως φαίνεται από τους χρονικούς τύπους, ελ-ίξω, είλ-ιξα, ελήλ-ιγμαι κ.ά., είναι από τα ίκω (βλ. ίκω, ίξις) και ε-ίκα (πρκμ. του ίημι). Το ίημι σημαίνει θέτω σε κίνηση, όπως απαιτούν όλες οι σημασίες του ελίσσω, δηλαδή ελ-ίκ-σω > ελίσσω (κς>σς)]- στρέφω πέριξ, ειλώ, κάμπτω, κυλίω, περιστρέφω, περιάγω, περιελίσσω. ειλίσσω, έλιξ, έλιξις, περιέλιξις, περιελλίσω, ελικηδόν, ελίγδην, έλιγμα, περιέλιγμα, ελιγματώδης, ελικοειδής, ελιγμός, ελίκη, ελικίας, ελικός, ελικτή, ελικτός, ελίκων, ελικών, Ελικών, Ελικωνιάδες, Ελικώνιος, ελίκωψ (ωψ), ελικώπις, έλινο, ελινότροπος, ελίχρυσος, ανελίσσω, ανέλιξις, ανείλιξι, ανέλιγμα.      

στα (εις τα) ο, η (δας.), το[…] δεικτική αντων. και οριστικό ή προτακτικό άρθρο […]

χειρ, χέρα, χέρι [εκ του χαίρ-ω, α>ε. Το αίσθημα της χαράς δια των χειρών κυρίως εκφράζεται, απανταχού στην υφήλιο αλλά και στα πιθηκοειδή: χειροκροτήματα, ανατάσεις χειρών, χειραψίες, αλληλοκτυπήματα παλαμών, αγκαλιάσματα και παντός είδους χειρονομίες, χειρονόμος (νέμω) = ορχηστής. Χαιρετίζουμε πάντως κυρίως δια των χειρών]- το χέρι είτε ως ανοικτή και αναπεπταμένη παλάμη, επί εχθρικής σημασίας, λαμβάνω κάτι στα χέρια = αναλαμβάνω, επιχειρώ, επί παντός εργαλείου ομοίου προς χέρι. επιχειρώ, επεπιχειρηματικός, επιχειρηματικότης, επίχειρο, διαχείρησις, διαχειρηστής, διαχειρίζομαι, διαχειρηστικά, διαχειριστικός, πρόχειρος, προχειρότης, πρόχειρο-, προχειρίζω, πρόχειρο, προχείρισις, προχειρόομαι, προχειροτονέω, χειροτονώ, χειροτονία (ανάταση χειρός, τείνω), χειροτονητής, χειρότονος, χειροτονητός, χειροτονητώς, χειρο-, εγχειρίζω, (εν), εγχειρέω, εγχείρημα, εγχειρηματικός, εγχείρησις, εγχειρητής, εγχειρητικός, εγχειρία, εγχειρίδιος, εγχείριον, εγχειριστής, εγχειρο-, εγχειρίδιον, εκεχειρία
(ε, ευφων. + κεχείρωμαι, πρκμ, του χεχιρόομαι = ημερώνω)- διακοπή εχθροπραξιών, ανακωχή, άνεση, αργία, ανάπαυλα, χείρωμα, χειρ-, χειράς, χειραψία (άπτω, άψις), χειριάω, χειρίς, χειρίζω, χείρισμα, χειρισμός, χειριστεύω, χειράγρα (αγρα), χειράφετος (αφήνω), χειρίδιον, χείριξις, υποχείριος, χειρουργέω (έργον), χειρουργία, χειρουργός, Χείρων (ήταν χειρουργός, επιδέξιος), χειρώναξ
(άγω, άξω), χειρωνάκτης, χειρωνακτικός, χειρωναξία, Χειρώνιος, Χειρωνίς, χεριάρης
(άρω), χερέα, χεριά, χερνής, χερνήτης, χερνήτωρ, χερνιβείον (νίβω), χέρνιβον, χέρνιμμα (βμ>μμ), χερνίπτομαι, χέρνιπτον, χέρνιψ, χερο-,χερύδιον.

εσύ, συ, τυ (σ>τ), τύνη, τούνη (υ>ου), τάν [από το β’ προσωπ. Εις, εσ-σί του ειμί]. Γενική σου, σέθεν, σευ, σέο, τεού, τεοίο, τεύς, τεούς, τεός, τέορ, τίω, τίως, τέος […]


Με τον λαγό να τρέχει εμπρός                                                                                              Και το λαγωνικό στο κατόπι του


(με) μετά [μέσος, σ>τα]- εν μέσω, μεταξύ, από κοινού με κάποιον […] με τη βοήθεια κάποιου […] μέτωπον (ωψ), μετωπικός, μεταξύ (ξυν, συν), με (με-τά), μολονότι (με + όλον + ότι), μολονούτο.

λαγώς, λαγώος, λαγός [λα (επιτατ.) + γυίον, εκ του αναλογικώς υπερμεγέθους οπισθίου ποδιού του, το οποίο χαρακτηριστικώς κάμπτεται σε οξεία γωνία]- ο λαγός. λαγωειδής, λαγωοειδής, λαγωνικό, λαγωνίκα, λάγω-, λάγο-, λαγιδεύς, λάγνης (λαγώς > λαγωνός > λάγνης, είναι καταφερής στα αφροδίσια)- ακόλαστος, πόρνος, λάγνος, λαγνέυω, λάγνευμα, λαγνεία, λάγνα, λάγγεμα (γαμώ, α>ε), λαγγεύω (βλ. λαγγεύω στο λαγγάζω), λάγκεμα (γ>κ), λαγκεύω, λαγών (βλ. λαγώς)- ο λαγός, το κοίλωμα κάτω από τα πλευρά, λαγγόνι (του λαγού μεγάλο), κάθε κοιλότητα.
λύγος [λαγών(α>υ), λαγαρός = υποχωρών, κοίλος]- λυγαριά, δένδρο ή θάμνος όμοιος με ιτιά, στρέβλη, καλιάγρα, πιστήριο. λυγέα, λυγηρός, λυγίζω, λύγινος, λυγισμός, λύγισμα, λυγισστής, λυγιστικός, λυγιστός, λυγόδεσμος, λυγοπλόκος, λυγόω, λυγισμένος, λυγώ, λυγάω, λυγαριά, λυγεράδα, Λυγερής, λυγερός, λύγημα, λυγιά, Λυγιά, λυγιέμαι, λυγόνα. 

τρέχω [τέρ-μα > τρε- (ερ>ρε) = άγω (= διευθύνω κάτι προς κάπου, γ>χ)]
Κατά Πλάτωνα ο θεός προκύπτει από το θέειν (θέω=τρέχω), διότι οι πρώτοι θεοί ήσαν ο Ήλιος και η Σελήνη. 

εμπρός εκ του 
προ [πόρος, περάω, πορεύω (ορ>ρρ)]- έμπροσθεν, εμπρός ενώπιον.

και [εκ της επιμονής (συνέχειας) του κα-κκαρίσματος των πτηνών αλλά και εκ της επιμονής του βήχα (κακακα…). Για το ι, βλ. ίημι (ρίζα ι-)]- σύνδεσμος συμπλεκτικός, έτι, προσέτι, ακόμη, προς αύξηση ή ελάττωση της δυνάμεως της λέξης. κι (προ φωνήεντος), καν (αν), κανείς (εις = ένας), καμμία (καν + μία, ωμ>μμ), κάποιος (ποίος), κιόλας (όλος), κάποτε (ποτέ), κάπως (πως), κάπου (που), κάτι (τι). 

κατόπιν & κατόπι επίρρ. : (τοπ.) πίσω, (χρον.) ύστερα έπειτα
εκ του

οπίσω, οπίσσω [από (α>ο) + οίσις ( =φορά, οι>ι), ίεσις ( =πορεία). ανόπιν (ανά), εισόπιν (εις), εισοπίω, κατόπιν, εξόπιν, όπισθεν, όπισθα, οπισθέναρ (θέναρ), οπίσθιος, οπισθίδιος, οπισθο-, ξοπίσω (εκ).


Έλα να με βρεις αγαπημένη
Επάνω σε λευκό ελάφι


λευκός[λύκη (υ>ευ, όπως πεύσις εκ του πυνθάνομαι)]- φωτεινός, λαμπρός, καθαρός, σαφής, ευκρινής, διαυγής, επί φωνής, άσπρος, ωραίος, λεύκη. λεύκη, λευκάς, λεύκα, λευκών, Λεύκα, Λευκάκια, Λευκάδα, Λεύκες, Λευκώνας, λευκαίνω, λεύκανσις, λευκο-, λευκόω, λεύκωμα, λευκ-, λευκαντής, λευκαστής, λευκάντρα, λευκαντικός, Λευκίμη, Λευκοθέα, Λευκόχρωμα, λευκωσίνη, λεύκωσις, λεύκωνες, λευκώνας, λευχειμονέω (κ>χ, είμα), λευχείμων, λεύσσω (λεύκιω, κι>σσ)- βλέπω, παρατηρώ, ατενίζω, κυττάζω, λευστός

έλαφος [ελαφρός = ευκίνητος], ελάφι, ελαφηβόλος (βάλλω), ελαφηβολιών, ελάφειος, ελαφή, ελαφίαι, ελαφικόν, ελαφίνης, ελάφιον, ελάφιος, ελαφίς, ελαφο-, αλάφι (ε>α), ελαφίδα, ελαφίδαι, ελαφίδες, ελαφίδιον, ελαφίνα, αλαφίνα, λαφίνα,ελαφίσιος, λαφίσος, αλαφιάζω, αλάφιασμα, αλαφιασμένος.

ελλός ( = το νεογνό της ελάφου, διότι κρύπτεται, λουφάζει επί του εδάφους), από το έδος (δασ.) [σέδας = καθέδρας, Ησυχ., σέλλα (σεδ-λα, δλ>λλ) = κάθισμα, εφφίππιον και εξ αυτού το σελλάριος. Σελλοί (Σελ-δοί), Ελλοί (δασ.) οι κάτοικοι της Δωδώνης, φύλακες του μαντείου του Διός, απ’ όπου και Ελλάς (Σελλοί, Ελλοί), Έλλην, Ελλάδα, Έλληνας, Ελλην-.


Γυμνή, δαγκώνοντας κόκκινο μήλο


γυμνή -ός[γυ-ίον + μένω, μένω με τα μέλη του σώματος ακάλυπτα], γυμνόω, γυμνάζω, γυμνάς, γυμνασία, γυμνώνω, γυμνάσιον, γυμνασιάρχης, γυμνασιαρχία, γυμνασίαρχος, γύμνασμα, γυμναστική, γυμνάδδομαι (σδ>δδ), γυμναστήριον, γυμναστικός, γυμνής, Γυμνήσιαι, γυμνητεία, γυμνητεύω, γυμνήτης, γυμνητία, γυμνήτις, γυμνικός, γυμνητεύω, γυμνο-, γύμνωσις.

δάκνω [ο-δαξ]- δαγκάνω. δακνάζω, δακέθυμος, δακνιστήρ, δακνηρός, δάκος, δακετόν, δήκτης (α>η), δηκτικός, δήγμα, δήξις, δαγκάνω (γ>γκ), δαγκώνω, δάγκωμα, δαγκασιά, δαγκάω, δαγκωνιά, δαγκάνα, δαγκανάρα, δαγκανάρι, δαγκανιάρης, δαγκωσιά, δαγκωτά, δαγκωτός.

κόκκινο [βλ. κόκκος (πρίνου)]

κόκκος [κυκλικός (υ>ο) > κοκλικός > κοκικός > κόκκος]- ο της ροδιάς, του κύαμου, της πεύκης, του πρίνου (εκ των οποίων παρήγαγαν κόκκινο χρώμα), καταπότιον, κουκούτσι, οι όρχεις (κοκκωτή), το γυναικείο μόριο, η κόκκινη δρυς.

μήλον, μάλον (Δωρ.), μείλον (Βοιωτ.)[είλω, είλη, ειλαδόν (ει>η). Όλες οι σημασίες του είλω, σχετίζονται με τις εργασίες του κτηνοτρόφου. Το μ προτάσσεται ή από το ομού ή από FFάλην, βλ. αλής). Με την έννοια δε των καρπών των δένδρων (μήλο, κυδώνι, ροδάκινο), επειδή κατά πλήθος (είλη) στα δένδρα τους βρίσκονται ]- πρόβατο, κατσίκα, επί αγελών, ο καρπός της μηλιάς, επί των μαστών κοριτσιού, οι παριές, τα οιδήματα κάτω των οφθαλμών. μηλάγριον (άγριος), μηλάνθη (ανθός), μηλόνθη, μηλολάνθη, μηλολόνθη, μηλέα, μηλεία, Μηλιάδες, μήλειος, μηλοσόα (σόος), μηλοσόη, μηλίζω, μηλοσσόος, μηλούχος (έχω), μηλάτης, μηλινο-, μήλοψ (οψ), μήλωθρον, μηλών, μηλάτων, μήλινος, Μήλων (ο Ηρακλής, οι Μελειτείς προσέφεραν, θυσίαζαν σ’ αυτόν μήλα), μηλώσιος, μηλωτή, μηλωτής, μηλο-, Μήλος, Μήλιος, Μηλίς, μηλοφύλαξ, μαλός (η>α), μαλοφόρος, μαλοδροπήες(δρέπω), επιμήλιος, επιμηλίς, Επιμηλίδες, Επιμηλιαδες.


Το αίμα του να ρέει από τα πόδια σου 
Κάτω, στο ρηχό ρυάκι


αίμα (δασ.) [αιχμή > αίχμα > χαίμα (μετάθεση) > αίμα (το χ σε δασεία, βλ. γαίμα, χ>γ), διότι από αιχμηρό αντικείμενο διαρρηγνύεται το δέρμα και εξέρχεται το αίμα, βλ. αιμασία]- το αίμα, επί παντός ομοιάζοντος με αίμα, αιματοχυσία, συγγένεια εξ αίματος. αιμασία (ο Όμηρος, Οδ. Ω 224, 229, αναφέρει ότι δι’ αυτής περιέφραζαν τα περιβόλια, όπως ακόμη και τώρα γίνεται δι’ αγκαθωτών κλαδιών επί ξερολιθιάς. Άλλοι ερμηνεύουν την λέξη ως τοίχο εκ ξηρών λίθων. Όπως και να έχει το πράγμα και τ’ αγκάθια και οι πέτρες προκαλούν εκδορές και αιμορραγίες), αιμασιολογέω (συλ-λέγω), αιμασιώδης, αιμακορίαι (κορέννυμι), αιμακουρίαι, αιμάσσω (άγω, γσ>σσ), αφαιμάσω (από), αφαίμαξις, αιμακτός, αιμακτικός, αιμαλέος, αιμαλωπίς, αιμάλωψ, αίμαξις, αιμάς, αιμαγωγός, αιματάω, αιματεκχυσία (εκχύω), αιματηρός, αιματηφόρος, αιματία, αιματιαίος, αιματικόν, αιματικός, αιμάτινος, αιμάτιον, αιματίτης, αιματο-, αιματόεις, αιματόω, αιματώδης, αιματωπός (ωψ), αιματώψ, αιμηρός, αίμνιον, αιμο-, αιμόρροια (ρέω), αιμορροΐς, αιμορροΐδα, αιμορραΐδα, αιμόω, γαίμα (βλ. αίμα, χ>γ), αιματάκι, αιμάκι, αιματάρης, αιματάρικος, αιματηρότης, αιματίνη, αιματίσιος, αιμάτωμα, μάτωμα, αιματώνω, ματώνω, Αίμονες, Αιμονίδης, Αιμονίαι, Αιμονιές, Αιμόνιον, αιμωδέω, αιμώδης, αιμωδία, αιμωδιασμός, αιμοδιάω, αιμώνιος, αιμωπός
(ωψ) μουδιάζω (αι-μωδιάω), μούδιασμα, μουδιάστρα, ματοκόβω, ματοκυλίζω, αιματοκυλίζω, ματοκύλισμα, αιματοκύλισμα, μάντακας (το τσιμπούρι), αυθαίμων (αυτός), αναίμων, άναιμος, αναιμωτί, αναιμακτί, αναιμότης, αναιμία, αναιμικός.

ρέω [Το βρυχάομαι (ρίζα ρα-, α>ε) ο Όμηρος το αναφέρει επί του ήχου των κυμάτων αλλά και επί ρέοντος ύδατος όπως στα ρυάκια. Λέγει κελα-ρύ-ζει, ρύ-ζω, ρυ-ζέω = γογγύζω (βλ. βρυχάομαι), όπως του ρέοντος ύδατος ο ήχος ρερε…, ρυρυ…( ροχθέω = παφλάζω). Βλ. ρήγνυμι, βρόχω, ροιβδέω, ρόχθος, βράζω, ροιζέω, ροίζος = κίνηση ρεύματος, άπαντα ανήκοντα στη ρίζα ρα-]- επί υδάτων πηγών, ποταμών, τρέχω, χύνομαι, επί ανθρώπων, χιονιού, επί βελών (ροίζος) επί αέρος, όπως το πίπτω επί τριχών του σώματος, καταρρέω, διαρρέω, απόλλυμαι, ρέπω προς κάτι, επί πλοίου «κάνω νερά», σπανίως χύνω, εκχέω. εκρέω, διαρρέω, καταρρέω, ευρεής, ευρρεής, ευρρείος, συρρέω, εισρέω, απορρέω, επιρρέω, ερέω και εράω (ε, ευφων, απαντώνται μόνο σε σύνθετα), ρείω (ε>ει), ρείθρον, ρέεθρον, ρείτης (μόνο ως β΄ συνθετικό, βαθυρρείτης), ρέος, ρέον.

πους [γεν. ποδός, από το πατέω (α>ο, τ>δ), ή από το βάδην, βάδος (β>π, α>ο)]- το πόδι. πόδι, ποδάρι, ποδάγρα (άγρα), ποδαγρίζομαι, ποδαγράω, ποδαλγής (άλγος), ποδείον, ποδιά, πόδιο, υποπόδιο, ποδικός, πόδισμα […] ποδήλατο (ελαύνω), ποδοβολητό (βάλλω)[…] σύμπους (συν), εμποδίζω (εν), […] εμποδοστατέω (ίστημι).  

κατά [χα-μαί (χ>κ), γα (γ>κ)]- προς  τα κάτω. […] κάτω, εκατόν (δας., ε εξ α αθροιστικού), κήτος (α>η, νομιζόταν θηρίο των βαθέων υδάτων)- μέγα θαλάσσιο θηρίο, κητία, κητεία, κητόομαι, κήτημα, κητο-, κητώδης, κητώεις, κήτειος, κητώος.

χαμαί, χάμω (εκ των οποίων τα κατά, κάτω)[ βλ. Αχαιός, Αχελώος, εκ του γη, γα (γ>χ)]- κατά γης, κατω. χαμάδις, χαμάζε, χαμάθεν, χαμαι-, χαμάνδις, χαμ-, χαμηλός, χαμηλώς, χαμίτις, χαμόθεν, χαμερπής (έρπω), χαμερπώς, χαμέρπεια, χαμηλο-, χαμήλωμα, χαμηλούτσικος, χαμήλωσις, χαμηλώνω, χαμο-, χαμογελώ, χαμόγελο, χαμογελαστος, χαμογέλασμα, χαμογέλιο, χαμούρα, χαμπηλός, κάμηλος (γ>κ, διότι χαμηλώνει για να φορτωθεί), καμήλα, φκαμήλα, καμηλάτης, καμήλειος, καμηλίζω, καμηλο-, καμηλιέρης, καμηλιέρικος, καμηλώδης, χάνι (μ>ν)- πανδοχείο όπου ξάπλωναν χάμω, χαλί (ν>λ), χθαμαλός (χαμηλός, το θ παρεμβάλλεται), χθαμαλότης, χθαμαλόω, χθαμαλο-, χθών (χθα-μαλός)- η γη, χθόνιος, χθονήρης, χθονο-, καταχθόνιος, θάμνος (βλ. χ-θαμ- αλός, χθών) θαμνάς, θαμνίτης, θάμνα, θαμνοειδής, θαμνώδης.

ρηχός [αρχ. (ιων. διάλ.) ουσ. ἡ ῥηχός `πλεχτός φράχτης΄ (που ίσως χρησιμοποιόταν στα ρηχά για ψάρεμα)] εκ του
ραχία, ρηχίη (α>η) [ρήγνυμι, ράσσω, ρηγμίν (γ>χ)]- η ρηγνυομένη επί της ακτής θάλασσα, μάλιστα η πλημμυρούσα, ο κρότος των κυμάτων ρηγνυομένων κατά της ακτής, επί θορύβου όχλου, πετρώδης αιγιαλός, ράχις.

ρύσις [ροή (ο>υ), ρεύσις]- ρεύσις, ροή, ρεύμα. ρύησις, ρυάς, ρυάδες, ρυαδικός, ρύαξ, ρυάκιον, ρυάκι, ρυακώδης, έκρυσις, ρυΐσκομαι, ρύμα, ρυδόν, ρύδην, ρύημα, ρυηφενής (αφενός), ρυηφένία, ρυτός, ρυτόν, ρυώδης, ρυσίς, ρυάχετος, ρυσιώνας, κάτηρυς (κατά, α>η), ρυάδα, αρυάκι, Ρυάκι, Ρυάκια.


Με το λαγό να λούζεται
Και το λαγωνικό δίπλα σου να κοιμάται


λοέω, λουέω, λούω [λά-λλαι (α>ο), διότι λούζονται συνεχώς από τα κύματα και πάντοτε είναι καθαρές]- πλύνω, λούζω το σώμα, λούζω. λούζω, λούμα, λουνόν, λούσις, λούσιμο, λούστης, λουτή, λουτηρίσκος, λουτήριον, λουτηρίδιον, λουτιάω, λούτριον, απόλουμα, απόλουτρον, λουτρίς, λοετρόν, λουτρόν, λουτρών, λύμη
(ο>υ), λύμα, λυμαίνομαι, απολυμαίνομαι, απολύμανσις, επίλουτρον, λύθρον, λύθρος, λυθρώδης.

διπλάσιος [δις + πλέον (ε>α)], διπλασιάζω, διπλάζω, διπλή, διπλόω, διπλόος, δίπλωμα, διπλώνω, διπλόη, δίπλα, διπλωματιά.

κοιμάμαι εκ του

κείω (βλ.κείω στο κεάζω), κέω [γαία, γείος (γ>κ), γεί-ωσις, γει- νομαι, γειοτόμος, γεί-των, γε- ωργός. Το –μαι είναι κατάληξη (κείμαι), βλ. κάτω, κατά]- κείτωμαι, κατάκειμαι, περί κοιμωμένων, περί παρακτούντων, επί φονευθέντων, επί τόπων, ευρίσκομαι, ξαπλώνω, πλαγιάζω, κοιμάμαι, κείτομαι ασθενής, είμαι θαμμένος. κείμαι, κατάκειμαι, κέμα, κεμμάς, κεμάς, κείτομαι, κοιμίζω (ε>ο), κοιμάω, κοιμήθρα, κοίμησις, κοιμισμός, κοιμητήριον, κοιμώμαι, κοιμάμαι, κειμήλιον, κειμήλιος, κώμα (οι>ω), κωματώδης, κωμαίνω, κωμόομαι, κύμινον (οι>υ), επιφέρει βαρυκαρία), κοίτη(ε>ο), κοιτάζω (= κοιμίζω, πλαγιάζω, κοιμάμαι. Με την έννοια του βλέπω, προσέχω και παρατηρώ όχι μόνο καμμία σχέση δεν μπορεί να αναγνωριστεί αλλά μάλιστα ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οι ετυμολόγοι παράγουν τις έννοιες του βλέπω εκ του κοίτη = φυλάκιο και εννοούν βεβαίως ότι από εκεί κυττάζει ο σκοπός. Πουθενά όμως δεν αναφέρεται η λέξη κοίτη με την έννοια του φυλακίου. Νομίζουμε ότι η αδυναμία κάποιων γραμματικών να ετυμολογίσουν το ρήμα κυττάζω, τους εξώθησε στην μεταβολή αυτή (κυττάζω > κοιτάζω). Το κυττάζω εκ του κυπτάζω προέρχεται που σημαίνει κύπτω και περιεργάζομαι, ερευνώ, βλέπω με προσοχή (κυπτάζω – κυττάζω, πτ>ττ, όπως επτά – εττά). Επομένως τα κοιτάγματα, κοίταμα, κοιτάζω και κοιτάω, με την έννοια του βλέπω, πρέπει να γράφονται κύτταγμα, κύτταμα, κυττάζω και κυττάω      κοιταίος, κοιτάομαι, κοιτάζομαι, κοιτάριον, κοιτασία, κοιτίδιον, κοιτίς, κοίτος, κοιτών, κοιτώνιον, κοιτωνίσκος, κοιτωνίτης, κοιτωνο-, κοίτασμα (μεταλλευμάτων), κοιτάστρια, κοιτίδα, κοιτολογία, κοιτώντας, κοιτωνίτης, κώας (κώ-μα, στρώνονται κάτω)- δέρμα προβάτου, κώς (συνηρ.), κώδιον, κώδιξ (εκ δέρματος), κώδικας, κοσκυλμάτια (ω>ο, σκύλλω).





Το "Έξω δια παντός", ήρθε σαν άμεση συνέχεια, μετά την ανάγνωση της τελικής φράσης "Οι βάναυσοι έξω.." του ποιήματος «Ευγένεια» του Ι. Τζανάκου. "Οι βάναυσοι έξω... έξω δια παντός". (Προφανώς, το "έξω δια παντός" αποκόπτεται κατόπιν - ως φράση -  και αποκτά αυτόνομη πολυσημία). Οι πέντε συν επτά, δώδεκα στίχοι που ακολούθησαν ακαριαία στάλθηκαν ως σχόλιο στη σχετική ανάρτηση του Eriugena. Τον ευχαριστώ για την έμπνευση.




1 σχόλιο:

  1. Αγαπητέ φίλε, αναζητώ την διεύθυνση του ιστολογίου σου για να την λινκάρω

    ΑπάντησηΔιαγραφή